Στην άκρη μιας πόλης που είχε περισσότερες διαφημίσεις παρά αναπνοές, υπήρχε ένα μικρό υπαίθριο καρότσι με μια επιγραφή που έγραφε:
“ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ — ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΧΑΣΕΙ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ.”
Ο ιδιοκτήτης του δεν ήταν απλός μάγειρας. Ήταν ένας αποτυχημένος θεολόγος που είχε καταλήξει ότι ο Θεός, αν υπήρχε, πιθανότατα τηγάνιζε ζύμες για να ξεχνάει τη δημιουργία Του.
Τον έλεγαν Αρτέμη -αλλά μόνο επειδή το όνομα “Αρτέμης ο Απροσδιόριστος Μεταφυσικός Τηγανιστής της Ύλης” δεν χωρούσε σε ταμειακή μηχανή.
Οι λουκουμάδες του δεν ήταν απλά γλυκά. Ήταν μικρές σφαίρες παράλληλων συμπάντων, τηγανισμένες σε λάδι που είχε αποσταχθεί από τα όνειρα ανθρώπων που δεν τόλμησαν να ξυπνήσουν πλήρως.
Όποιος έτρωγε έναν, δεν γευόταν ζάχαρη.
Γευόταν την εκδοχή του εαυτού του που δεν είπε ποτέ “όχι” όταν έπρεπε, ούτε “ναι” όταν ήταν ήδη αργά.
Μια μέρα εμφανίστηκε μια γυναίκα με ένα σημειωματάριο γεμάτο άγραφες σελίδες. Δεν μιλούσε πολύ -μόνο σημείωνε τον ήχο της σιωπής.
Παρήγγειλε έναν λουκουμά.
Ο Αρτέμης την κοίταξε σαν να την είχε δει σε προηγούμενη ζωή, ίσως ως γαρίδα, ίσως ως αστέρι που βαρέθηκε να καίγεται.
-“Προσοχή,” της είπε. “Αυτοί οι λουκουμάδες δεν χωνεύονται. Σε αλλάζουν.”
Εκείνη χαμογέλασε.
-“Ό,τι δεν με αλλάζει, με προσβάλλει.”
Δάγκωσε.
Και τότε η πόλη για ένα δευτερόλεπτο ξέχασε πώς λειτουργεί η βαρύτητα.
Οι άνθρωποι είδαν τα παπούτσια τους να θυμούνται άλλους δρόμους.
Τα ρολόγια σταμάτησαν να μετράνε χρόνο και άρχισαν να μετρούν τύψεις.
Κι ο Αρτέμης κατάλαβε ότι ο Θεός, αν ποτέ επέστρεφε, δεν θα ερχόταν με βροντές και σάλπιγγες-
αλλά με ζάχαρη άχνη στα δάχτυλα.
Και ίσως, μόνο ίσως, να ζητούσε κι έναν λουκουμά “χωρίς ενοχή”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου