Ο Βεζούβιος δεν ήταν ηφαίστειο.
Ήταν ένας τεράστιος Ιταλός εραστής με καπνό στα πνευμόνια και λάβα αντί για αίμα.
Τις νύχτες κοιτούσε την Πομπηία όπως κοιτά ένας μουσικός το τελευταίο τσιγάρο πριν την συναυλία.
Η Πομπηία τότε μύριζε ψωμί, ιδρώτα, κρασί και σύκα.
Οι γυναίκες γελούσαν στα μπαλκόνια σαν να είχαν εφεύρει οι ίδιες το φλερτ, ενώ οι άντρες έλεγαν ψέματα με την αυτοπεποίθηση ποιητών και κομμωτών.
Στους δρόμους κυκλοφορούσαν σκυλιά, δούλοι, έμποροι και θεοί μεταμφιεσμένοι σε μεθυσμένους.
Κανείς δεν φοβόταν το βουνό.
Αυτό ήταν το πρόβλημα με τους ανθρώπους: συνηθίζουν ακόμα και το τέλος.
Μέχρι που ένα πρωί ο Βεζούβιος ξύπνησε σαν άντρας που θυμήθηκε ξαφνικά όλα όσα είχε καταπιεί.
Άνοιξε το στόμα του και ο ουρανός γέμισε στάχτη -όχι γκρίζα, αλλά εκείνο το χρώμα που έχουν οι παλιές φωτογραφίες όταν καίγονται στις άκρες.
Οι άνθρωποι έτρεχαν.
Κάποιοι προσεύχονταν.
Κάποιοι αγκαλιάζονταν.
Κάποιοι έψαχναν τα χρήματά τους, γιατί ακόμη και μπροστά στην Αποκάλυψη υπάρχει πάντα κάποιος που σκέφτεται το πορτοφόλι του.
Κι όταν όλα τελείωσαν, η πόλη θάφτηκε σαν μυστικό ερωτικό γράμμα.
Αιώνες μετά, οι αρχαιολόγοι έσκαψαν τη γη και βρήκαν την Πομπηία άθικτη -σαν να είχε πατήσει κάποιος pause στην ανθρώπινη ανοησία.
Τα σπίτια περίμεναν ακόμη τους ιδιοκτήτες τους.
Τα ποτήρια περίμεναν κρασί.
Οι τοίχοι κρατούσαν ακόμη ερωτικά συνθήματα και πολιτικές βρισιές, αποδεικνύοντας πως ο πολιτισμός ξεκινά πάντα από δύο πράγματα: τον πόθο και την γκρίνια.
Και ο Βεζούβιος;
Στέκει ακόμη πάνω από τον κόλπο της σαν γέρος μάγος που χαμογελά ένοχα.
Γιατί ξέρει κάτι που οι άνθρωποι ξεχνούν συνεχώς:
πως η ζωή είναι πιο όμορφη όταν χορεύει επικίνδυνα κοντά στη φωτιά.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου