Ο Ορέστης ήταν ένας άντρας που πίστευε ότι η λογική είναι σαν το φτηνό εσώρουχο: στενεύει εκεί που δεν πρέπει και σκίζεται με την πρώτη απρόσμενη κίνηση. Για τον λόγο αυτό, είχε αντικαταστήσει ολόκληρο το νευρικό του σύστημα με ένα φαντασιακό τζουκμπόξ.
Για τον Ορέστη, ο κόσμος δεν αποτελούνταν από άτομα υδρογόνου ή πολιτικές θεωρίες, αλλά από στίχους. Ένα τραγούδι για κάθε στιγμή, ένα τραγούδι με κάθε αφορμή.
Όταν το αφεντικό του, ο Τζόνις, ένας άνθρωπος με το συναισθηματικό εύρος μιας παγωμένης γαρίδας, του ανακοίνωσε την απόλυσή του, στο κεφάλι του Ορέστη δεν ήχησε η λέξη «ανεργία». Αντίθετα, οι συνάψεις του εγκεφάλου του άρχισαν να παίζουν ένα ξεκούρδιστο, φρενήρες μάμπο. Καθώς μάζευε τα πράγματά του σε μια χάρτινη κούτα, συνειδητοποίησε ότι η βροχή που έπεφτε έξω από το παράθυρο δεν ήταν απλώς νερό. Ήταν η προσπάθεια των σύννεφων να κάνουν οντισιόν για τη θέση του τυμπανιστή σε μια μπάντα που δεν θα μάθαινε ποτέ να κρατάει τον ρυθμό.
Βγήκε στον δρόμο. Η πόλη μύριζε υγρά πεζοδρόμια, καμένη βενζίνη και τη φτηνή κολόνια της αποτυχίας. Τότε τη είδε.
Ονομαζόταν Ευτέρπη και είχε μάτια που θύμιζαν το χρώμα που παίρνει το αψέντι όταν του ρίχνεις μια σταγόνα ειλικρίνειας. Φορούσε ένα κατακίτρινο αδιάβροχο και κρατούσε μια ομπρέλα που έμοιαζε με μεταλλαγμένο μανιτάρι. Η Ευτέρπη δεν περπατούσε· λικνιζόταν πάνω στα τακούνια της σαν να προσπαθούσε να αποδείξει στον νόμο της βαρύτητας ότι οι κανόνες του είναι απλώς μια κακόγουστη πρόταση.
«Ψάχνεις την αφορμή;» τον ρώτησε, χωρίς καν να τον κοιτάξει.
«Έχω την αφορμή», απάντησε ο Ορέστης, νιώθοντας έναν στίχο από παλιό αρχοντορεμπέτικο να γρατζουνάει το πίσω μέρος του λαιμού του σαν αδέσποτη γάτα. «Αυτό που μου λείπει είναι το κατάλληλο soundtrack».
Η Ευτέρπη χαμογέλασε, και το χαμόγελό της είχε την ισχύ να αναβάλλει μια μικρή οικονομική κρίση. Τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στο εσωτερικό ενός τραμ που δεν ήταν γραμμένο σε κανένα επίσημο δρομολόγιο της πόλης. Το εσωτερικό του μύριζε κανέλα, παλιά βιβλία και τη γλυκιά μελαγχολία των πραγμάτων που τελειώνουν πριν καν αρχίσουν.
Ο οδηγός του τραμ, ένας ηλικιωμένος άντρας με γένια από ασημόσκονη, δεν ζήτησε εισιτήριο.
«Εδώ πληρώνετε με μια διπλοπενιά», είπε και έκλεισε το μάτι.
Καθώς το τραμ γλιστρούσε πάνω στις ράγες, οι οποίες έλαμπαν κάτω από το φως των φαναριών σαν χορδές μιας γιγάντιας, ασφάλτινης κιθάρας, ο Ορέστης κατάλαβε. Η στενοχώρια δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση· είναι απλώς ένα κακό intro σε ένα κομμάτι που πρόκειται να απογειωθεί.
Κοίταξε την Ευτέρπη. Εκείνη άνοιξε το στόμα της και άρχισε να σιγοτραγουδάει. Δεν ήταν μουσική για τα αυτιά. Ήταν μουσική για τα γόνατα, για το συκώτι, για τα εκατομμύρια κύτταρα που διψούσαν για λίγο παράλογο μέσα στην γκρίζα γραφειοκρατία της ύπαρξης. Το τραμ ανέβαζε ταχύτητα, αφήνοντας πίσω του το λιμάνι, τις δουλειές γραφείου και τους ανθρώπους που μετρούσαν τη ζωή τους με λεπτά αντί για ρεφρέν.
«Πού πάμε;» ρώτησε ο Ορέστης, καθώς το όχημα άρχιζε να απογειώνεται ελαφρά από το έδαφος, αψηφώντας τη γεωμετρία.
«Εκεί που κάθε στιγμή έχει το δικό της τραγούδι», ψιθύρισε η Ευτέρπη. «Και πίστεψέ με, ο κόσμος είναι γεμάτος αφορμές, αρκεί να έχεις το θράσος να τις τραγουδήσεις».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου