18/5/26

Η Ομελέτα του Εργένη.

 



Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο μιας πόλης γεμάτης κεραίες και περιστέρια, ζούσε ένας εργένης που μαγείρευε μόνο ομελέτες.

Όχι επειδή δεν ήξερε να φτιάχνει κάτι άλλο.

Αλλά επειδή η ομελέτα ήταν το μοναδικό φαγητό που του μιλούσε.

Τα βράδια, όταν γύριζε σπίτι κουρασμένος, άνοιγε το ψυγείο σαν να άνοιγε παλιό βιβλίο. Δύο αυγά, λίγο τυρί, καμιά ντομάτα, κι ένα κρεμμύδι που πάντα περίμενε στωικά στη γωνία. Ύστερα άναβε το μάτι της κουζίνας κι όλο το σπίτι αποκτούσε νόημα.

«Η ζωή», έλεγε, «μοιάζει με ομελέτα. Αν την αφήσεις πολύ, καίγεται. Αν τη φοβηθείς, μένει άψητη.»

Κανείς δεν τον άκουγε βέβαια.

Μόνο το τηγάνι.

Μια νύχτα όμως, καθώς χτυπούσε τα αυγά, άκουσε μια φωνή πίσω του.

Λίγο πιπέρι ακόμα το θέλει.

Γύρισε τρομαγμένος.

Στην καρέκλα της κουζίνας καθόταν μια γυναίκα με κόκκινο φόρεμα και μάτια που έμοιαζαν να ξέρουν όλες τις συνταγές του κόσμου.

Ποια είσαι; ψέλλισε.

Η πείνα σου, είπε εκείνη χαμογελώντας. Όχι για φαγητό. Για ζωή.

Ο εργένης γέλασε αμήχανα.

Και γιατί ήρθες τώρα;

Γιατί τόσα χρόνια τρως μόνος και κάνεις πως σου αρέσει.

Η γυναίκα σηκώθηκε, πήρε το πιρούνι από το χέρι του κι άρχισε να ανακατεύει τα αυγά.

Η κουζίνα μύρισε βούτυρο, θυμάρι και κάτι από καλοκαίρι σε νησί.

Ξέρεις ποιο είναι το μυστικό της καλής ομελέτας; τον ρώτησε.

— Όχι.

Να αφήνεις λίγο κενό μέσα της. Να αναπνέει.

Έπειτα ακούμπησε την ομελέτα στο πιάτο και χάθηκε όπως έρχονται τα όνειρα: χωρίς εξήγηση.

Ο εργένης έμεινε μόνος.

Μόνο που για πρώτη φορά η μοναξιά δεν καθόταν απέναντί του σαν τιμωρία. Έμοιαζε περισσότερο με άδειο κάθισμα που περιμένει κάποιον.

Από τότε συνέχισε να φτιάχνει ομελέτες.

Μόνο που έβαζε πάντα δύο πιάτα στο τραπέζι.

Γιατί μερικές φορές, πριν έρθει ο άνθρωπος, έρχεται πρώτα η θέση του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: