Κάποτε, στα χρόνια που τα φυτά ακόμη μιλούσαν μεταξύ τους τα βράδια, η Άκανθος ήταν ένα ταπεινό χορτάρι που φύτρωνε δίπλα στους δρόμους. Δεν είχε άρωμα σαν το γιασεμί ούτε χρώμα σαν την παπαρούνα. Οι άνθρωποι την πατούσαν χωρίς να τη βλέπουν.
Η Άκανθος όμως είχε ένα παράξενο χάρισμα: θυμόταν.
Θυμόταν τα βήματα των ταξιδιωτών, τις κουβέντες των εραστών, τα δάκρυα των γυναικών που περίμεναν στα λιμάνια. Κάθε τι που έπεφτε πάνω της, το κρατούσε μέσα στα φύλλα της σαν μυστικό.
Ένα καλοκαίρι πέρασε από εκεί ένας νέος γλύπτης. Ήταν κουρασμένος από τους θεούς και τα αγάλματα· όλα τού φαίνονταν ψεύτικα και ακίνητα. Κάθισε δίπλα στην Άκανθο κι αποκοιμήθηκε.
Τη νύχτα, το φυτό άρχισε να ψιθυρίζει.
Του μίλησε για τη γη, για το πώς οι ρίζες πίνουν σκοτάδι για να γεννήσουν φως. Του είπε πως η ομορφιά δεν είναι η τελειότητα, αλλά η μνήμη που αντέχει.
Όταν ξύπνησε, ο νέος χάιδεψε τα αγκαθωτά φύλλα της και είπε:
— Εσύ δεν μοιάζεις με λουλούδι. Μοιάζεις με σκέψη.
Τότε πήρε το σχήμα των φύλλων της και σκάλισε μ’ αυτά την κορυφή ενός κίονα. Οι άνθρωποι το είπαν αργότερα «κορινθιακό κιονόκρανο» και το θαύμασαν σαν έργο θεϊκό.
Μα κανείς δεν ήξερε πως η πέτρα εκείνη δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός φυτού που κάποτε στεκόταν σιωπηλό δίπλα στον δρόμο, ακούγοντας τον κόσμο να περνά.
Και από τότε λένε πως η Άκανθος φυτρώνει πάντα κοντά σε φράχτες και ερείπια, γιατί αγαπά τα μέρη όπου οι άνθρωποι ξεχνούν - ώστε εκείνη να θυμάται για λογαριασμό τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου