9/5/26

Οι παπαρούνες της Ιφιγένειας.



Στην Αυλίδα, όταν φυσάει νοτιάς, οι παπαρούνες γέρνουν όλες προς τη θάλασσα- σαν να ακούν ακόμη κάτι που οι άνθρωποι ξέχασαν.

Ο γέρος βαρκάρης έλεγε πως εκεί, ανάμεσα στα κόκκινα χωράφια και στα αλμυρά νερά, περπατά κάθε Μάη η Ιφιγένεια. Όχι σαν φάντασμα· σαν ανάμνηση που αρνείται να σβήσει. Ξυπόλητη, με λευκό φόρεμα, κρατώντας στα χέρια λίγες παπαρούνες.

«Δεν άνθιζαν έτσι πριν από τη θυσία», έλεγε. «Η γη τότε ήταν ξερή.»


Κανείς δεν τον πίστευε, μα κάθε Μάη οι παπαρούνες πλημμύριζαν την Αυλίδα σαν αίμα που βλάστησε. Κι όταν έπεφτε το δειλινό, το κόκκινο των αγρών έμοιαζε να παίρνει φωτιά κάτω από τον ήλιο.

Ένα παιδί κάποτε τον ρώτησε γιατί οι παπαρούνες κρατούν τόσο λίγο.

Ο βαρκάρης κοίταξε τη θάλασσα του Ευρίπου και χαμογέλασε πικρά.

«Γιατί κάποια πράγματα γεννιούνται και κάποια γεγονότα γίνονται μόνο για να τα θυμόμαστε.»




Δεν υπάρχουν σχόλια: