Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τους σκύλους επειδή οι σκύλοι συγχωρούν. Και υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τις γάτες επειδή οι γάτες δεν υπόσχονται τίποτα.
Ο σκύλος θα σε κοιτάξει σαν να είσαι θεός ακόμη κι αν φοράς παντόφλες με λεκέδες από μουσακά και μυρίζεις αποτυχία.
Η γάτα, αντίθετα, θα σε εξετάσει όπως ένας αρχαίος φιλόσοφος εξετάζει μια κακή μεταφορά.
Με δυσπιστία.
Με ειρωνεία.
Με μια σχεδόν ερωτική αδιαφορία.
Κι ίσως γι’ αυτό οι γάτες ερωτεύονται καλύτερα από εμάς.
Στην οδό Νεφέλης, πίσω από ένα μπαρ που σέρβιρε ουίσκι με κανέλα και παγωμένα φιστίκια Αιγίνης, ζούσε ένας τεράστιος πορτοκαλής γάτος που τον έλεγαν Βούδα. Όχι επειδή ήταν σοφός· επειδή ήταν χοντρός με μεταφυσική αυτοπεποίθηση. Περπατούσε σαν αυτοκράτορας που είχε κερδίσει πόλεμο εναντίον της βαρύτητας.
Ο Βούδας δεν ανήκε σε κανέναν.
Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που έκανε τις γυναίκες της γειτονιάς να τον αγαπούν.
Του άφηναν τόνο.
Του αγόραζαν παιχνίδια.
Του έπλεκαν κουβερτούλες.
Κι εκείνος τις κοιτούσε όλες με το βλέμμα ενός εραστή που ξέρει πως η πιο μεγάλη δύναμη είναι να μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις.
Οι σκύλοι δεν το καταλαβαίνουν αυτό.
Οι σκύλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι της αγάπης.
Χτυπούν ουρές, υπογράφουν συμβόλαια πίστης, ζητούν επιβεβαίωση σαν λογιστές του συναισθήματος.
Μια γάτα όμως είναι αναρχικός ποιητής.
Δεν έρχεται όταν τη φωνάζεις· έρχεται όταν το σύμπαν αποκτήσει τη σωστή θερμοκρασία.
Ένα βράδυ του Μαΐου, ο Βούδας είδε πάνω σε μια ταράτσα μια μαύρη γάτα με λευκά πόδια. Έμοιαζε σαν να φορούσε βραδινά γάντια για να διαπράξει κοσμικά εγκλήματα. Την έλεγαν Λολίτα -όχι από το βιβλίο· από ένα παλιό μπουζουξίδικο στον Πειραιά όπου κάποτε είχε τρυπώσει και είχε κοιμηθεί μέσα σε ένα μπουζούκι.
Η Λολίτα είχε το βλέμμα εκείνων των γυναικών που δεν ζητούν να τις αγαπήσεις.
Ζητούν να αντέξεις την ελευθερία τους.
Ο Βούδας ανέβηκε την υδρορροή αργά, σαν μοναχός που κουβαλάει αμαρτίες μέσα σε σακούλες σούπερ μάρκετ.
Δεν μίλησαν αμέσως.
Οι γάτες ξέρουν ότι οι μεγάλες ερωτικές ιστορίες αρχίζουν με σιωπή.
Οι άνθρωποι κάνουν το λάθος να μιλούν υπερβολικά νωρίς.
Κάθισαν αντικριστά πάνω στα κεραμίδια ενώ η πόλη άχνιζε από ζέστη και εξατμίσεις. Από κάπου ακουγόταν ένα ζευγάρι να τσακώνεται για λογαριασμούς. Από κάπου αλλού ένα σκυλί γάβγιζε ασταμάτητα, σαν να ζητούσε έγκριση από τον ίδιο τον Θεό.
Η Λολίτα χασμουρήθηκε.
-Οι σκύλοι, είπε τελικά, είναι πλάσματα της εξουσίας.
Ο Βούδας έγλειψε αδιάφορα το πόδι του.
-Ενώ οι γάτες;
-Οι γάτες είναι πλάσματα της επιθυμίας.
Αυτό ήταν όλο.
Κι όμως ήταν αρκετό για να ξεκινήσει ένας έρωτας.
Για εβδομάδες περιπλανιόνταν μαζί στις ταράτσες της πόλης. Έκλεβαν σαρδέλες από ταβέρνες, κοιμούνταν πάνω σε ζεστά καπό αυτοκινήτων και παρατηρούσαν ανθρώπους να καταστρέφουν τον εαυτό τους από υπερβολική ανάγκη.
Οι άνθρωποι θέλουν πάντα να ανήκουν κάπου.
Σε μια χώρα.
Σε ένα κρεβάτι.
Σε έναν γάμο.
Σε μια ιδεολογία.
Σε μια εφαρμογή κινητού που τους λέει πόσα βήματα έκαναν μέχρι τον θάνατο.
Οι γάτες δεν ανήκουν ούτε στο ίδιο τους το όνομα.
Κι αυτό κάνει τον έρωτά τους επικίνδυνο.
Γιατί μια γάτα μπορεί να σε αγαπά βαθιά και να φύγει το επόμενο πρωί χωρίς εξηγήσεις, χωρίς δράματα, χωρίς αποχαιρετισμό. Όχι επειδή δεν ένιωσε· αλλά επειδή δεν πιστεύει στην ιδιοκτησία του συναισθήματος.
Η Λολίτα εξαφανίστηκε ένα ξημέρωμα του Αυγούστου.
Κανείς δεν ήξερε πού πήγε.
Κάποιοι είπαν πως ακολούθησε ένα φορτηγό με ψάρια μέχρι τη Θεσσαλονίκη.
Άλλοι πως μπήκε σε ένα πλοίο για κάποιο νησί.
Ένας μεθυσμένος μουσικός ορκιζόταν πως την είδε να κοιτάζει τη θάλασσα σαν χήρα πειρατή.
Ο Βούδας δεν την έψαξε.
Αυτό είναι το δύσκολο με τις γάτες.
Καταλαβαίνουν πως ο έρωτας δεν είναι χειροπέδα.
Για μέρες καθόταν μόνος στην ταράτσα. Όχι λυπημένος. Οι γάτες δεν λυπούνται όπως οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι κάνουν την απώλεια θέατρο. Οι γάτες την κάνουν καιρό.
Κι ένα βράδυ, καθώς το φεγγάρι κρεμόταν πάνω από την πόλη σαν κλεμμένο φρούτο, ο Βούδας έκλεισε τα μάτια και άκουσε όλους τους σκύλους της Αθήνας να γαβγίζουν μέσα στις αυλές τους.
Τότε χαμογέλασε με εκείνο το μισό, αλαζονικό χαμόγελο των γάτων.
Γιατί κατάλαβε κάτι που οι άνθρωποι φοβούνται να παραδεχτούν:
Η μεγαλύτερη μορφή αγάπης δεν είναι να μένεις.
Είναι να μπορείς να φύγεις χωρίς να πάψεις να αγαπάς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου