19/5/26

Ο γιατρός που ερωτεύτηκε έναν όγκο.



Ο γιατρός Ιπποκράτης Ασκληπιάδης πίστευε πως όλες οι αρρώστιες έχουν προσωπικότητα. Η γρίπη ήταν ζηλιάρα. Η ημικρανία θεατρίνα. Η αρθρίτιδα μια γριά που δεν ξεχνά προσβολές. Και ο καρκίνος -έλεγε- δεν είναι δολοφόνος όπως νομίζουν οι άνθρωποι.

«Είναι ποιητής που ξέχασε το μέτρο.»

Γι’ αυτό και τον είχαν διώξει από τρία νοσοκομεία.

Στο τέταρτο έμεινε μόνο επειδή ο διοικητής είχε πέτρες στη χολή και φοβόταν τα χειρουργεία.

Το ιατρείο του βρισκόταν πάνω από ένα χασάπικο και κάτω από έναν οίκο ανοχής -πράγμα που ο ίδιος θεωρούσε «την πιο ειλικρινή τοποθεσία για την ανθρώπινη ύπαρξη». Από κάτω κρέμονταν σφαγμένα ζώα, από πάνω κρεμόντουσαν μοναξιές. Ανάμεσα στα δύο, εκείνος έγραφε συνταγές.

Τα βράδια έπινε ουίσκι μέσα σε δοκιμαστικούς σωλήνες.

«Το ποτό πρέπει να νομίζει πως είναι επιστήμη για να σε χτυπήσει σωστά», έλεγε.

Μια μέρα εμφανίστηκε στο ιατρείο μια γυναίκα με ροζ γάντια και μαγνητικές τομογραφίες σε μια κόκκινη τσάντα.

«Έχω έναν όγκο», είπε ήρεμα. «Κι ήρθα να μάθω αν αξίζει να τον κρατήσω.»

Ο Ασκληπιάδης σήκωσε το βλέμμα αργά.

Οι σοβαροί άνθρωποι τον τρόμαζαν περισσότερο από τις αρρώστιες.

Κοίταξε τις εξετάσεις. Μετά τη γυναίκα. Μετά ξανά τις εξετάσεις.

«Παράξενο…»

«Τι;»

«Ο όγκος σας μεγαλώνει συμμετρικά. Σαν να έχει αισθητική άποψη.»

Εκείνη γέλασε.

Κι αυτό ήταν το πρώτο λάθος και των δύο.

Άρχισε να έρχεται κάθε εβδομάδα. Όχι για θεραπεία. Για συζήτηση.

Μιλούσαν για για κύτταρα, για έρωτα, για θάνατο, για τηγανητές πατάτες, για τραγούδια, για το σεξ μετά τα σαράντα και γιατί τα σώματα χαλάνε ακριβώς τη στιγμή που μαθαίνουν να αγγίζουν σωστά.

Ο Ασκληπιάδης άρχισε να υποψιάζεται κάτι ανήκουστο:

ότι ο όγκος δεν ήταν εχθρός της.

Ήταν η πιο ειλικρινής μορφή της.

«Όλοι οι άνθρωποι», είπε ένα βράδυ, «κουβαλάνε μια άγρια εκδοχή του εαυτού τους που θέλει να μεγαλώσει ανεξέλεγκτα. Στους περισσότερους γίνεται φιλοδοξία. Σε σένα έγινε βιολογία.»

«Κι αυτό είναι κακό;»

Ο γιατρός άναψε τσιγάρο.

«Εξαρτάται. Ο πολιτισμός χτίστηκε πάνω στην καταστολή. Αλλά η ζωή… η ζωή λατρεύει την υπερβολή.»

Έξι μήνες αργότερα, η γυναίκα αρνήθηκε το χειρουργείο.

Οι συνάδελφοι του Ασκληπιάδη εξοργίστηκαν.

«Τη σκοτώνεις!»

«Όχι», απάντησε. «Απλώς δεν τη χωρίζω από τον εαυτό της χωρίς τη συγκατάθεσή της.»

Τον κατηγόρησαν για ανηθικότητα. Για τρέλα. Για αντιεπιστημονικές θεωρίες.

Κάποιος είπε πως είχε ερωτευτεί την ασθενή.

Κάποιος άλλος πως είχε ερωτευτεί τον όγκο.

Κανείς δεν ήξερε ποιο από τα δύο ήταν χειρότερο.

Η γυναίκα πέθανε άνοιξη.

Μεθυσμένη. Γελώντας. Σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου που μύριζε πορτοκάλι, κανέλλα  και ιώδιο.

Και το πιο παράξενο συνέβη μετά.

Στην νεκροψία, ο όγκος είχε σχήμα καρδιάς.

Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά.

Οι γιατροί τρόμαξαν. Ο Ασκληπιάδης χαμογέλασε μόνο,  θλιμμένα, και είπε:

«Σας το έλεγα. Η ζωή έχει περισσότερη φαντασία απ’ την ιατρική.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: