Οι Εννέα Τέχνες αποτελούν μια ιστορική και πολιτισμική προσπάθεια να ταξινομηθούν οι βασικές μορφές της ανθρώπινης δημιουργίας. Δεν είναι ένας απόλυτος και αμετάβλητος κανόνας, αλλά ένα εννοιολογικό πλαίσιο που βοηθά να κατανοήσουμε πώς ο άνθρωπος μετατρέπει την εμπειρία του κόσμου σε μορφή, ρυθμό και νόημα. Στη συνηθέστερη εκδοχή τους περιλαμβάνουν την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική, τη μουσική, τη λογοτεχνία (και ποίηση), το θέατρο (μαζί με τον χορό και την όπερα), τον κινηματογράφο, τη φωτογραφία και τα κόμικς ως «ένατη τέχνη». Κάθε μία από αυτές τις τέχνες αντιστοιχεί σε έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της εμπειρίας: άλλες δομούν τον χώρο, άλλες τον χρόνο, άλλες τη μνήμη και άλλες την αφήγηση.
Η αρχιτεκτονική είναι η τέχνη που μετατρέπει τον χώρο σε κατοικήσιμη σκέψη. Η γλυπτική δίνει μορφή στην ύλη, ενώ η ζωγραφική μεταφέρει την πραγματικότητα ή τη φαντασία πάνω σε επιφάνειες. Η μουσική οργανώνει τον χρόνο μέσω του ήχου, η λογοτεχνία μέσω του λόγου, και το θέατρο συνθέτει σώμα, κίνηση και αφήγηση σε ζωντανή πράξη. Ο κινηματογράφος συνενώνει εικόνα, κίνηση και ήχο σε μια ρέουσα εμπειρία χρόνου, ενώ η φωτογραφία παγώνει τη στιγμή, αποκαλύπτοντας τη δύναμη του φωτός και της ακινησίας. Τα κόμικς, τέλος, δημιουργούν μια υβριδική γλώσσα όπου η εικόνα και ο λόγος συνυπάρχουν σε διαδοχικά καρέ, παράγοντας μια αφήγηση που δεν είναι ούτε καθαρά λογοτεχνική ούτε καθαρά οπτική, αλλά κάτι ενδιάμεσο.
Ωστόσο, κάθε σύστημα κατηγοριοποίησης της τέχνης είναι αναγκαστικά ατελές, γιατί η ίδια η τέχνη δεν είναι στατική. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που μεταβάλλεται μαζί με την κοινωνία, την τεχνολογία και την εμπειρία του ανθρώπου. Στα όρια αυτού του συστήματος εμφανίζονται μορφές που δεν υπακούν εύκολα στις υπάρχουσες κατηγορίες. Ιδίως στη σύγχρονη εποχή, εμφανίζονται μορφές έκφρασης που δεν χωρούν εύκολα σε ένα σταθερό πλαίσιο, επειδή γεννιούνται από υβριδισμούς, μετατοπίσεις και νέες κοινωνικές συνθήκες. Ανάμεσά τους, το graffiti αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση.
Το graffiti είναι μια τέχνη του δημόσιου χώρου που δεν ζητά άδεια για να υπάρξει. Δεν εντάσσεται σε μουσεία, γκαλερί ή θεσμικά πλαίσια, αλλά εμφανίζεται πάνω στις επιφάνειες της πόλης: στους τοίχους, στις γέφυρες, στα τρένα, στα σημεία διέλευσης και ανωνυμίας. Εκεί όπου ο αστικός χώρος είναι συνήθως ουδέτερος ή λειτουργικός, το graffiti εισάγει ίχνος, χρώμα και φωνή. Είναι ταυτόχρονα εικόνα, γραφή και πράξη, γιατί δεν περιορίζεται στο αισθητικό αποτέλεσμα αλλά περιλαμβάνει και την ίδια την παρέμβαση στον χώρο ως γεγονός.
Σε αντίθεση με τις θεσμοθετημένες τέχνες, το graffiti δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε θεατές που το επιλέγουν. Αντίθετα, συναντά τον περαστικό, εισβάλλει στην καθημερινή διαδρομή, διακόπτει τη ρουτίνα της πόλης. Αυτή η απρογραμμάτιστη συνάντηση με το έργο είναι ουσιώδες στοιχείο της φύσης του. Το graffiti δεν οργανώνει μια εμπειρία θέασης· προκαλεί μια εμπειρία αναμέτρησης με τον χώρο.
Υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί ως μια «ανεπίσημη μνήμη» της πόλης. Ενώ οι επίσημες μορφές τέχνης συχνά συνδέονται με την αναγνώριση, τη διατήρηση και την ιστορική καταγραφή, το graffiti καταγράφει το εφήμερο, το ανώνυμο, το στιγμιαίο. Είναι μια επιγραφή παρουσίας μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει και συχνά διαγράφει τα ίχνη των ανθρώπων που τον κατοικούν.
Η σύγκριση του graffiti με τις εννέα τέχνες δεν στοχεύει τόσο στο να το κατατάξει, όσο στο να αποκαλύψει τα όρια της ίδιας της κατάταξης. Γιατί κάθε φορά που ορίζουμε τι είναι τέχνη, ταυτόχρονα αφήνουμε κάτι έξω από τον ορισμό. Και αυτό που μένει έξω είναι συχνά εκείνο που δείχνει πιο καθαρά την εξέλιξη της τέχνης.
Έτσι, το graffiti δεν λειτουργεί απλώς ως πιθανή «δέκατη τέχνη», αλλά ως υπενθύμιση ότι η τέχνη δεν είναι ένα κλειστό σύνολο εννέα ή δέκα κατηγοριών. Είναι ένα συνεχές πεδίο μετατόπισης, όπου ο άνθρωπος αναζητά διαρκώς νέους τρόπους να αφήσει ίχνος, να εκφραστεί και να μεταμορφώσει τον κόσμο γύρω του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου