23/5/26

Σκελετοί στην βιτρίνα.



Οι σκελετοί στη βιτρίνα στέκονταν με εκείνη την ακινησία που μόνο οι νεκροί και τα μανεκέν γνωρίζουν.

Φορούσαν καλοραμμένα κοστούμια, ψεύτικα χαμόγελα και τιμές εκπτώσεων κρεμασμένες στα πλευρά τους σαν παράσημα μιας χαμένης μάχης.

Τη νύχτα, όταν η πόλη άδειαζε από βήματα και βιασύνες, τα κόκαλά τους άστραφταν κάτω από το φως των νέον. Ο ένας είχε ακόμα το χέρι σηκωμένο, σαν να χαιρετούσε κάποιον που δεν επέστρεψε ποτέ. Ο άλλος έγερνε ελαφρά μπροστά, σαν να ήθελε να βγει από το τζάμι και να ζητήσει ένα τελευταίο τσιγάρο.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε πότε οι άνθρωποι έγιναν διακοσμητικά του εμπορίου τους.

Πότε άρχισαν να κρεμούν την ψυχή τους δίπλα από τις προσφορές.

Πότε συνήθισαν τόσο πολύ τον θάνατο, ώστε να τον ντύνουν με γραβάτα και να τον φωτίζουν όμορφα.

Ήταν μια ανοιξιάτικη νύχτα σε ένα στενό της Νάπολης.

Η πόλη μύριζε βρεγμένη στάχτη και παλιό καφέ.

Κι ένας αδέσποτος σκύλος κοιτούσε τη βιτρίνα σαν να αναγνώριζε κάτι ανθρώπινο μέσα σε εκείνα τα λευκά κόκαλα.

Ίσως γιατί οι σκελετοί δεν ήταν ποτέ μέσα στο μαγαζί.

Ίσως περπατούσαν ακόμα στους δρόμους, πλήρωναν λογαριασμούς, ερωτεύονταν μηχανικά και κοιμόντουσαν με ανοιχτή τηλεόραση.

Κι εκείνοι πίσω από το γυαλί να ήταν απλώς η ειλικρινής τους αντανάκλαση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: