Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν ένας από τους πιο ιδιόρρυθμους και πρωτοποριακούς Έλληνες λογοτέχνες του 20ού αιώνα, γνωστός για το ανατρεπτικό του ύφος και τη στενή του σχέση με τη Χαλκίδα, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές και αντισυμβατικές μορφές των ελληνικών γραμμάτων, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με τον σουρεαλισμό. Ήταν ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας. Η γραφή του τάχθηκε απέναντι στις αστικές συμβάσεις, την σοβαροφάνεια και τις καθιερωμένες αξίες της εποχής του. Χαρακτηρίζεται από το «παιχνίδι» με τη γλώσσα, το παράλογο, το χιούμορ και την ειρωνεία.
Γεννήθηκε στην Αγία Ευθυμία Φωκίδας στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893. Ήταν γιος του Ευθύμιου Σκαρίμπα και της Ανδρομάχης Σκαρτσίλα. Φοίτησε στο Δημοτικό της Ιτέας, στο Ελληνικό Σχολείο Αιγίου και ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο στην Πάτρα, όπου σπούδασε και στη Μέση Δασική Σχολή. Έλαβε μέρος στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο και στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου τραυματίστηκε στο μακεδονικό μέτωπο και παρασημοφορήθηκε. Το 1919 προσλήφθηκε στο τελωνείο της Χαλκίδας, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παντρεύτηκε με την Ελένη Κεφαληνίτη με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Μετά τον γάμο του αποσπάστηκε στο νεοσύσταστο τελωνείο Νέων Ψαρών (σημερινής Ερέτριας), ενώ το 1922 επανήλθε ως εκτελωνιστής στη Χαλκίδα.
Στα γράμματα εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες "Εύριπος" και "Εύβοια" της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, όταν έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό "Ο καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης", το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα. Το εικονοκλαστικό του ύφος όσο και ή ιδιόρρυθμη γλώσσα πού χρησιμοποίησε στα έργα του, προκάλεσε αίσθηση για την εποχή εκείνη.
Ο "μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας", όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του τη ζωή στη Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Ο ίδιος αυτοσυστηνόταν, με το προσωπικό ύφος που τον χαρακτήριζε, ως: "...συνταξιούχος τελωνειακός, διασαφιστής και τάχα λογοτέχνης αλλά και ανάξιος απόγονος ορεσίβιων προγόνων..." τονίζοντας την καταγωγή του από την Ορεινή Φωκίδα.
Κείμενά του υπάρχουν δημοσιευμένα και σε περιοδικά ενώ αρκετοί στίχοι του έχουν μελοποιηθεί. Τα πιο γνωστά μελοποιημένα ποιήματά του είναι "Σπασμένο καράβι", "Ουλαλούμ" και "Εαυτούληδες" για τα οποία που έγραψαν μουσική αντίστοιχα οι συνθέτες Γιάννης Σπανός, Νικόλας Άσιμος και Διονύσης Τσακνής. Βραβεύθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο λογοτεχνίας το 1976 για το αντιπολεμικό μυθιστόρημά του του, "Φυγή προς τα εμπρός".
Το μυθιστόρημα «Το θείον Τραγί» θεωρείται σταθμός της ελληνικής λογοτεχνίας. Το "Θείο Τραγί" αποτελεί το σημείο εκκίνησης της νεωτερικής γραφής του Σκαρίμπα, εισάγοντας ένα νέο, παράδοξο ύφος στην ελληνική πεζογραφία. Στο έργο διακρίνονται ξεκάθαρα οι επιρροές του από τον γαλλικό υπερρεαλισμό, με τον Σκαρίμπα να ενσωματώνει συστηματικά στοιχεία του παραλόγου, εξαρθρώνοντας τη γλώσσα. Ο ήρωας του βιβλίου, ο Γιάννης, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αντιήρωες στην ελληνική γραμματεία. Είναι ένας περιθωριακός, αντικοινωνικός τύπος, ο οποίος δρα ως αυτόκλητος τιμωρός των κοινωνικών συμβάσεων. Ο Σκαρίμπας, μέσα από αυτό το έργο, στρέφεται ενάντια στον αστικό πολιτισμό και τις καθιερωμένες αξίες, προκαλώντας τον αναγνώστη με τη γλωσσική του ιδιαιτερότητα και την αντισυμβατική δομή της αφήγησης. Το έργο έχει μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία και στο θέατρο, υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητα και την "ηλεκτρική" ενέργεια του σκαριμπικού λόγου.
Το βιβλίο του «Το 1821 και η αλήθεια» αποτελεί μια αιρετική και ανατρεπτική προσέγγιση της Ελληνικής Επανάστασης, που έρχεται σε σύγκρουση με την "επίσημη" ιστορία. Ο Σκαρίμπας υποστηρίζει ότι υπήρξαν "δύο Εικοσιένα": Το ένα του λαού- ο αληθινός ξεσηκωμός των αγωνιστών και των προοδευτικών ανθρώπων για πραγματική λευτεριά. Το άλλο των κοτζαμπάσηδων- η προσπάθεια των προκρίτων, των λογίων και του κλήρου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, αντικαθιστώντας τον Τούρκο δυνάστη με τη δική τους εξουσία. Ο συγγραφέας βασίζεται σε απομνημονεύματα αγωνιστών, όπως του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη και του Κασομούλη, θεωρώντας τα ως τις μόνες αυθεντικές μαρτυρίες. Για τον Σκαρίμπα, η επανάσταση δεν ήταν μόνο εθνική αλλά κυρίως κοινωνική. Υποστηρίζει ότι το θαύμα του '21 δεν ήταν η στρατιωτική νίκη επί της Τουρκίας, αλλά το ότι η επανάσταση κατάφερε να επιβιώσει παρά την εχθρότητα των εσωτερικών κατεστημένων συμφερόντων.
Οι «Εαυτούληδες» είναι μια από τις πιο εμβληματικές ποιητικές συλλογές του Γιάννη Σκαρίμπα, η οποία εκδόθηκε το 1950. Το έργο αυτό αποτελεί ορόσημο της ανατρεπτικής και ιδιαίτερης γραφής του Χαλκιδαίου δημιουργού, ο οποίος χρησιμοποιούσε μια εντελώς προσωπική, "ιδιωματική" γλώσσα. Η συλλογή χαρακτηρίζεται από την έντονη αμφισβήτηση των κατεστημένων αξιών και έναν "παιχνιδιάρικο" αλλά βαθιά υπαρξιακό τόνο. Στο ομώνυμο ποίημα, ο Σκαρίμπας περιγράφει με αυτοσαρκασμό τις "γκάφες" του ως "Εαυτούληδες" που τον κοιτούν, στήνοντας έναν φανταστικό θίασο από παλιάτσους και μουσικάντες.
Το «Ουλαλούμ» το δεύτερο πιο διάσημο ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα, περιλαμβάνεται επίσης σε αυτή του την ποιητική συλλογή. Ο τίτλος αποτελεί άμεση αναφορά στο ποίημα "Ulalume" του Edgar Allan Poe. Η λέξη "Ουλαλούμ" θεωρείται ένα φανταστικό όνομα που παραπέμπει στο λατινικό ululare (θρηνώ) ή στο αραβικό επιφώνημα ulalum. Στον Έλληνα αναγνώστη, η λέξη φέρνει συχνά στο μυαλό το "αλαλούμ", υποδηλώνοντας τη σύγχυση και τον παραλογισμό. Το ποίημα ξεκινά ως μια λυρική ερωτική προσμονή ("Ήταν σαν να σε πρόσμενα κυρά...") για να καταλήξει σε μια σουρεαλιστική και σκοτεινή συνειδητοποίηση της μοναξιάς, όπου ο ποιητής ακούει "διπλά" τα βήματά του, νιώθοντας έτσι την απούσα αγαπημένη του να παραπατά δίπλα του. Το ποίημα έγινε ευρύτερα γνωστό μέσα από τη θρυλική μελοποίηση του Νικόλα Άσιμου το 1979.
Το πιο γνωστό ποίημα του «μπάρμπα-Γιάννη» της Χαλκίδας, το «Σπασμένο Καράβι» περιλαμβάνεται κι αυτό στην ποιητική συλλογή, "Ουλαλούμ". Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της ιδιόρρυθμης και αντισυμβατικής γραφής του: ενώ παραδοσιακά το καράβι συμβολίζει το ταξίδι και την ελπίδα, στον Σκαρίμπα γίνεται σύμβολο παραίτησης και θανάτου. Είναι ακίνητο, χωρίς πανιά και κατάρτια, που "κοιμάται" σε μια νεκρική ακτή... Ο ποιητής περιγράφει έναν κόσμο ακίνητο, με "άψυχη θάλασσα" και "νεκρά ψάρια", όπου ο ίδιος επιλέγει να ταυτιστεί με το κουφάρι ενός ναυαγίου. Το ποίημα εκφράζει μια βαθιά επιθυμία για απόσυρση από τον κόσμο των ζωντανών. Η επανάληψη της φράσης "έτσι να 'μαι" λειτουργεί σαν υπαρξιακός ψαλμός, δείχνοντας μια παράξενη αποδοχή της φθοράς. Το ποίημα αυτό μελοποίησε το 1975 ο Γιάννης Σπανός. Το τραγούδι «Σπασμένο Καράβι» θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της ελληνικής μελοποιημένης ποίησης. Ο Γιάννης Σπανός, ως ένας από τους κύριους εκπροσώπους του Νέου Κύματος, μετέτρεψε το σκοτεινό ποίημα του Σκαρίμπα σε μια υποβλητική μπαλάντα. Στο πρωτότυπο ποίημα, ο Σκαρίμπας χρησιμοποιούσε τη λέξη «χώρις» (με τον τόνο στην παραλήγουσα: "με χώρις κατάρτια, με χώρις πανιά"). Ο Γιάννης Σπανός, για να μπορέσει να το μελοποιήσει πιο εύρυθμα, την αντικατέστησε με τη λέξη «δίχως». Πρωτοκυκλοφόρησε το 1975 στον δίσκο του Γιάννη Σπανού με τίτλο «Τρίτη Ανθολογία». Η φωνή του Κώστα Καράλη ταυτίστηκε απόλυτα με το κομμάτι. Η ερμηνεία του περιγράφεται συχνά ως "αξεπέραστη" και "κρυστάλλινη". Αν και το τραγούδι ήταν ήδη κλασικό στους κύκλους των φίλων της ποιοτικής μουσικής, γνώρισε μια "δεύτερη νεότητα" το 2001, από τον Δημήτρη Μπάση, και αργότερα από τον Γιάννη Κότσιρα και τον Μπάμπη Στόκα.
Η «Φυγή προς τα εμπρός», για το οποίο ο συγγραφέας βραβεύθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο λογοτεχνίας το 1976, είναι ένα εμβληματικό αντιπολεμικό μυθιστόρημα, το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1939. Το βιβλίο εστιάζει στην αγριότητα και τον παραλογισμό του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, μεταφέροντας τον αναγνώστη στην πρώτη γραμμή των οχυρών της Μακεδονίας. Παρακολουθεί την ψυχολογική κατάσταση και τις εμπειρίες των στρατιωτών, αναδεικνύοντας την έννοια της "φυγής" όχι ως δειλία, αλλά ως μια εσωτερική αντίσταση στον παραλογισμό της μάχης και του πολέμου. Όπως σε όλα τα έργα του Σκαρίμπα, κι εδώ κυριαρχεί η γλωσσική αναρχία, το σουρεαλιστικό χιούμορ και η ανατροπή των καθιερωμένων λογοτεχνικών κανόνων.
Ο Γιάννης Σκαρίμπας, ως θεατρικός συγγραφέας υπήρξε ένας από τους πρώτους εισηγητές του "θεάτρου του παραλόγου" στην Ελλάδα.
Τα σημαντικότερα θεατρικά του έργα είναι:
-"Ο ήχος του κώδωνος" (1950): Θεωρείται το κορυφαίο του έργο, γραμμένο κατά την Κατοχή (1942). Πρόκειται για μια "κωμικοτραγική" ιστορία που αναδεικνύει την υπαρξιακή αγωνία μέσα από έναν ιδιότυπο λυρισμό.
-"Ο Σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας" (1971): Ένα έργο που ανατρέπει τις κοινωνικές συμβάσεις και τον αστικό πολιτισμό.
-"Το Βατερλώ δύο γελοίων" (1939): Δράμα σε τρεις πράξεις, το οποίο σατιρίζει την ανθρώπινη ματαιοδοξία.
-"Τα Καγκουρώ" (1979): Από τα τελευταία του έργα, που συνεχίζει στο πνεύμα της κοινωνικής κριτικής και του παραλόγου.
-"Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας" (1977): Επηρεασμένο από την αγάπη του για το Θέατρο Σκιών, στο οποίο ο ίδιος κατασκεύαζε και φιγούρες (τα «χαρτονόμουτρα», όπως τις αποκαλούσε) από απλά υλικά και οργάνωνε παραστάσεις στην αυλή του σπιτιού του στη Χαλκίδα, παίζοντας ο ίδιος τον ρόλο του καραγκιοζοπαίχτη. Στο έργο αυτό, ο Σκαρίμπας πραγματεύεται την υπεράσπιση της λαϊκής ψυχής: ο συγγραφέας αντιτίθεται στην "αποστείρωση" και την εμπορευματοποίηση του Καραγκιόζη (αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε "ζελατινοποίηση"), θεωρώντας τον μια από τις πιο ζωντανές πτυχές της εθνικής μας ταυτότητας. Μέσα από τις περιπέτειες του ήρωα, σατιρίζει ανελέητα την κρατική εξουσία, τη γραφειοκρατία και τον καθωσπρεπισμό, μετατρέποντας τον Καραγκιόζη από έναν απλό "πεινασμένο" σε έναν συνειδητό αντιεξουσιαστή. Το έργο συνδέει τον Καραγκιόζη με την ιστορική διαδρομή του ελληνισμού, από την Επανάσταση του 1821 μέχρι την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, βλέποντας στους ήρωες του μπερντέ (Μορφονιός, Μπαρμπα-Γιώργος, Βεληγκέκας) αρχέτυπα της ελληνικής κοινωνίας. Πραγματεύεται το θέατρο σκιών όχι ως ένα στατικό θέαμα για παιδιά, αλλά ως μια δυναμική μορφή τέχνης όπου ο αυτοσχεδιασμός και η γλωσσική αναρχία σπάνε τα όρια μεταξύ σκηνής και πραγματικότητας.
Ο "μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας" έφυγε από την ζωή στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε δημοσία δαπάνη στο κάστρο του Καράμπαμπα στην Χαλκίδα. Ο τάφος του βρίσκεται σε ένα σημείο με πανοραμική θέα στον Ευβοϊκό, επιτρέποντάς του να "αγναντεύει" για πάντα την πόλη του και τα "τρελά νερά" του Ευρίπου που τόσο αγάπησε. Οι στίχοι που αναγράφονται στην πλάκα του τάφου του, αποτελούν το φινάλε του ποιήματός του "Φαντασία" (από τη συλλογή "Ουλαλούμ"):
«Ωρα καλή στου άπειρου την καρδιά.
Γλάρε μου μακρινέ που φεύγεις – πλοίο.
Χωρίς εσένα η νύχτα, η σιγαλιά...
η κάμαρά μου, ένα φωσάκι, ένα βιβλίο!»






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου