Τη γνώρισε ένα βράδυ στην Χαλκίδα, σε ένα μπαρ που έμοιαζε να επιπλέει πάνω από την πόλη. Αυτός μόλις χωρισμένος...
Εκείνη φορούσε μαύρο φόρεμα και κρατούσε το ποτήρι σαν να έκρυβε μέσα του μια παλιά εξομολόγηση. Εκείνος είχε το βλέμμα ανθρώπου που είχε μάθει να φεύγει πριν δεθεί.
Μίλησαν λίγο.
Για μουσική. Για ταξίδια. Για τα καλοκαίρια που αφήνουν αλάτι πάνω στο δέρμα ακόμη και τον χειμώνα.
Ύστερα ήρθε η σιωπή.
Κι εκεί ήταν που άρχισαν όλα.
Ανέβηκαν στο σπίτι της σχεδόν χωρίς να το αποφασίσουν. Το φως από τον δρόμο έμπαινε λοξά από τις γρίλιες και ζωγράφιζε το σώμα της σαν πίνακα μισοτελειωμένο. Εκείνος την άγγιξε αργά, σαν να διάβαζε ποίημα σε γλώσσα άγνωστη αλλά οικεία.
Δεν υπήρχε βιασύνη.
Μόνο ανάσες που άλλαζαν ρυθμό.
Τα χέρια της βρήκαν την πλάτη του, το στόμα της τον λαιμό του, κι ο χρόνος άρχισε να διαλύεται μέσα στη ζέστη των σωμάτων τους. Έκαναν έρωτα σαν να ήθελαν να θυμηθούν κάτι που είχαν ξεχάσει χρόνια πριν -όχι μόνο ηδονή, αλλά εκείνη τη σπάνια στιγμή όπου δύο άνθρωποι παύουν να είναι μόνοι.
Μετά έμειναν ξαπλωμένοι χωρίς να μιλούν.
Απ’ έξω ακουγόταν μακρινά η πόλη. Μια μηχανή. Κάποιο γέλιο. Ένας σκύλος.
Εκείνη γύρισε προς το μέρος του και χαμογέλασε σχεδόν θλιμμένα.
«Το ξέρεις πως αυτά δεν κρατάνε πολύ», του είπε.
Κι εκείνος, χαϊδεύοντας αργά το γυμνό της ώμο, αποκρίθηκε:
«Ίσως γι’ αυτό μένουν αξέχαστα.
Ξέρεις...το αξέχαστο δεν μένει στο χθες·
ζει σαν μυστική φωτιά μέσα στον χρόνο.
Κι ό,τι άγγιξε αληθινά την ψυχή,
δεν τελειώνει ποτέ -γίνεται για πάντα.
Γίνεται για πάντα·
σαν άρωμα που μένει σε άδειο δωμάτιο,
σαν βήματα που δεν ακούγονται πια
μα ο δρόμος τα θυμάται ακόμη.
Γιατί το αξέχαστο
δεν ζητά παρουσία για να υπάρξει.
Αρκεί μια νύχτα, ένας ψίθυρος,
ένα βλέμμα που πέρασε
και άλλαξε σιωπηλά ολόκληρη ζωή.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου