Στους πρόποδες του Παρνασσού, όταν το φως του Απόλλωνα δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θέλει να είναι νόμος ή μουσική, ζούσε η νύμφη Κασταλία- κόρη δύο ποταμών, του Αχελώου και του Κηφισού και μιας πόλης, της Φωκικής Λιλαίας.
Δεν ήταν από εκείνες τις νύμφες που κρύβονται. Ήταν φτιαγμένη από νερό - νερό που είχε μάθει να σκέφτεται. Κάθε της σταγόνα ήταν μια ερώτηση που δεν ζητούσε απάντηση, μόνο χώρο.
Οι ιερείς των Δελφών έλεγαν πως όποιος έπινε από αυτήν έβλεπε το μέλλον. Μα η Κασταλία γελούσε μ’ αυτό. «Δεν δείχνω το μέλλον», έλεγε μέσα από τις ροές της, «απλώς ξεδιαλύνω για λίγο το παρόν από τη σκληρότητα του παρελθόντος».
Ο Απόλλωνας την είδε για πρώτη φορά όταν κατέβηκε να θεμελιώσει το μαντείο των Δελφών. Ήθελε τάξη, καθαρότητα, μια γλώσσα που να μην παρεξηγείται από τους θνητούς. Κι εκείνη ήταν το ακριβώς αντίθετο: ένα νερό που άλλαζε νόημα κάθε φορά που το κοίταζες.
Την ερωτεύτηκε όπως ερωτεύεται ο θεός της ακρίβειας το απρόβλεπτο- με ενόχληση που μεταμφιέζεται σε λαχτάρα. Λαχτάρισε την ηδονή που πήγαζε από το κορμί της. Πόθησε το αβέβαιο σκίρτημα της δρασκελίας της. Θέλησε να δροσιστεί από το κελάρυσμα των απόκρυφων πηγών της.
Προσπάθησε να την σαγηνεύσει με την λύρα του. Μα το νερό έχει τον δικό του ρυθμό. Δοκίμασε να την εντυπωσιάσει με την μαντική του. Μα το νερό έχει το δικό του μέλλον σίγουρο. Τέλος δοκίμασε να την τυφλώσει με το φως του. Μα το νερό ρέει και την νύχτα.
Μην αντέχοντας τον πόθο να τον πνίγει- μη αποδεχόμενος την άρνησή της, κι οργισμένος από την απόρριψή της ο Απόλλωνας την κυνήγησε.
Την κυνήγησε όχι για να την κατακτήσει. Αλλά για να την ορίσει.
Η Κασταλία έτρεξε ανάμεσα στις πέτρες του Παρνασσού και το τοπίο άρχισε να αλλάζει μαζί της. Όπου περνούσε, το χώμα δεν θυμόταν αν ήταν γη ή νερό. Τα δέντρα δίσταζαν να ριζώσουν.
«Σταμάτα», είπε ο Απόλλωνας, και η φωνή του έκανε τον αέρα να ευθυγραμμιστεί.
«Αν σταματήσω», απάντησε εκείνη, «θα πάψω να είμαι αληθινή».
Και τότε, για πρώτη φορά, ο θεός της βεβαιότητας δεν είχε τι να πει.
Στην άκρη του βράχου, εκεί όπου το τοπίο ξεχνά να είναι τοπίο, η Κασταλία έπεσε. Δεν χάθηκε. Απλώς άφησε τον εαυτό της να γίνει αυτό που πάντα ήταν: πηγή.
Το σώμα της διαλύθηκε σε νερό που δεν είχε πια αρχή ή τέλος.
Ο Απόλλωνας έφτασε αργά. Και όταν κοίταξε μέσα στην πηγή, δεν είδε το πρόσωπό της.
Είδε το δικό του, λίγο πιο ανθρώπινο απ’ όσο άντεχε.
Από τότε, λένε πως όποιος πλησιάζει την Κασταλία δεν ακούει προφητείες. Ακούει τον ήχο μιας καταδίωξης που δεν τελείωσε ποτέ -γιατί ο κυνηγός και το κυνηγημένο έγιναν το ίδιο ερώτημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου