30/5/26

Τα Χρόνια του Φεγγαριού.




Υπάρχουν άνθρωποι που μετρούν τα χρόνια τους με ημερολόγια, γενέθλια και λογαριασμούς ηλεκτρικού. Υπάρχουν όμως και άλλοι, λιγότερο πρακτικοί και περισσότερο επικίνδυνοι, που μετρούν τη ζωή τους με πανσελήνους.

Ο "Κ" ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

Δεν θυμόταν πόσων ετών ήταν. Θυμόταν μόνο πως είχε δει πεντακόσιες τριάντα δύο πανσελήνους. Τις είχε καταγράψει όλες σε ένα παλιό τετράδιο που μύριζε καπνό, αλάτι και λίγη τρέλα.

«Οι άνθρωποι γερνούν από τα χρόνια», έλεγε. «Εγώ γερνώ από το φως.»

Κάθε μήνα ανέβαινε στον λόφο πάνω από τη θάλασσα. Καθόταν σε ένα παγκάκι και περίμενε το φεγγάρι να βγει από τον ορίζοντα σαν χρυσόψαρο που δραπετεύει από το ενυδρείο του κόσμου.

Εκεί γνώρισε τη "Μ".

Εκείνη δεν μετρούσε πανσελήνους. Μετρούσε κύματα.

«Και πόσα έχεις δει;» τη ρώτησε.

«Άπειρα

«Αυτό δεν είναι αριθμός

«Ούτε η θάλασσα είναι.»

Έτσι άρχισε ένας έρωτας και μια φιλία που έμοιαζε με παιχνίδι ανάμεσα σε δύο διαφορετικά σύμπαντα. Εκείνος κρατούσε σημειώσεις για το φεγγάρι. Εκείνη για τη θάλασσα.

Όταν περνούσε δύσκολες μέρες, ο Κ. σημείωνε πως το φεγγάρι ήταν μικρότερο. Όταν ήταν ευτυχισμένος, το έβρισκε τεράστιο.

Η Μ. γελούσε.

«Δεν αλλάζει το φεγγάρι», του έλεγε.

«Όχι. Αλλάζει ο άνθρωπος που το κοιτάζει

Πέρασαν χρόνια. Ή μάλλον, πέρασαν φεγγάρια.

Τα μαλλιά τους άρχισαν να ασπρίζουν σαν αφρός σε βραδινό κύμα. Οι φίλοι τους γιόρταζαν γενέθλια. Εκείνοι γιόρταζαν πανσελήνους.

Στην εξακοσιοστή πανσέληνο άνοιξαν ένα μπουκάλι κρασί.

Στην επτακοσιοστή χόρεψαν χωρίς μουσική.

Στην οκτακοσιοστή δεν χρειάζονταν πια πολλές λέξεις.

Το φεγγάρι είχε αναλάβει τη συνομιλία.

Κάποιο βράδυ, όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη σαν γάτα που αποκοιμήθηκε στον κόσμο, η Μ. ρώτησε:

«Τελικά πόσο χρονών είμαστε;»

Ο Κ. κοίταξε τον ουρανό.

Το φεγγάρι κρεμόταν εκεί πάνω, παλιό και νέο μαζί, σαν νόμισμα που το χρησιμοποιεί αιώνες η ίδια η νύχτα.

Χαμογέλασε.

«Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως έχουμε ζήσει αρκετά ώστε να μάθουμε το μεγάλο μυστικό.»

«Ποιο;»

«Τα χρόνια δεν ανήκουν στους ανθρώπους. Ανήκουν στο φεγγάρι. Εμείς απλώς τα δανειζόμαστε για λίγο.»

Και η πανσέληνος, ακούγοντας τη φράση, φώτισε τη θάλασσα με τέτοια γενναιοδωρία, ώστε για μια στιγμή έμοιαζε πως ολόκληρος ο κόσμος είχε γίνει ένας δρόμος από ασήμι που οδηγούσε όχι στο μέλλον, αλλά στην αιώνια νεότητα των ονείρων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: