19/5/26

Η Γοργόνα του Αμαρουσίου.



Ο ηλεκτρικός περνούσε κάθε τρία λεπτά, σαν μεταλλική σκέψη που δεν πρόλαβε να γίνει συναίσθημα. Άνθρωποι ανέβαιναν, άνθρωποι κατέβαιναν, άλλοι κρατούσαν καφέδες, άλλοι διαζύγια, άλλοι σακούλες από τα Hondos Center κι άλλοι μια θλίψη τόσο μικρή που χωρούσε άνετα στην τσέπη δίπλα στα κέρματα.

Κι εκεί κάτω, στην πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως, ζούσε η γοργόνα.

Όχι «στεκόταν».

Οι γοργόνες δεν στέκονται ποτέ πραγματικά.

Ακόμα κι όταν είναι από μπρούντζο, μέσα τους συνεχίζουν να κυκλοφορούν ρεύματα.

Τη νύχτα, όταν το τελευταίο δρομολόγιο έφευγε για Πειραιά κι οι ράγες κρατούσαν ακόμα λίγη ζέστη σαν κουρασμένο φίδι, η γοργόνα άκουγε τις σκέψεις της πόλης μέσα από τις δονήσεις του ηλεκτρικού.

Τα τρένα είναι υπόγεια ψάρια.

Αυτό δεν το ξέρουν οι συγκοινωνιολόγοι, επειδή οι συγκοινωνιολόγοι έχουν καταστρέψει τη φαντασία τους με υπερβολική χρήση Excel.

Κάθε συρμός που περνούσε πάνω από το Μαρούσι κουβαλούσε:

έναν ανεκπλήρωτο έρωτα από την Κηφισιά,

δύο πανικούς από την Ομόνοια,

τέσσερις φοιτητές που μύριζαν φτηνό τσιγάρο και επανάσταση,

κι έναν άνθρωπο που είχε αποφασίσει να χωρίσει αλλά δεν είχε βρει ακόμη σε ποιον σταθμό κατεβαίνει η γενναιότητα.

Η γοργόνα τα άκουγε όλα.

Γι’ αυτό είχε τρύπες στο σώμα της.

Ο γλύπτης δεν την έφτιαξε κούφια για λόγους αισθητικής.

Την έφτιαξε έτσι επειδή κατάλαβε ότι οι άνθρωποι δεν αντέχουν να είναι συμπαγείς.

Αν δεν αφήσεις λίγες ρωγμές να περνάει το νερό, στο τέλος πνίγεσαι από τον ίδιο σου τον εαυτό.

Κάποτε, λένε, ένας μηχανοδηγός του ηλεκτρικού την ερωτεύτηκε.

Τη βλέπε κάθε πρωί στις 5:42, όταν το πρώτο δρομολόγιο περνούσε σχεδόν άδειο και η πόλη ήταν ακόμη άυπνη, με εκείνη τη μυρωδιά υγρασίας, καφέ και μοναξιάς που έχουν μόνο οι μεγαλουπόλεις πριν ξυπνήσουν.

Δεν της μίλησε ποτέ.

Οι μεγάλοι έρωτες είναι σαν τους σταθμούς «διάβασης».

Περνάς συνέχεια από μπροστά τους χωρίς να κατεβαίνεις.

Ένα βράδυ όμως, σταμάτησε το τρένο.

Βλάβη στο ρεύμα.

Το Μαρούσι βυθίστηκε σε μια παράξενη ησυχία.

Χωρίς τον ηλεκτρικό, η πόλη ακουγόταν γυμνή. Σχεδόν επαρχιακή.

Τότε η γοργόνα σηκώθηκε από το νερό.

Όχι θεαματικά.

Οι αληθινές μαγείες δεν κάνουν θόρυβο.

Κατέβηκε από τον βράχο, διέσχισε τη μικρή ξύλινη γέφυρα και περπάτησε προς τις ράγες αφήνοντας πίσω της σταγόνες που φωσφόριζαν σαν μικρά μπλε άστρα.

Ο μηχανοδηγός την είδε.

«Ζει ακόμα ο έρωτας;» τον ρώτησε.

Όχι ο Αλέξανδρος.

Ο έρωτας.

Ο άνθρωπος την κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε κουρασμένα.

«Μερικές φορές», είπε.

«Συνήθως μεταξύ δύο στάσεων.»

Η γοργόνα γέλασε τόσο απαλά που ανατρίχιασε το νερό της λίμνης.

Κι από τότε, κάθε φορά που περνά ο ηλεκτρικός κάτω από το Μαρούσι, αν είσαι μόνος, αν κουβαλάς κάτι που δεν τόλμησες να πεις, αν κοιτάξεις για μια στιγμή προς τη μικρή λίμνη, μπορεί να τη δεις.

Όχι ολόκληρη.

Μόνο την ουρά της να κινείται σαν κύμα από χαλκό.

Σαν μια ανάμνηση θάλασσας που ξέχασε να φύγει από την πόλη.




ΥΓ) Η «Γοργόνα του Αμαρουσίου» είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μικρά γλυπτά-τοπόσημα της πόλης. Βρίσκεται στην πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως, δίπλα στον σταθμό του Ηλεκτρικού, μέσα σε τεχνητή λιμνούλα με πέτρες και ξύλινη γέφυρα, δημιουργώντας μια σχεδόν ονειρική αντίθεση με τον αστικό θόρυβο και την καθημερινή κίνηση του ΗΣΑΠ. Το έργο είναι του γλύπτη Νίκου Ίκαρη (Νικόλαος Αϊβαλιώτης), ενός σημαντικού Έλληνα γλύπτη του 20ού αιώνα, με καταγωγή από την Ικαρία, γνωστού για τη μοντέρνα και αφαιρετική αισθητική του. Ο Ίκαρης δεν ενδιαφερόταν να αποδώσει ρεαλιστικά τη μορφή· προτιμούσε οργανικές καμπύλες, ανοικτές φόρμες και γλυπτά που μοιάζουν να κινούνται μέσα στον χώρο. Στη γοργόνα αυτό φαίνεται έντονα: το σώμα της μοιάζει σχεδόν διάφανο, σαν να είναι φτιαγμένο από κύμα και φως αντί για μέταλλο. Η γοργόνα τοποθετήθηκε αρχικά το 1971 σε άλλο σημείο του Αμαρουσίου (στην πλατεία Αγίας Λαύρας) και αργότερα μεταφέρθηκε στη σημερινή της θέση, όπου συνδέθηκε με τη συλλογική μνήμη της περιοχής. Για πολλές γενιές κατοίκων, το σημείο έγινε τόπος συνάντησης, παιδικής ανάμνησης και μικρής αστικής μυθολογίας. Το ίδιο το θέμα της γοργόνας κουβαλά βαθύ ελληνικό συμβολισμό. Στην παράδοση, οι γοργόνες είναι πλάσματα ανάμεσα στον κόσμο του ανθρώπου και της θάλασσας -σύμβολα νοσταλγίας, ταξιδιού, μνήμης και ανεκπλήρωτης αναζήτησης. Ίσως γι’ αυτό το άγαλμα λειτουργεί τόσο ποιητικά δίπλα στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο: η γοργόνα μένει ακίνητη μέσα στο νερό, ενώ γύρω της όλα περνούν. Άνθρωποι, τρένα, εποχές, ζωές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: