Στον Κόλπο της Νάπολης, το καράβι δεν ήταν ποτέ απλώς καράβι. Ήταν μια σκέψη που είχε πάρει ξύλινη μορφή, ένα λάθος της μνήμης που επέμενε να επιπλέει αντί να βυθιστεί. Κάθε πρωί, πριν ο ήλιος αποφασίσει αν θα γίνει χρυσός ή στάχτη, το σκαρί έκοβε τη θάλασσα σαν να διάβαζε μια παλιά, απαγορευμένη πρόταση.
Οι επιβάτες δεν είχαν ονόματα. Μόνο προορισμούς που ξεχνούσαν μόλις τους πλησίαζαν. Ένας άντρας κρατούσε ένα εισιτήριο που έγραφε «απόγευμα». Μια γυναίκα ταξίδευε προς ένα νησί που δεν εμφανιζόταν ποτέ στους χάρτες, μόνο στα βλέμματα των άλλων.
Ο Βεζούβιος στεκόταν απέναντι σαν θεός που έχει κουραστεί να θυμώνει. Καπνός λεπτός, σχεδόν ευγενικός. Σαν να είχε μάθει κι αυτός την ειρωνεία της σιωπής.
Το καράβι έκανε κύκλους. Όχι γύρω από τα νησιά, αλλά γύρω από τον χρόνο. Κάθε κύκλος και μια εκδοχή της ίδιας ζωής που δεν ειπώθηκε. Κάθε λιμάνι κι ένα «θα μπορούσε».
Κάποιος είπε πως αν μείνεις αρκετά πάνω στο κατάστρωμα, αρχίζεις να ακούς τη Νάπολη να ανασαίνει κάτω από το νερό. Όχι ήχους· αναμνήσεις ήχων.
Κι όταν έπεσε η νύχτα, το καράβι δεν άναψε φώτα. Δεν τα χρειαζόταν. Ήξερε τον δρόμο προς τα μέσα. Όχι προς τη στεριά, αλλά προς εκείνο το σημείο όπου η θάλασσα σταματά να είναι νερό και γίνεται αφήγηση.
Και τότε, κανείς δεν κατέβηκε. Γιατί κανείς δεν είχε φτάσει ποτέ πραγματικά να επιβιβαστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου