30/5/26

Η Μνήμη του Χρυσόψαρου.



Το χρυσόψαρο δεν θυμόταν τίποτε περισσότερο από τρία δευτερόλεπτα.

Έτσι τουλάχιστον έλεγαν οι άνθρωποι, που είχαν ανάγκη να πιστεύουν πως η λήθη είναι προνόμιο των μικρών πλασμάτων και όχι δική τους καθημερινή συνήθεια.

Ζούσε μέσα σε μια γυάλα πάνω στο ψυγείο ενός διαμερίσματος στη Νάπολη, εκεί όπου τα απογεύματα μύριζαν τηγανισμένο σκόρδο, θάλασσα και παλιά καθολική ενοχή. Η γυάλα ήταν στρογγυλή σαν μικρός πλανήτης και το νερό μέσα της είχε το χρώμα ξεθυμασμένης σαμπάνιας. Από κάτω, το ψυγείο βούιζε σαν κουρασμένος φιλόσοφος.

Η γυναίκα που το φρόντιζε λεγόταν Λουτσία.

Δούλευε σ’ ένα μαγαζί με εσώρουχα και πίστευε πως οι άνθρωποι ερωτεύονται όχι όταν γδύνονται, αλλά όταν αποκαλύπτουν τις γελοίες τους συνήθειες. Είχε αγαπήσει άντρες που μιλούσαν στον ύπνο, έναν που έκλαιγε όταν έτρωγε ώριμα ροδάκινα κι έναν άλλο που φοβόταν τις πεταλούδες γιατί, όπως έλεγε, «κανένα έντομο δεν δικαιούται να είναι τόσο όμορφο».

Το χρυσόψαρο την παρατηρούσε κάθε βράδυ.

Ύστερα ξεχνούσε.

Και την ερωτευόταν από την αρχή.

Αυτό ήταν το μεγάλο του χάρισμα.

Οι άνθρωποι αποκαλούν την επανάληψη «ρουτίνα».

Τα χρυσόψαρα την αποκαλούν «θαύμα».

Κάποτε η Λουτσία έφερε σπίτι έναν άντρα με πράσινο λινό σακάκι και μάτια κουρασμένα σαν σταχτοδοχεία. Ονομαζόταν Αντρέα και κατασκεύαζε μουσικά όργανα από ξύλα παλιών καϊκιών. Υποστήριζε ότι κάθε ξύλο κρατά τη μνήμη της θάλασσας, γι’ αυτό και τα βιολιά του ακούγονταν σαν κύματα που έχουν πιει πολύ κρασί.

Ο Αντρέα στάθηκε μπροστά στη γυάλα.

«Τα χρυσόψαρα δεν ξεχνούν», είπε. «Απλώς συγχωρούν πολύ γρήγορα.»

Το ψάρι τον κοίταξε.

Ξέχασε τη φράση.

Αλλά όχι τη θλίψη μέσα της.

Εκείνο το καλοκαίρι η ζέστη στη Νάπολη έγινε σχεδόν ερωτική. Τα μπαλκόνια ίδρωναν βασιλικό και οι δρόμοι άχνιζαν σαν σώματα μετά από έρωτα. Η Λουτσία και ο Αντρέα έκαναν έρωτα αργά, τεμπέλικα, σαν να είχαν όλο τον χρόνο του κόσμου και καμία πρόθεση να τον αξιοποιήσουν σωστά.

Το χρυσόψαρο τούς έβλεπε μέσα από το κυρτό γυαλί της γυάλας.

Τα σώματα παραμορφώνονταν.

Τα πόδια γίνονταν πτερύγια.

Τα φιλιά έμοιαζαν με βυθό.

Κι εκεί, μέσα στην παραμόρφωση, το ψάρι κατάλαβε κάτι που οι φιλόσοφοι αποτυγχάνουν να εξηγήσουν εδώ και αιώνες:

Η αγάπη δεν είναι μνήμη.

Είναι επιμονή.

Γι’ αυτό οι άνθρωποι βασανίζονται όταν χωρίζουν.

Δεν χάνουν το πρόσωπο.

Χάνουν τη συνήθεια να επιστρέφουν σε αυτό.

Ένα βράδυ, η Λουτσία ξέχασε να ταΐσει το ψάρι.

Την επόμενη μέρα επίσης.

Ο Αντρέα είχε φύγει. Χωρίς φωνές. Χωρίς δράμα. Οι ώριμοι άνθρωποι χωρίζουν όπως κλείνει ένα μπαρ μετά τα μεσάνυχτα: σηκώνουν σιωπηλά τις καρέκλες και αφήνουν στο πάτωμα λίγα ψίχουλα μοναξιάς.

Η Λουτσία κάπνιζε στο παράθυρο.

Το χρυσόψαρο πεινούσε.

Κι όμως, κάθε φορά που εκείνη πλησίαζε τη γυάλα, το ψάρι χοροπηδούσε χαρούμενα, σαν να τη συναντούσε πρώτη φορά στο σύμπαν.

Τότε η Λουτσία άρχισε να κλαίει.

Όχι για τον Αντρέα.

Ούτε για τον εαυτό της.

Έκλαιγε επειδή ένα πλάσμα με εγκέφαλο μικρότερο από φιστίκι είχε καταλάβει κάτι που οι άνθρωποι ξεχνούν συνεχώς:

Η ζωή δεν σώζεται με το να θυμάσαι.

Σώζεται με το να μπορείς να ξαναγαπάς το ίδιο πράγμα, ξανά και ξανά, σαν να μην σε πλήγωσε ποτέ.

Κι έξω, πάνω από τη νυχτερινή Νάπολη, το φεγγάρι έμοιαζε με λευκό λέπι ψαριού που ξέφυγε από κάποιον κοσμικό ωκεανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: