Στο μικρό λιμάνι, εκεί όπου τα βράδια μύριζαν αλάτι και λεμονόφλουδα, υπήρχε ένα μαγαζί που δεν πουλούσε τίποτε χρήσιμο. Μονάχα κοχύλια, σπασμένες πυξίδες, παλιούς χάρτες και μια κιθάρα. Η κιθάρα κρεμόταν στο βάθος, πάνω από έναν καθρέφτη θαμπωμένο από την υγρασία. Δεν ήταν όμορφη με τον συνηθισμένο τρόπο. Το ξύλο της είχε ξεφτίσει στις άκρες και στη ροζέτα της ήταν κολλημένα μικρά λευκά κοχύλια -σαν να είχε κοιμηθεί κάποτε στον βυθό και να την ξέχασε η θάλασσα εκεί.
Ο μαγαζάτορας έλεγε πως δεν ήταν για πούλημα.
«Τότε γιατί την έχεις στη βιτρίνα;» τον ρωτούσαν οι τουρίστες.
«Για να θυμάται η θάλασσα πως πέρασα κι εγώ από εδώ.»
Κανείς δεν καταλάβαινε τι εννοούσε.
Μόνο ένα κορίτσι στεκόταν κάθε απόγευμα απέναντι από τη βιτρίνα και την κοιτούσε. Δούλευε σε ένα παγωτατζίδικο πιο πάνω στον δρόμο· τα χέρια της μύριζαν βανίλια και λεμόνι. Δεν ήξερε μουσική. Ούτε είχε αγγίξει ποτέ κιθάρα. Κι όμως, κάθε φορά που φυσούσε νοτιάς, της φαινόταν πως άκουγε από μέσα έναν ήχο -όχι μελωδία ακριβώς, περισσότερο κάτι σαν ανάσα.
Ένα βράδυ του Μαΐου, όταν η πόλη είχε γεμίσει τουρίστες και φωνές, μπήκε επιτέλους στο μαγαζί.
Ο γέρος δεν σήκωσε καν το κεφάλι.
«Θέλω να τη δω από κοντά.»
«Όλοι αυτό θέλουν.»
«Όχι. Εγώ θέλω να την ακούσω.»
Τότε εκείνος χαμογέλασε. Σαν να περίμενε χρόνια αυτή τη φράση.
Κατέβασε την κιθάρα προσεκτικά. Τα κοχύλια έτριξαν απαλά μεταξύ τους, σαν μικροσκοπικά κύματα. Το κορίτσι άγγιξε τις χορδές και ο ήχος που βγήκε δεν έμοιαζε με μουσική. Ήταν σαν να άνοιξε ξαφνικά ένα παράθυρο προς μια άλλη εποχή.
Άκουσε γλάρους.
Ένα καράβι που έφευγε νύχτα.
Μια γυναίκα να γελάει σε κάποια βεράντα.
Κάποιον να λέει «θα γυρίσω» χωρίς να το εννοεί.
Και ύστερα, σιωπή.
Το κορίτσι τράβηξε το χέρι του τρομαγμένο.
«Τι είναι αυτό;»
Ο γέρος κοίταξε τη θάλασσα έξω από το παράθυρο.
«Τα κοχύλια θυμούνται. Αυτό κάνουν πάντα. Κρατούν μέσα τους τον ήχο του κόσμου. Η κιθάρα απλώς τους δίνει φωνή.»
Από εκείνη τη νύχτα άρχισε να πηγαίνει κάθε βράδυ στο μαγαζί. Δεν μάθαινε ακόρντα· μάθαινε αναμνήσεις. Κάθε κοχύλι πάνω στην κιθάρα έκρυβε κι έναν άνθρωπο, ένα λιμάνι, έναν αποχαιρετισμό. Υπήρχε ένα μαύρο κοχύλι που μύριζε καπνό και καταιγίδα. Ένα μικρό ροζ που έφερνε στο στόμα τη γεύση από καρπούζι και καλοκαίρι. Ένα λευκό, σχεδόν διάφανο, που έκανε όποιον το άκουγε να νοσταλγεί κάτι που δεν είχε ζήσει ποτέ.
Σιγά σιγά η πόλη άρχισε να αλλάζει γύρω της.
Τα φώτα των ξενοδοχείων έμοιαζαν πιο θλιμμένα. Οι τουρίστες περνούσαν σαν φαντάσματα που φωτογράφιζαν διαρκώς τον εαυτό τους για να αποδείξουν πως υπήρξαν. Τα μαγαζιά με τα κοχύλια γέμιζαν κόσμο κάθε βράδυ, κι όμως κανείς δεν άκουγε πραγματικά τη θάλασσα πια.
Μόνο εκείνη.
Κι ίσως ο γέρος.
Ένα ξημέρωμα του Ιούνη, το μαγαζί βρέθηκε άδειο. Ο γέρος είχε εξαφανιστεί. Δεν άφησε σημείωμα ούτε όνομα. Μονάχα την κιθάρα πάνω στην καρέκλα.
Το κορίτσι την πήρε και κατέβηκε στην παραλία.
Κάθισε στην άμμο, απέναντι από τον ήλιο που ανέβαινε αργά σαν χρυσό νόμισμα μέσα από τη θάλασσα. Έπαιξε μία μόνο χορδή.
Και τότε όλα τα κοχύλια άρχισαν να τραγουδούν μαζί.
Οι φωνές των ναυτικών.
Τα γέλια των παιδιών.
Οι έρωτες που τέλειωσαν σε καλοκαιρινές προβλήτες.
Τα πλοία που δεν γύρισαν ποτέ.
Οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν από φόβο.
Όλα.
Η παραλία γέμισε ήχους από ανθρώπους που είχαν χαθεί.
Κι εκείνη κατάλαβε κάτι παράξενο:
η θάλασσα δεν παίρνει ποτέ στ’ αλήθεια τίποτα.
Απλώς τα μετατρέπει σε ήχο.
Γι’ αυτό ίσως οι άνθρωποι αγοράζουν ακόμη κοχύλια από τα τουριστικά μαγαζιά.
Όχι για διακόσμηση.
Αλλά γιατί βαθιά μέσα τους ελπίζουν πως, αν τα φέρουν στο αυτί τους μια νύχτα απόλυτης μοναξιάς, θα ακούσουν ξανά κάτι που αγάπησαν και έχασαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου