29/5/26

Ακόμα Εδώ.




Του είπαν «χρόνια πολλά και καλά» με τη φυσικότητα που λένε οι άνθρωποι «καλημέρα», χωρίς να σκέφτονται πως ίσως οι δύο φράσεις σημαίνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Ήταν πρωί σε μια παραθαλάσσια πόλη όπου τα σπίτια μύριζαν αλάτι και λεμόνι, κι ο αέρας έκανε τις κουρτίνες να μοιάζουν με σημαίες ενός αόρατου κράτους.

Ο άντρας που είχε γενέθλια δεν απάντησε αμέσως.

Κοίταξε τη θάλασσα.

Είχε φτάσει σε μια ηλικία όπου τα χρόνια δεν τα μετρούσε πια με αριθμούς αλλά με καλοκαίρια.

Το καλοκαίρι με τη μεγάλη φωτιά στο βουνό.

Το καλοκαίρι που φίλησε μια γυναίκα κάτω από ένα κίτρινο φανάρι στο λιμάνι.

Το καλοκαίρι που πέθανε ο πατέρας του και η θάλασσα ήταν τόσο γαλήνια, ώστε ένιωθε σχεδόν προσβολή.

«Χρόνια πολλά και καλά», ξαναείπε η γυναίκα του καφενείου, ακουμπώντας μπροστά του έναν πικρό espresso, ένα γλυκό Baba Napoletano κι ένα ποτήρι με νερό απευθείας από την πηγή Immacolatella.

Εκείνος χαμογέλασε.

Σκέφτηκε πως οι άνθρωποι εύχονται πάντα δύο πράγματα: διάρκεια και ποιότητα.

Πολλά και καλά.

Σαν να φοβούνται ότι ο χρόνος μπορεί να δώσει μόνο το ένα.

Υπήρξαν άνθρωποι με πολλά χρόνια και άδειες μέρες, σαν ξεχασμένα ξενοδοχεία τον χειμώνα.

Κι άλλοι με λίγα χρόνια, μα τόσο πυκνά από ζωή, που ακόμη φωτίζουν όσους τους θυμούνται.

Άναψε τσιγάρο.

Απέναντι, στο λιμάνι, ένα παιδί προσπαθούσε να πετάξει έναν χαρταετό χωρίς άνεμο. Το παράξενο ήταν πως ο χαρταετός κάποια στιγμή σηκώθηκε. Όχι πολύ. Μόνο όσο χρειάζεται για να πιστέψει κανείς πως τα θαύματα δεν είναι παρά μικρές παραβιάσεις της συνήθειας.



Τότε κατάλαβε τι θα πει «καλά χρόνια».

Δεν είναι τα χρόνια χωρίς λύπη.

Ούτε χωρίς απώλειες.

Είναι τα χρόνια όπου, παρά τη λύπη, συνεχίζεις να κοιτάς τη θάλασσα σαν να την βλέπεις πρώτη φορά.

Έβγαλε από την τσέπη ένα παλιό σπιρτόκουτο.

Πάνω του έγραφε το όνομα ενός μπαρ που είχε κλείσει πριν είκοσι χρόνια. Το κράτησε λίγο ανάμεσα στα δάχτυλα, σαν μικρό φυλαχτό του χρόνου, κι ύστερα το άφησε να πέσει στο τραπέζι.

Η γυναίκα του καφενείου τον ρώτησε τι σκέφτεται.

«Τίποτα σπουδαίο», είπε.

«Μόνο ότι τελικά τα χρόνια δεν μας ανήκουν.

Εμείς ανήκουμε σ’ εκείνες τις λίγες στιγμές που άξιζαν πραγματικά».

Κι έπειτα ήπιε μια γουλιά καφέ, ενώ η θάλασσα συνέχιζε υπομονετικά να γιορτάζει τα γενέθλια όλων.



Το απόγευμα δεν ήρθε σαν αλλαγή, αλλά σαν υποχώρηση του φωτός.

Η πόλη άρχισε να μαλακώνει. Οι τοίχοι έχασαν τις αιχμές τους, τα πρόσωπα έγιναν πιο ανεκτικά, σαν να συγχωρούσαν χωρίς να ξέρουν τι. Η θάλασσα άλλαξε χρώμα τρεις φορές χωρίς να μετακινηθεί καθόλου.

Ο άντρας δεν πήγε πουθενά όλη μέρα.

Μόνο το βράδυ σηκώθηκε.

Στο ίδιο λιμάνι, τώρα τα φώτα είχαν ανάψει και έπεφταν στο νερό σαν μικρές, κουρασμένες υποσχέσεις. Οι λέξεις των ανθρώπων στα τραπέζια ακούγονταν πιο χαμηλές, σαν να μην ήθελαν να ενοχλήσουν το σκοτάδι.

Παρήγγειλε ένα βραδινό ποτό.

Δεν είχε σημασία τι ήταν. Θα μπορούσε να είναι ουίσκι, θα μπορούσε να είναι κάτι πιο απλό, πιο τοπικό, σχεδόν ξεχασμένο. Το ποτήρι ήρθε με πάγο που έσπαγε αργά, σαν να θυμόταν ότι υπήρξε νερό.

Το κράτησε χωρίς να πίνει αμέσως.

Δίπλα του κάθισε μία άγνωστη και για λίγο δεν μίλησαν. Υπάρχουν σιωπές που δεν χρειάζονται συμφωνία· απλώς συμβαίνουν παράλληλα, σαν δύο δρόμοι που δεν θα συναντηθούν ποτέ αλλά μοιράζονται το ίδιο σκοτάδι.

«Χρόνια πολλά;» ρώτησε η άγνωστη τελικά.

Ο άντρας χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.

«Κάτι τέτοιο.»

Και τότε ήπιε.



Το ποτό δεν έφερε απαντήσεις. Έφερε όμως μια καθαρότητα, σαν να απομακρύνθηκε για λίγο ο θόρυβος από τα μέσα του. Σαν να μπορούσε να δει τα γεγονότα της ζωής του όχι ως ιστορία, αλλά ως αντικείμενα πάνω σε τραπέζι: ένα κλειδί, μια φωτογραφία, ένα άδειο εισιτήριο.

«Ξέρεις τι είναι τα γενέθλια;» είπε χωρίς να κοιτάζει την άγνωστη.

Εκείνη δεν απάντησε.

«Είναι η μέρα που ο χρόνος κάνει πως σε αναγνωρίζει ξανά. Σαν να λέει: σε θυμάμαι. Ακόμα εδώ είσαι

Η άγνωστη άναψε τσιγάρο.

Κάπου μακριά ένα καράβι σφύριξε. Ή μπορεί να ήταν απλώς η φαντασία του ήχου, γιατί μερικές φορές η θάλασσα μιμείται τη μνήμη.

Το ποτό τελείωσε πιο γρήγορα απ’ όσο έπρεπε.

Κι όμως εκείνος δεν σηκώθηκε.

Γιατί υπήρχε μια στιγμή, πολύ μικρή, σχεδόν αόρατη, όπου τα «χρόνια πολλά και καλά» δεν ήταν ευχή.

Ήταν περιγραφή.

Κι εκείνος, για λίγο, είχε όντως υπάρξει μέσα της.



Δεν υπάρχουν σχόλια: