18/5/26

«Μοντέρνοι Καιροί»: Όταν ο Σαρλό μας έμαθε να "Χαμογελάμε" μέσα στο Σκοτάδι.

Όταν ο Άνθρωπος έγινε Γρανάζι: Γιατί οι «Μοντέρνοι Καιροί» του Τσάρλι Τσάπλιν παραμένουν προφητικοί 90 χρόνια μετά. 




Από τα γρανάζια του εργοστασίου στο διαχρονικό "Smile": Το μουσικό και κοινωνικό έπος των «Μοντέρνων Καιρών».

Από τον βουβό κινηματογράφο στην ψηφιακή εποχή, το αριστούργημα του Τσάπλιν συνεχίζει να μας δείχνει τι σημαίνει να παραμένεις άνθρωπος μέσα σε ένα απρόσωπο σύστημα. Κυκλοφόρησε το 1936, εν μέσω της μεγάλης οικονομικής κρίσης, και αποτελεί την τελευταία βωβή ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν, παραμένοντας μέχρι σήμερα μια διαχρονική και συγκλονιστική σάτιρα της βιομηχανικής κοινωνίας. 

Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τον εμβληματικό «Αλητάκο» (Σαρλό), έναν απλό και αδέξιο εργάτη εργοστασίου που προσπαθεί απεγνωσμένα να επιβιώσει στους εξαντλητικούς ρυθμούς της σύγχρονης παραγωγής, υπό το άγρυπνο βλέμμα ενός απρόσωπου Διευθυντή που απαιτεί διαρκώς μεγαλύτερη ταχύτητα. Όταν η επαναλαμβανόμενη κίνηση στη γραμμή συναρμολόγησης του προκαλεί νευρικό κλονισμό, ο Σαρλό χάνει τη δουλειά του και ξεκινά μια περιπέτεια επιβίωσης, κατά τη διάρκεια της οποίας συλλαμβάνεται κατά λάθος ως κομμουνιστής ηγέτης. Στο δρόμο γνωρίζει την «Αλανιάρα», μια ορφανή και επαναστατική κοπέλα, και μαζί ξεκινούν έναν κοινό αγώνα, αλλάζοντας συνεχώς δουλειές που καταλήγουν σε κωμικές καταστροφές. Αν και στο τέλος χάνουν ξανά τα πάντα, δεν χάνουν την ελπίδα τους και βαδίζουν μαζί στο ηλιοβασίλεμα, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν το αύριο.

Η μουσική στην ταινία λειτουργεί ως ο βασικός αφηγητής, καθώς ο Τσάπλιν αρνήθηκε να παραδώσει τον χαρακτήρα του στον ομιλούντα κινηματογράφο, επιλέγοντας μια πλήρως συγχρονισμένη ορχηστρική επένδυση αντί για διαλόγους. Ο ίδιος συνέθεσε τις βασικές μελωδίες σιγομουρμουρίζοντας, αποδίδοντας τη φρενήρη κίνηση του εργοστασίου με σκληρούς βιομηχανικούς ήχους και χρησιμοποιώντας συγκεκριμένα λαϊτμοτίβ για κάθε ήρωα, όπως την ανάλαφρη μελωδία πνευστών για την κοπέλα και τα σκοτεινά έγχορδα για τη φτώχεια. Από αυτή την ταινία γεννήθηκε το περίφημο γλυκόπικρο ρομαντικό τραγούδι που το 1954 πήρε στίχους και έγινε η παγκόσμια επιτυχία "Smile"- (Χαμογέλα). Η πιο ιστορική μουσική στιγμή έρχεται προς το τέλος, όταν ο Σαρλό αναγκάζεται να τραγουδήσει σε ένα εστιατόριο και, έχοντας χάσει τους στίχους, αυτοσχεδιάζει σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα (gibberish), αποδεικνύοντας περίτρανα ότι η παντομίμα και η μουσική αποτελούν μια παγκόσμια, καθολική γλώσσα.

Το κοινωνικό μήνυμα των «Μοντέρνων Καιρών» παραμένει ισχυρό, εστιάζοντας στην απανθρωποποίηση του εργάτη, ο οποίος μετατρέπεται σε απλό εξάρτημα της μηχανής, με πιο εμβληματική τη σκηνή όπου ο Σαρλό «καταπίνεται» κυριολεκτικά από τα γρανάζια. Γεννημένη μέσα από το Μεγάλο Κραχ του 1929, η ταινία ασκεί δριμεία κριτική στον καπιταλισμό, αναδεικνύοντας την ακραία φτώχεια, την ανεργία και τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα αντιμετωπίζει τους απόρους ως εγκληματίες. Παρά τη σκληρότητα της πραγματικότητας, το κεντρικό μήνυμα είναι ο θρίαμβος του ανθρώπινου πνεύματος, καθώς η αγάπη και η αλληλεγγύη των δύο πρωταγωνιστών καταφέρνουν να νικήσουν την παγωνιά των μηχανών, δείχνοντας ότι η αξιοπρέπεια κρύβεται στη συντροφικότητα.

Η υποδοχή της ταινίας το 1936 προκάλεσε έντονα συναισθήματα και σφοδρό πολιτικό διχασμό. Στις κινηματογραφικές αίθουσες το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα ακούγοντας για πρώτη φορά τη φωνή του Σαρλό στο τραγούδι, μετατρέποντας το φιλμ σε μία από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες της χρονιάς. Ωστόσο, στην Αμερική συντηρητικοί κύκλοι κατηγόρησαν τον Τσάπλιν για κομμουνιστική προπαγάνδα, κυρίως λόγω της σκηνής όπου κρατά κατά λάθος μια κόκκινη σημαία στο δρόμο. Την ίδια στιγμή, η ταινία απαγορεύτηκε ολοκληρωτικά στη Ναζιστική Γερμανία και τη Φασιστική Ιταλία, καθώς οι δικτάτορες θεώρησαν ότι το έργο υποκινεί σε εργατική εξέγερση. Οι «Μοντέρνοι Καιροί» παραμένουν ένα διαχρονικό μνημείο της έβδομης τέχνης που σφράγισε το τέλος του βωβού κινηματογράφου, αφήνοντας μια παρακαταθήκη γεμάτη ανθρωπιά.




ΥΓ) Το "Smile" είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και συγκινητικές μελωδίες στην ιστορία της παγκόσμιας μουσικής. Αν και σήμερα οι περισσότεροι το γνωρίζουν ως ένα αυτόνομο τραγούδι, η ιστορία του ξεκίνησε ως ένα ορχηστρικό θέμα που συνέθεσε ο ίδιος ο Τσάρλι Τσάπλιν για τους «Μοντέρνους Καιρούς».

Η προέλευση στους «Μοντέρνους Καιρούς»:

Στην ταινία του 1936, η μελωδία αυτή δεν είχε στίχους. Λειτουργούσε ως το "Love Theme" (Θέμα της Αγάπης) και ακουγόταν κυρίως στις σκηνές που ο Σαρλό και η ορφανή κοπέλα προσπαθούσαν να βρουν παρηγοριά ο ένας στον άλλον, μέσα στην άγρια καθημερινότητα. Η μελωδία ντύνει την εμβληματική τελική σκηνή της ταινίας. Η κοπέλα κλαίει απογοητευμένη, αλλά ο Σαρλό με μια κίνηση των χεριών του την κάνει να χαμογελάσει. Καθώς ξεκινούν να περπατούν μαζί στον δρόμο, η μουσική υψώνεται γεμάτη ελπίδα.

Πώς γεννήθηκε το τραγούδι το 1954:

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την ταινία, το 1954, οι στιχουργοί Τζον Τέρνερ (John Turner) και Τζέφρι Πάρσονς (Geoffrey Parsons) πήραν την ορχηστρική μελωδία του Τσάπλιν και της πρόσθεσαν στίχους, δίνοντάς της επίσημα τον τίτλο "Smile". Οι στίχοι αποτυπώνουν απόλυτα τη φιλοσοφία της ταινίας. Προτρέπουν τον ακροατή να χαμογελά ακόμα κι όταν η καρδιά του πονάει, γιατί το αύριο θα είναι καλύτερο αν συνεχίσει να προσπαθεί.

"Χαμογέλα, κι ας πονά η καρδιά σου,

Χαμογέλα, κι ας σπάει μέσα σου.

Όταν υπάρχουν σύννεφα στον ουρανό,

θα τα καταφέρεις.

Αν χαμογελάσεις μέσα από τον φόβο και τη λύπη σου,

Χαμογέλα και ίσως αύριο

να δεις τον ήλιο να λάμπει

για σένα.

Φώτισε το πρόσωπό σου με χαρά,

Κρύψε κάθε ίχνος θλίψης.

Ακόμα κι αν ένα δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει,

εκείνη είναι η στιγμή που πρέπει να συνεχίσεις να προσπαθείς.

Χαμογέλα, τι κερδίζεις αν κλαις;

Θα δεις ότι η ζωή έχει ακόμα αξία,

αν απλώς...

χαμογελάσεις."

Η εμβληματική ερμηνεία του Nat King Cole:

Ο πρώτος που τραγούδησε το "Smile" με στίχους ήταν ο σπουδαίος τζαζ καλλιτέχνης Nat King Cole το 1954. Η βελούδινη φωνή του μετέτρεψε το κομμάτι σε τεράστια παγκόσμια επιτυχία, κάνοντάς το ένα διαχρονικό pop standard.

Η σχέση του Michael Jackson με το Κομμάτι:

Το "Smile" ήταν το αγαπημένο τραγούδι όλων των εποχών για τον Michael Jackson. Το διασκεύασε το 1995 για το άλμπουμ του "HIStory: Past, Present and Future, Book I." Η δική του εκτέλεση ήταν ένας φόρος τιμής στον Τσάπλιν, τον οποίο θαύμαζε βαθιά για την ικανότητά του να συγκινεί τα πλήθη χωρίς λόγια. Μάλιστα, το τραγούδι ακούστηκε στην κηδεία του Jackson το 2009, ερμηνευμένο ζωντανά από τον αδελφό του, Jermaine, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης.

Άλλες Μεγάλες Διασκευές:

Το κομμάτι έχει ερμηνευτεί από δεκάδες θρύλους της μουσικής, όπως: Η Judy Garland (σε μια πολύ φορτισμένη συναισθηματικά εκτέλεση),  ο Frank Sinatra, η Barbra Streisand, ο Tony Bennett σε ντουέτο με τη Lady Gaga, κα.




Δεν υπάρχουν σχόλια: