2/9/10

Ο παπανδρεϊκός τέταρτος δρόμος!

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ.
Είναι προφανές ότι όταν ο Μαρκούζε αναφερόταν στη δεκαετία του εξήντα στη χρησιμοποίηση μιας σειράς εννοιών όπως π.χ. δημοκρατία, ειρήνη, σοσιαλισμός... για να υποδηλωθεί το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που πραγματικά σηματοδοτούσαν, δεν είχε κατά νου τον Γιώργο Παπανδρέου και την πρότασή του για 4ο δρόμο προς τον σοσιαλισμό.
Οταν εδώ και λίγες μέρες διάβασα τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στην «Christian Science Monitor»(1) στην οποία περιέγραφε το περιεχόμενο αυτού του 4ου δρόμου, που πρέπει πια να ακολουθηθεί, επιβεβαίωσα για πολλοστή φορά την εκτίμησή μου ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να διατυπώνει με τη μεγαλύτερη ευκολία το μεγαλύτερο ψέμα.
Θυμίζω πολύ σύντομα και συνεπώς σχηματικά, ότι αρχικά ο σοσιαλισμός όπως αυτός είχε προσδιοριστεί από τους κλασικούς του μαρξισμού ήταν μια κατώτερη φάση της κομμουνιστικής αταξικής, μη κρατικής κοινωνίας. Ηταν μια μεταβατική προς την ανώτερη κομμουνιστική κοινωνία περίοδος, κατά την οποία επικρατούσε η εξουσία της εργατικής τάξης και κατά την οποία το μισοκράτος, ή η κομμούνα αυτής της τάξης, θα έπρεπε να τείνει προς την απονέκρωσή του και προς τη διαμόρφωση μιας αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας, στην οποία θα κυριαρχούσε η ανεμπόδιστη δημιουργική δραστηριότητα απέναντι στην καταναγκαστική εργασία και τον οικονομικό καταναγκασμό.
Είναι γνωστό ότι στη συνέχεια αυτό το περιεχόμενο του σοσιαλισμού παραχαράχτηκε από το ρεφορμιστικό ρεύμα και αρχικά τον Μπερνστάιν, για τον οποίο ο τελικός κομμουνιστικός στόχος εξαφανίστηκε παντελώς. Θεωρήθηκε ότι «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, το κίνημα είναι το παν», ή με άλλα λόγια ότι έπρεπε να αποκηρυχτεί η επαναστατική ταξική πάλη και μέσω μιας διαδικασίας μεταρρυθμίσεων να οδηγηθούμε σε μια όσο γίνεται ορθολογικότερη και δικαιότερη διαχείριση του καπιταλισμού.
Στη συνέχεια το περιεχόμενο του σοσιαλισμού διαστρεβλώθηκε βάναυσα τόσο κατά τη διάρκεια του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, οπότε αντί της απονέκρωσης του κράτους ως ξέχωρου, πάνω από την κοινωνία μηχανισμού είχαμε την ενίσχυσή του, όσο και από τα σοσιαλιστικά κόμματα στη Δύση, τα οποία, ξεκινώντας από το να ταυτίζουν το σοσιαλισμό με το κράτος πρόνοιας κι έναν δήθεν πιο ανθρώπινο καπιταλισμό, κατέληξαν τα τελευταία χρόνια να πρωτοστατούν στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών.
Απ' όσο όμως τυχαίνει να γνωρίζω, κανένας άλλος σύγχρονος σοσιαλιστής ηγέτης δεν είχε το παπανδρεϊκό θράσος να υποστηρίξει ότι αυτές οι πολιτικές αποτελούν τον 4ο δρόμο προς το σοσιαλισμό!
Αφού λοιπόν προηγουμένως ο πρωθυπουργός ορίζει παντελώς αυθαίρετα, ακόμη και σε σχέση με την κυρίαρχη σοσιαλοδημοκρατική αντίληψη, τον τρίτο δρόμο ως «πίστη στην ικανότητα της αγοράς, να αυτορυθμίζεται», ταυτίζοντας έτσι πλήρως σοσιαλισμό και νεοφιλελευθερισμό, εμφανίζει το νέο 4ο δρόμο, ως δρόμο που «θα επιτρέπει στις αγορές [διάβαζε στο κεφάλαιο] να αναπτύσσονται, αλλά όχι εις βάρος της δημοκρατίας»!!! και ως μια διεθνή διακυβέρνηση όπου «ο ρόλος των διεθνών οργανισμών [...] θα θέτει τη διεθνή αλληλεγγύη πάνω από εθνικά συμφέροντα».
Ετσι λοιπόν ο παπανδρεϊκός σοσιαλισμός, που από δρόμος προς το σοσιαλισμό μετατρέπεται και σε περιεχόμενο αυτού του τελευταίου, από τη μια ταυτίζεται με την ανάπτυξη του κεφαλαίου, και από την άλλη με αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, δηλαδή την υποταγή της στα διεθνή συμφέροντα του ΔΝΤ και της Ε.Ε.
Ολα αυτά όχι μόνον δεν έχουν καμιά σχέση ούτε με τον πραγματικό σοσιαλισμό αλλά ούτε καν με τον κλασικό ρεφορμισμό, ή έστω με μια επιστροφή στον κεϊνσιανισμό και το κράτος πρόνοιας. Ταυτίζουν ξεδιάντροπα το σοσιαλισμό με τον πιο ακραίο νεοφιλελευθερισμό, μια που δηλωμένος τους στόχος είναι πια η ανάπτυξη του κεφαλαίου, μια ανάπτυξη μάλιστα, η οποία υποστηρίζεται ότι μπορεί να είναι συμβατή με τη δημοκρατία.
Θράσος ατελεύτητο, σε μια εποχή που όπως θα έλεγε ο Ροβεσπιέρος «κυριαρχεί η ορδή των απατεώνων».(2)


(2) Τελευταίος λόγος του Ροβεσπιέρου, στο «Μαρά-Σεν-Ζιστ-Ροβεσπιέρος». Κείμενα, επιλογή-μετάφραση-προλογικά: Μάριος Βερέτας, «Σύγχρονη Εποχή», 1989, σελίδα 291.

*************
Αναδημοσίευση από εδώ: Ο παπανδρεϊκός τέταρτος δρόμος

Στο ΣτΕ κατά του "Καλλικράτη" προσέφυγε ο Δήμος Αποδοτίας.

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγαν ο Δήμος Σοχού Θεσσαλονίκης και ο Δήμος Αποδοτίας Αιτωλοακαρνανίας κατά του υπουργού Εσωτερικών Γ. Ραγκούση και ζητούν να ακυρωθεί ως αντίθετη στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία και το Σύνταγμα η υπ’ αριθμ. 46494/2010 απόφαση του με την οποία ορίζεται ο αριθμός των μελών των δημοτικών συμβουλίων, μετά το Ν. 3852/2010 (Καλλικράτης).

Ειδικότερα, ο Δήμος Σοχού καταργείται και ενσωματώνεται στον Δήμο Λαγκαδά, μαζί με τους Δήμους Λαχανά, Ασσήρου, Καλλινδοίων, Κορώνειας και Βερτίσκου και ο Δήμος Αποδοτίας καταργείται και ενσωματώνεται στον νέο Δήμο Ναυπακτίας μαζί με τους πρώην Δήμους Ναυπάκτου, Αντιρρίου, Πυλήνης, Πλατάνου και Χάλκειας. Και οι δύο εν λόγω Δήμοι είναι ορεινοί.
Στις προσφυγές τους, που υπογράφονται από τον καθηγητή Κ. Χρυσόγονο, οι εν λόγω δύο Δήμοι υποστηρίζουν ότι η κατάργηση και η συνένωση τους είναι αντίθετη στο άρθρο 102 του Συντάγματος που δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση ορεινών περιοχών σε ευρύτερης έκτασης Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όταν η έδρα του τελευταίου βρίσκεται εκτός της περιοχής αυτής και μάλιστα σε γεωγραφικό σημείο που απέχει από την ανωτέρω περιοχή τόσο, ώστε να καθίσταται αντικειμενικά αδύνατη η εντός εύλογου χρόνου πρόσβαση των κατοίκων της στις υπηρεσίες του οργανισμού αυτού.
Ακόμη, αναφέρουν στις προσφυγές τους ότι η ενσωμάτωση τους σε άλλους Δήμους θα έχει ως αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση των πόλεων αυτών, με εξαιρετικά δυσάρεστες συνέπειες για το κοινωνικό και οικονομικό του μέλλον.
Επίσης, αναφέρουν οι Δήμοι ότι τόσο ο Ν. 3852/2010, όσο και η απόφαση του υπουργού Εσωτερικών που καθορίζει τον αριθμό των μελών των δημοτικών συμβούλων των Δήμων είναι αντίθετο στο άρθρο 102 του Συντάγματος.
Τέλος, αναφέρουν ότι με τη συνένωσή τους με άλλους Δήμους παραβιάζεται η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως έχει μεταρρυθμιστεί με την Συνθήκη της Λισσαβώνας.
Οι δύο εν λόγω Δήμοι έχουν προσφύγει και πάλι στο ΣτΕ ευθέως κατά του Ν. 3852/2010, υποστηρίζοντας ότι είναι αντίθετος στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία και το Σύνταγμα. Οι προσφυγές αυτές θα συζητηθούν στο ΣτΕ στις 24 Σεπτεμβρίου 2010.

***********************
Αναδημοσίευση από εδώ:

1/9/10

Ἐπικήδειος λόγος.

Λόγος ἐπικήδειος
διὰ τὰ παλαιὰ ἄγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἐλεγεία
εἰς ἀνάμνησιν τῆς ὀμορφιᾶς μιᾶς γυναίκας
ἐξαιρετικῶς ἀγαπηθείσης.

Καλοῦνται ρεμπέτικα τραγούδια τὰ ἄσματα τῶν πληγωμένων, ἁπλῶν, ἁγνῶν καὶ αἰσθαντικῶν ψυχῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ περιφρονημένη χωρὶς ἀνταπόκριση ἀγάπη καὶ τὸ τρισμέγιστον μαρτύριον τοῦ θαμένου ἑκουσίως ἔρωτος ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα τραγούδια ἐξόχως ἀνιστορήθησαν. Τὰ ρεμπέτικα ὑπῆρξαν κάποτε ἡ παρηγοριά μας. Ἦταν οἱ λευκοὶ ἀσπασμοὶ τῶν παραγνωρισμένων. Ἀξιώθηκα νὰ κρατήσω στὰ χέρια μου τὸ βουβό, πλέον, μπουζούκι τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δὲν τραγουδοῦσαν οἱ γυναῖκες (αὐτὲς συνήθως ἀργὰ κατανοοῦν τὸ πόσο ἀγαπήθηκαν), οὔτε τὰ τραγουδοῦσαν οἱ σκληρόκαρδοι.
Ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀλήθειας νοιάζομαι. Μὴ μοῦ στείλεις περιστέρια· μαντεύω τὰ λόγια ἀγάπης ποὺ θὰ μοῦ πεῖς. Ὁ ἔρως συμβαίνει σὰν δυστύχημα. Κρατοῦσα, τότε, σὰν βιολὶ τὸ σῶμα σου, μὰ τώρα ποὺ εἴμαστε μακριὰ σ᾿ ἔχω φωτιὰ παντοτινὴ μὲς στὴν καρδιά μου. Θὰ ψάχνεις λυπημένη νὰ μὲ βρεῖς στοὺς ἄδειους δρόμους καὶ θὰ ρωτᾶς παντοῦ γιὰ μένα, καὶ στὴν περιρρέουσα μελαγχολία τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν θὰ ἀναζητᾶς ἐπὶ ματαίῳ παρηγοριά. Ἐφέτος ἀνήμερα τὸ Πάσχα ἔβρεχε καὶ ἡ δολιότης πίκραινε τὴν καρδιά μου. Τὸ ξέρω· ἡ θέση μου εἶναι στὸ νεκροταφεῖο. Εἴμασταν ἀκόμη παιδιὰ ὅταν μᾶς μάραναν καὶ ζήσαμε σὰν γέροι. Δὲν εἶμαι δικός μου. Σιωπῶ μὲν, ἀρνοῦμαι δὲ νὰ πεθάνω γιατὶ τὰ δακρυσμένα μάτια σου πάντα μὲ γνέφουν. Θλιβερὰ βλέμματα τέκνα τῆς σιωπῆς μου. Ὁ θάνατος ἀπόψε διώχνει τὸ κάθε τι ἀπ᾿ τὴν ψυχή μου. Χαίρομαι τὴν παραφροσύνη μου τώρα.
Τὸ ἀληθὲς ἀπόβαρον ἑνὸς ἀνθρώπου ἰσοῦται μὲ τὶς ἀγάπες, τὸν οἶκτο καὶ τὴν ἀηδία ποὺ ἔνιωσε στὴ ζωή. Δύο μεγάλες ἀδικίες ἐγνώρισα: τὴν φτώχια καὶ τὴν ἐρωτικὴ καταφρόνια. Τὰ ρεμπέτικα προήχθησαν εἰς μαυσωλεῖον αἰσθημάτων. Τὸ νὰ ὑποφέρεις ἀπ᾿ του κόσμου τὶς πίκρες εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ ἴσως νόμιμο. Πάθος ἔδωσα καὶ πάθος δὲν ἔλαβα, κι ὅ,τι ἔπιασα ἔγινε στάχτη. Πολλὰ ἐδιδάχθην ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα. Ὁ πατέρας μου μὲ γαλούχησε μὲ τὰ τραγούδια αὐτὰ. Ἔχτισα τὸ παρὸν βιβλίο, σὰ νὰ ἔχτιζα χελιδονοφωλιὰ, πρὸς χάριν του ἰσοβίου φίλου Τσιτσάνη. Τὴν ἐγκαρτέρηση ἐδιδάχθην ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα.
Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (ἄχ, σβήνω) ὅταν ἐσὺ χρησιμοποιεῖς τὰ αἰσθήματά μου σὰν κέρματα. Ἂν πρόκειται κανεὶς νὰ διατηρήσει τὴν εὐαισθησία του ἂς εἶναι ὁ ἡττημένος. Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ὡς ἀναμνήσεις. Ζήσαμε τὶς πιὸ ἐφιαλτικὲς νύχτες τοῦ αἰῶνος. Οἱ ἐνθυμήσεις ἐλλοχεύουν. Ένιωσα τὰ πάντα μόνον σὰν πάθη. Ἄφησέ με νἆμαι παράφορος, ἀφοῦ ἡ λογικὴ εἶναι ὁ προθάλαμος τῆς τρέλας. Ὑπήρξα ἕνας Ἰδανικὸς Φαῦνος. Θὰ σὲ γκρεμίσω μὲ δάκρυα, ζοφερὴ πολυαγαπημένη.
Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι τραγούδια τῆς καρδιᾶς. Καὶ μόνον ὅποιος τὰ πλησιάσει μὲ ἁγνὸ αἴσθημα τὰ νιώθει καὶ τὰ χαίρεται. Γιατὶ, ἡ καρδιὰ μὲ καρδιὰ μετριέται.
Ἔκλεισεν ὁ κύκλος τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν. Ἀνήκουν πιὰ στὸ παρελθὸν τὰ τραγούδια αὐτὰ. Χοροστατῶ μοιραίως στὸ μνημόσυνό τους ἀφοῦ ὁ *** κυμαίνεται, τὴ νύχτα αὐτή, μεταξύ εὐφημίας καὶ ἐπιβιώσεως.
Αἴφνης σκοτείνιασε ἡ πλάση καὶ ἡ αὐτοκτονία ἀπέβη τὸ ὄνειρο ἑκάστου ἐχέφρονος ἀνθρώπου. Ὁ θεηφόρος ἔρως μόνη πειθὼ τῆς ζωῆς. Φυλακτὰ σὲ σχῆμα καρδίας ἀντίκρυσα στὸ βυζαντινὸ μουσεῖον Ἀθηνῶν. Στὰ λάσια μπράτσα τῶν ρεμπέτηδων συχνὰ βλέπω κεντημένη μιὰ καρδιὰ μὲ φυλλοκάρδια, ὅπου στὴ μέση της ἔχει τὸ ὄνομα τῆς πολυαγαπημένης.
Οἱ νεοελληνικοὶ αἰῶνες ἐγκυμονοῦσαν τὰ ρεμπέτικα τραγούδια. Στὸν ἔρωτα ὁ χρόνος ἐτάχθη ὑπὲρ τῶν ἀνδρῶν. Ἀφότου γεννηθήκαμε ὁ θάνατος ἀναμένει. Ἤπια τὰ χίλια πικρὰ ὄχι, πρὶν καταπιαστῶ μὲ τὰ ρεμπέτικα. Οἱ χαρὲς, ὅπως καὶ οἱ ἡδονές, ὁδηγοῦν στὴν γνήσια θλίψη. Σὰν χειρονομίες σφοδροῦ κοπετοῦ μοιάζουν τὰ φτερουγίσματα αὐτουνῶν ποὺ χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ὁ Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατὶ ἀποκαλεῖ τὸν ζεϊμπέκικο Χορὸ τῶν Χορῶν. Ἴσως, μόνον ἕνας ἐρωτευμένος μπορούσε νὰ συντάξει τὸν ἐπικήδειο τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν, ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ φαντάζουν σὰν μαγικὸς λουλουδότοπος μακρινὸς, ὁριστικὰ χαμένος καὶ ἀπροσπέλαστος. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου (ἰσχυρὸς ὡς ὁ ἔρως, πανίσχυρος ὡς ὁ θάνατος) ἐξακοντίζεται πρὸς τὸ παρελθόν. Ἡ θλίψη ἀποτελεῖ τὴν ἠχὼ τῶν ἐρωτικῶν λαϊκῶν ἀσμάτων. Εἴθε, σύντομα τὰ ἑλληνόπουλα νὰ διδάσκονται στὰ σχολεία τὴν ἀπαράμιλλη μελαγχολία τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν.
Θὰ σταδιοδρομήσω τοῦ λοιποῦ ὡς προδότης. Κατάβαθα κι ἐγὼ, κατάβαθα κι ἐσὺ, πληγώσαμε τὶς καρδιές μας. Ὅλη νύχτα μὲ ξυπνοῦσαν οἱ ἀναστεναγμοί μου. Εἶμαι φίλος τῶν νεκρῶν. Τὸ ἑπόμενο πάθος μὲ σώζει ἀπὸ τὸ προηγούμενο, μὰ κάθε πάθος κατακάθεται στὴν παλίμψηστη ψυχή μου σὰν μαυρίλα, καὶ τότε ἡ αὐτοκτονία ὑποδύεται τὴν λύτρωση. Ἡ ἰδιοφυΐα εἶναι ἡ μόνη ἀποδεκτὴ μορφὴ παραφροσύνης, ὁ δὲ οἶκτος φόρτος ἀλλοτρίων δυστυχιῶν. Οἱ μεγάλοι ἔρωτες, ὅλοι τους, εἶναι σὰν ἐρωτικὸ παράπονο. Ὁ ἔρως στερεῖται νίκης. Ἀρχίζει καὶ τελειώνει μὲ ἧττα τοῦ ἀνδρός. Σὰν τὸν Ἀχιλλέα ἤσουνα ὑπερήφανη καὶ σκληρόκαρδη· ὅμως, ὥρα σου καλή, ὅπου κι ἂν βρίσκεσαι, γλυκιά μου ἀγαπημένη.
Καθὼς χαμένο σκυλί, σκυλὶ τοῦ δρόμου, σέρνομαι αὐτὲς τὶς μαῦρες μέρες μὲ ἄδεια καρδιὰ καὶ κάθε δειλινὸ πέφτω, πέφτω, σ᾿ ἕνα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οἱ γυναίκες στεροῦνται φαντασίας καὶ πάθους, ἀλλὰ ἐγὼ ἀγάπησα καὶ ἀγαπήθηκα, κι ἐσένα δείχνω ὅταν ἐρωτηθῶ γιὰ τὸ νόημα τοῦ ἔρωτος. Λιποτάκτης στὴν μυριάνθρωπη ἔρημη Ἀθήνα ποὺ μὲ τρομοκρατεῖ κι ὅλο μὲ ἐξωθεῖ πρὸς τὴν αὐτοκτονία. Ἡ ἀπαισιοδοξία εἶναι ἀπόδειξη ἀνθρωπιᾶς. Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἐχθρὸς μου. Στὴν ἡλικία ὅπου τώρα πιὰ ἔφτασα τὸ νιώθω πεντακάθαρα πὼς εἶμαι ἕνας ἀποτυχημένος. Δὲν θὰ σκεφτόμουνα ποτὲ δίχως τὸ συνοικέσιον τῆς μελαγχολίας. Συχνὰ κλέβω ψυχὲς, μὰ ἐσὺ δὲν εἶσαι κοντὰ μου, οὔτε σὲ ξένα χέρια. Γέρασα μὲ ἐρωτευμένη καρδιὰ ἐφήβου. Εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ζεῖς μὲ ἀγάπη κι εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ κατέχεις, τόσο πολὺ, τὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς σου. Ἀδυνατῶ νὰ θάψω τὶς ἀναμνήσεις κι αὐτὸ θὰ προσδιορίσει τὸν θάνατό μου. Τὴν κοίτη τοῦ τάφου μου εἶδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θὰ ἄντεχες ἐσὺ μιὰ ζωὴ δίχως ἐλπίδες;
Ἀργεῖς· ἡ ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τὰ βράδια, ὁλομόναχος, κατάμονος, στὸ καμαράκι ποὺ ξέρεις, καὶ κατηγορῶ τὸν ἑαυτό μου, κι ὅλο σκέφτομαι περὶ τῆς ἀδυσωπήτου φθορᾶς τῶν αἰσθημάτων. Ὁ νοῦς μου ἀρμενίζει πρὸς τὴν ἀπελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλοὺς φίλους γύρω μου κι ἀπὸ τότε ζῶ σὰν πουλὶ τρομαγμένο. Σὲ περιμένω μέρα καὶ νύχτα καὶ κάθε αὐγὴ νὰ ξαναγυρίσεις σὲ καρτερῶ. Μὲ παρασύρει ἡ καρδιά μου (ἐσὺ, γλυκιὰ μου, ἀκόμη τὴν κυβερνᾶς) σὲ ἀναπολήσεις τῆς ἐξαίσιας μορφῆς σου, ποὺ οὔτε μπορῶ οὔτε θέλω νὰ ξεχάσω, καὶ ποὺ ἀφότου ἐχάθη σὲ μαῦρα σκοτάδια μ᾿ ἔριξε. Ἐκείνην ποὺ κάθεται ἀντίκρυ μου τὴν ἔχω μὲς στὰ στήθια μου. Οἱ σκιὲς τῶν δολοφονηθέντων φίλων, καὶ ψὲς τὴ νύχτα, ὅπως κάθε νύχτα, ἦρθαν ἀργοσαλεύοντας στὸν ὕπνο μου, καὶ τάχα ἤσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλὴ, μαραμένη. Εὐλαβούμενος τῆς μνήμης των περιδιαβάζω στὴν Ὁδὸν Ἀναπαύσεως. Ὅταν φεύγει ἡ ἀγαπημένη εἶναι σὰν νἄχει πεθάνει. Στὰ μάτια σου τὰ σημάδια τῆς προδοσίας. Ἡ ὁμορφιὰ μιᾶς γυναίκας εἶναι ἕνα ἔνδυμα εὐχαριστήσεως. Κλεῖσε με στὴν καρδιά σου κι ἂς τὸ ξέρουμε μόνον ἐμεῖς οἱ δυό.
Ἤκμασαν τὰ ρεμπέτικα τραγούδια τὴν ἐποχὴ ποὺ μετρούσαμε τάφους. Ἡ δράση σχεδὸν ἀποβλακώνει τὸν ἄνδρα. Οἱ ἄνδρες τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν ἀπεχθάνονται τοὺς μετριοπαθεῖς. Εἶναι σοφὸς ὅποιος ἀγαπᾶ κι ἐλπίζει, καὶ εἶναι σοφώτατος ὅποιος λυπᾶται. Ὁ ἐρωτευμένος καταντάει μισὸς ἄνθρωπος. Ὁ οἶκτος δέον νὰ θεωρεῖται τῆς ἀγάπης ἡ ἀνάληψις. Ἔρωτα μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς. Πάντα οἱ ἀπογοητευθέντες σώζουν τὴν οἰκουμένη. Μιὰ εἰδικὴ λεβεντιὰ ἀπαιτεῖται γιὰ νἆναι κανεὶς ἀνήθικος. Ἡ λογική μου ἐδρεύει στὴν καρδιά μου. Ὁ ἔρως θρέφει (ἀλίμονο) τοὺς ἰδεώδεις. Τὰ τοῦ παρελθόντος ἀγλαΐζονται. Ὁ κυνισμὸς φαίνεται πὼς εἶναι ὁ θώραξ τῶν εὐαισθήτων, ποὺ τοὺς προφυλάσσει ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς ἐνδοσκοπήσεως. Ὁ οἶκτος ἔρχεται μὲ τὰ χρόνια. Ἡ σκέψη εἶναι δυστυχία. Ἐξ οἴκτου ἁμαρτάνω. Τρομάζω ὅταν σκέφτομαι. Ὑπῆρξες τόσον ὡραία ποὺ σὲ σεβόμουνα. Εἶναι ἀντιδραστικὸς κι ὁ ἀρνούμενος νὰ ἀποθάνει. Ἀντιφάσκω, ἄρα ζῶ. Ἡ αὐτοκτονία εἶναι ἔκφραση ἀνταποδοτικὴ τῆς κοινωνικῆς ποινῆς τοῦ ψυχικοῦ ἐξοστρακισμοῦ. Ἡ μόνη προσωπικὴ χειρονομία στὴν αὐτοκτονία εἶναι ἡ αὐτόχειρη ἐκτέλεση μιὰς κοινωνικῆς ἀποφάσεως. Στὸν ἔρωτα ἑνὸς ἀνδρός, πιθανώτατα, ἔχει μεγαλύτερη σημασία τὸ ζέον αἴσθημα παρὰ τὸ ὄνομα τῆς ἀγαπημένης. Ἡ κεφαλή μου, τώρα, σὲ προσκέφαλο φέρετρον, κι ὄχι στὰ γόνατά σου, τώρα, ἀναπαύεται. Ἕναν σταυρὸ σοῦ χάραξα στὸ μέτωπο καὶ σὲ σημάδεψα. Μοναξιὰ θωπεία θανάτου.
Τὰ μάτια της προοιώνιζαν τὴν καταδίκη. Τίποτε δὲν μοῦ στοίχισε ὁ χωρισμὸς· τίποτ᾿ ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐνθρόνιση τῆς μελαγχολίας. Μᾶλλον δὲν ὑπάρχουν γυναῖκες ἀνιδιοτελῶς ἐρωτευμένες. Ἡ γυνὴ φιλοδοξεῖ νὰ ἀποβεῖ νεκροθάφτης τοῦ ἀγαπημένου της. Θάνατοι καὶ θάνατοι θὰ διαβοῦν μὰ σὺ θὰ βαστᾶς μέσα μου. Ἐσύ, ποὺ ἀπουσιάζεις κι ὡστόσο νιώθω νὰ μὲ κοιτᾶς μὲ χίλια μάτια. Ἐσύ, ποὺ ἤσουνα ἐκείνη μὲ τὰ πικρὰ δάκρυα καὶ τὰ ὁλόγλυκα φιλιά. Ἡ δεινή, ἐσύ, ποὺ μ᾿ ἀνάγκασες ν᾿ ἀγαπήσω τὰ λουλούδια περισσότερο ἀπ᾿ τους ἀνθρώπους. Ἐσύ, ἡ λύκων βρῶσις κι ὁ ἄγγελος τῶν ἐπιγείων λιβαδιῶν.
Ἔπραξαν τὸ πᾶν γιὰ νὰ μαράνουν τὴν ζωντανὴ καρδιὰ τῶν ρεμπέτηδων. Οἱ μεγάλες ψυχὲς ἀντιφάσκουν. Ἰσχυρότερη μνήμη εἶναι ἡ μνήμη τῆς καρδιᾶς. Ὁ λυρισμὸς ἦταν ἡ μόνη ἐπιτρεπτὴ στοὺς ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σὰν δροσερὸ φύλλωμα, τὰ παλαιὰ αἰσθήματα. Γιὰ μιὰν ἀκόμη φορά, στὴν ἄκρη τοὺ γκρεμοῦ, ἀλλάζω ψυχὴ κι ὁ νοῦς μου ἀνθοφορεῖ. Καλβῖνος του ἁγνοῦ ἔρωτος, ἐλπίζω πὼς καὶ ἡ πλέον ἄσπλαχνη ἀγαπημένη δὲν δύναται νὰ σκοτώσει τὴν ποίηση ποὺ κρύβει μέσα του ἕνας σιωπηλὸς ἄνδρας.
Βασικῶς τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι λαϊκὰ ἅσματα τῆς ἀγάπης καὶ, εἰδικώτερα, τῆς ἐρωτικῆς ἐγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τὰ μισὰ ρεμπέτικα ἔχουν τὸν ἔρωτα θέμα τους, καὶ τὰ πιὸ πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ θρηνοῦν τὸν ἐρωτικὸ χωρισμό· τὴν πικρότατη ὀρφάνια. Ὁ ρεμπέτης γνωρίζει ὅτι ὁ ἔρως εἶναι μεταθετὸ αἴσθημα καὶ ὅτι ὁ οἶκτος τῶν ἐπικυριάρχων ἡ ἀγάπη εἶναι. Τόσο ἔδειραν τὰ πάθη τοὺς ἀνθρώπους τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν ὥστε ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπροσωποῦν τὸν ἑαυτό τους. Στὰ δημώδη ἅσματα ὁ ἐραστὴς καταπλήσσει μὲ τὴν ἀνδρεία, ἐνῶ ὁ ἐραστὴς τῶν ρεμπέτικων τραγουδιὼν ἐκλιπαρεῖ, καθικετεύει, ἑλκύει διὰ τοῦ οἴκτου. Σὲ λιτανεία μετήλλαξε τὸν πανδαμάτορα ἔρωτα τὸ ρεμπέτικο τραγούδι, ὅπου οἱ περιπτύξεις εἶναι ψυχικὲς οἱ δὲ μνῆμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ὀρθόδοξος ἐρωτικὸς πρωθιερεὺς ἀντιλαμβάνομαι σαφῶς πὼς ἂν δὲν χτίσεις μιὰ ζωὴ σφαλμάτων καὶ ἁμαρτιῶν δὲν θὰ ἐξαρθεῖς εἰς ὑπήκοον τοὺ θανάτου, πὼς ὁπωσδήποτε καλύτερα εἶναι νὰ σὲ σκοτώσουν παρὰ νὰ αὐτοκτονήσεις ἀφοῦ ἡ ἀνίκητη τρομερὴ πλειοψηφία τῶν μοχθηρῶν οὔτε αἰδημοσύνην οὔτε χλωρὸν φόβον ἔνιωσε ποτέ, καὶ, πὼς ἡ καρδία οἶκος τῆς ψυχῆς ἐστίν. Ἡ φιληδονία εἶναι ἀληθινὴ ἀρρώστια. Τὸ γυμνὸ κορμί σου (εὐφροσύνη τῆς ὁράσεώς μου) ὁδηγεῖ στὸ φθινόπωρο, στὸ φθινόπωρο. Οὐσιαστικῶς τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι ἐρωτικὲς ἐπιστολὲς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δύο. Δὲν σὲ ἀναπολῶ παρὰ σὰν μιὰν ὅμορφη κοπέλα (ὦ, μεγαλεῖον τῶν ὑψηλῶν γυναικῶν) νὰ ἔρχεσαι μὲ τὴν ἀγκαλιὰ γεμάτη ἄνθη, καὶ τότε σὲ φιλοῦσα καὶ μὲ ἀντιφιλοῦσες, πίστη μου κι ἐλπίδα μου. Ἀγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως ἄγνωστη ποὺ δὲν ξεχνιέται. Ἑορτὴ τῶν Νεκρῶν ἡ μέρα τοῦ χωρισμοῦ. Εἶπες παντοῦ πὼς μὲ μισεῖς, σὰν ὅμως ξανανταμώσαμε, τὴν ὕστατη φορὰ, ἐδάκρυσες καὶ μὲ τρυφερότητα ἅπλωσες τὸ πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στὸ ἱδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα ἐδῶ κοντὰ φτερουγίζεις — μακριά μου ὅσο ποτὲ. Μὲ θυμᾶσαι ἆραγε ἀκόμη, φευγάτη μου ἀγάπη;
Οἱ ἐρωτευμένοι χρησιμοποιοῦν ὁλόχρυσα λόγια, λόγια ποὺ καῖνε, ἂν καὶ ἡ ἀγάπη νιώθεται καὶ δὲν τὴν ἀποδεικνύουν. Οἱ ἐρωτευμένοι ἐκφράζονται μὲ ὑπερβολὲς γιατὶ διαβιοῦν ἐν ὑπερβολαῖς. Ὅσο κι ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει βουνὸ τὴν καρδιὰ ἀδυνατεῖ νὰ ἀγαπήσει πολλὲς φορὲς στὴ ζωή του. Ὁ ἔρως εἶναι ἕνας γλυκόπικρος ἐφιάλτης, σάβανο τῶν ζωντανῶν, φονεὺς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπὸς πουλιῶν, ἐλευθερωτής. Τέτοιους ἔρωτες ψάλλουν τ᾿ ἀδέρφια μου, οἱ ἔσχατοι ρεμπέτες.

Ἀθῆναι, Μάϊος 1967.
Ἠλίας Πετρόπουλος (ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ρεμπέτικα Τραγούδια» )



Ο άνθρωπος που μιλούσε με τα πουλιά...

Του Ν. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ.


«Εμείς, λοιπόν, διηγάται ο Παλάσης, ο πρόσφυγας, γείτονας και φίλος γκαρδιακός του Κεμάλ, τον περισσότερο καιρό, τον περνούσαμε έτσι. Περιβόλι, βουνό, σπίτι, καφενέ. Είδες όμως που πήγα να το ξεχάσω; Αργά και πού ανηφορίζαμε στο ριζαύτι του βουνού όπου ξεφύτρωνε ανάμεσο σε σκοίνους και σμύρνα ο καφενές του Φανούρη του Ανάποδου - έτσι τον έλεγαν για τις παραξενιές και τις ιδιοτροπίες του - ν' αλλάξουμε καμιά κουβέντα συναμεταξύ μας. Σα να 'μαστε μια φαμελιά Τούρκοι και Ρωμιοί, καπνίζαμε τους ναργιλέδες μας και πειραζόμαστε με αγαθό κι ήρεμο τρόπο. Κι είχαμε σέβας κι αδερφοσύνη - πώς αλλιώς να το πω; - ο ένας στον άλλον.
Πολλές φορές μου πέρναγε από το νου η ιδέα, καθώς έπινα τη σουμάδα μου, πως μπορεί και να καθόντουσαν στο βάθος του καφενέ, κι ας μην τους βλέπαμε μεις, ο Χριστός με τον Προφήτη και παίζανε κολτσίνα ή ξερή. Ημαρτον, Θεέ μου! Εμένα, πάντως, έτσι μου φαίνονταν. Ενα σούρουπο πάλι (παραμονή του Σωτήρα Χριστού) σήμαιναν σπερνά και οι καμπάνες σα να 'χανε γίνει το ένα τους με τους αμανέδες του Χότζα απ' τ' αντικρινό τζαμί... Ποτές μου δε θα ξεχάσω αυτό που έγινε τότες! Καθώς εμείς οι Ρωμιοί κάναμε το σταυρό μας, σηκώνεται ξαφνικά ένας πολυκαιρίτης Τούρκος, σεβάσμιος άνθρωπος κι ήρεμος σαν το φως του λύχνου. Λέει:
« Κάθουμαι κι αφουγκράζομαι χωριανοί τη γλύκα που βγάνει από μέσα του το σίδερο. Και την ίδια ώρα φέρνω στο νου μου το λαγούτο και μου 'ρχεται λιγοθυμιά στη θύμησή του. Λέω: Πώς γίνεται ξύλο και σίδερο να 'χουνε τέτοια δύναμη που να σου παίρνουνε το νου και την ίδια ώρα να μερεύει η ψυχή σου κι η αγκάλη σου ν' ανοίγει κρίνος να δεχτεί τον τυχόντα άνθρωπο, ακόμα και τον οχτρό σου; Ε, για πέστε μου εσείς; Το δίχως άλλο δεν μπορεί παρά να 'ναι θέλημα και του Θεού και του Προφήτη!»
Αυτά είπε κείνο το βράδυ, παραμονή του Σωτήρα Χριστού, ο Μουχτάρ ο Μπαρμπάρογλου, ο πολυκαιρίτης Τούρκος. Κι εμείς όλοι, η πελατεία του μαγαζιού, Ρωμιοί και Τούρκοι, κοιταχτήκαμε καλοσυνάτα και σηκωθήκαμε με σέβας να τον ξεβγάλουμε, καθώς μας καληνύχτιζε τραβώντας ήσυχα - ήσυχα για το κονάκι του.
Ο Χριστός με τον Προφήτη θα 'χανε σίγουρα ακούσει τα λόγια του σεβάσμιου γέροντα από το βάθος του καφενέ που παίζανε την κολτσίνα τους. Μπορεί να χαμογελάσοανε κιόλας... Κι ύστερα θα συνέχισαν το δίχως άλλο την παρτίδα τους. Ομορφοι καιροί τότες, πώς να τους ξεχάσεις!
Φεύγαμε από τον καφενέ του Φανούρη κι όπως είχε πέσει στο μεταξύ κι η νύχτα τραβούσαμε ήσυχα - ήσυχα και δίχως μιλιά για το φτωχικό μας. Από τα περβόλια έρχονταν η μυρωδιά των μποστανικών και της λυγαριάς από τον όχτο του ποταμού, να φραίνεται η ψυχή σου μοσκοβολιά!
Ανάβαμε τότε τα λυχνάρια και καθόμασταν στην αυλή. Εγώ έφερνα ρακί με χταπόδια στο ξίδι κι εκείνος μανιτάρια στο τηγάνι με κατσικίσιο βούτυρο, ένα πράμα να σου φεύγει ο νους! Διηγούμασταν παλιές ιστορίες και πίναμε. Ανάμεσα στην κουβέντα μας ακούγαμε τα νυχτοπούλια που σάλευαν στις φυλλωσιές, κάποτες έφταναν τ' αηδόνια, να σου 'ρχεται λιγοθυμιά να τ' ακούς! Ηταν κι ένα φούλι αράπικο που 'χε φυτέψει ο Κεμάλ δίπλα στο πηγάδι π' άφηνε γλυκιά μοσκοβολιά...
Αυτή ήταν η ζωή μας. Περβόλι, σπίτι, καφενές. Εγώ, μιας κι ήξερα πέντε κολλυβογράμματα, πήγαινα τις Κυριακάδες και τις γιορτές στον Αγιο Μηνά και βοήθαγα τον παπά-Ιγνάτιο στο ψάλσιμο. Ηρεμα και γλυκά χρόνια, σαν το μελωμένο πολυκαιρίσιο κρασί!
... Οπου ξαφνικά ήρθε το κακό. Ξέσπασε ο πόλεμος, μπήκε ο Στρατός μας στη Μικρασία... Αρχισε κι από κει να πέφτει το λεπίδι. Κι οι Τούρκοι μας έβλεπαν τώρα, όχι βέβαια όλοι τους, μ' άλλο μάτι, μάτι οχτρού. Ησαν κι οι ρέμπελοι που κατέβαιναν τις νύχτες από τα Βουνά, οι Τσέτες, όπως τους έλεγαν. Αυτοί πέφταν τη νύχτα σαν τους δαιμόνους στο στρατό μας ή στα χωριά που κατοικούσαν Ρωμιοί... Χάθηκε πολύς κόσμος αυτοί δε χαριζόντουσαν σε κανένα! Αντρες και παιδιά τους περνούσαν όλους από λεπίδι και τις γυναίκες αφού τις ντρόπιαζαν, τις ξεκοίλιαζαν. Φόβος και τρόμος είχε κυριέψει τους δικούς μας. Τις νύχτες φύλαγαν βάρδιες μη φανούν οι Τσέτες. Αν τους παίρναν είδηση, το 'σκαγαν, πιάναν τα βουνά για να σωθούν. Μερικοί τραβούσαν για τη θάλασσα, μη βρεθεί κανένα καΐκι και τους πάρει για την πατρίδα! Ηταν σα να τους μίλαγε μια μυστική φωνή πως τα ψωμιά των Ρωμιών ήσανε λίγα.
Ο κακομοίρης, ο φίλος μου ο Κεμάλ τα 'χε χαμένα. Δεν ήξερε τι να κάμει για να με προστατέψει. Μια μέρα με παίρνει στο βάθος του σπιτιού του και μου δείχνει ένα παμπάλαιο ντουφέκι, για γκρα έμοιαζε.
- Μη φοβάσαι, ακαρντάση, μου λέει. Μ' αυτό - και μου δείχνει το πανάρχαιο ντουφέκι - δε θα σ' αφήσω να σε κόψουν.
Με συγκίνησε, τον αγκάλιασα, δάκρυσαν τα μάτια μου. Ο φτωχός έτρεμε στην ιδέα πως θα 'ρθουν οι Τσέτες να με σφάξουνε. Ακουγε στο μεταξύ και τα μαντάτα που 'φταναν, δεν τον έπαιρνε ύπνος. Του ξέφυγε κάποτες και μου είπε πως πολλά βράδια ξενυχτούσε, μα την αγάπη του για τα πουλιά τη βαστούσε. Δεν έμεναν ούτε μέρα χωρίς το φαΐ τους, χωρίς τη γαβάθα με το δροσερό τους νερό.
Ετσι είχαν τα πράγματα, όταν μια νύχτα αφέγγαρη ακούστηκε ψηλά από το πεύκο η φωνή: «Βοήθεια! Τσέτες!».
Και την ίδια ώρα ένα παράξενο πουλί με χρωματιστά φτερά έπεσε σπαρταρώντας στο τραπέζι που τρώγαμε κι αφού φτεράκιζε κάμποσο σαν παραλοϊσμένο, σηκώθηκε στον αέρα, το χώνεψε η νύχτα.
- Θα το 'χει χτυπήσει κυνηγός! Ετσι είπε ο Κεμάλ και βάλθηκε να τ' ανακαλύψει στο σκοτάδι, οπότε ξανακούστηκε πάλι η φωνή φερμένη από κοντά: «Βοήθεια! Βοήθεια! Τσέτες!».
Και την ίδια ώρα μακριά πέσανε ντουφεκιές. Τότες καταλάβαμε πως ήταν το πουλί, ένας παπαγάλος, που μιλούσε. Το δίχως άλλο κάποιος δικός μας, Ρωμιός, θα το 'χε δασκαλέψει να φωνάζει έτσι σαν καταλάβαινε τους Τσέτες να σιμώνουν. Αραγες θα πρόλαβε ο ίδιος να φύγει; Οπως και να 'χει το πράγμα, ο Κεμάλ κράτησε το πουλί ως ότου φανεί τ' αφεντικό του και το πάρει πίσω.
Τον πρώτο καιρό αυτό ήταν ήσυχο, αργότερα όμως άλλαξε ξαφνικά, χτυπούσε τα φτερά του αγριεμένο, φώναζε. Πεταγόμασταν πολλές νύχτες στον ύπνο μας, τρέχαμε στο σκοτάδι, πού ήξερες τι μπορούσε να συμβεί! Ακούγαμε κάθε μέρα πια τους Τσέτες που 'κοβαν τους δικούς μας σαν τα κοτόπουλα... Φόβος και τρόμος βασίλευε ολούθε.
Κάποτες το πουλί μέρεψε, έκοψε τις φωνές τη νύχτα. Ο Κεμάλ του 'βαζε κι αυτουνού σαλιγκάρια και σπόρους, έγινε το ένα του με την άλλη οικογένεια των πουλιών.
Εμείς ξαναβρήκαμε τον ύπνο μας, όλα έγιναν όπως πριν. Είχανε σταματήσει κι οι Τσέτες να κατεβαίνουνε από τα βουνά, μέρεψε ο τόπος. Πέρασαν έτσι, ένας - καν' δυο μήνες, δε θυμάμαι και καλά. Κάπου ακούστηκε πως όπου και 'ναι θα γίνει ανακωχή, έτσι είπαν. Μπήκανε, λέει, στη μέση οι Μεγάλες Δυνάμεις, να σταματήσουνε τον πόλεμο, να φιλιώσει πάλι ο κόσμος... Ετσι λέγανε...
Εκείνη τη νύχτα έπεσε η πρώτη βροχή, είχε έρθει ο χιονόπορος έκανε πολλή ησυχία, μόνο οι σταλαματιές ακούγονταν όπως πέφταν απάνω στις λαμαρίνες στο χαγιάτι. Τότες ξανακούστηκε πάλι η φωνή του πουλιού απ' τα πεύκα σα να σπάραζε άνθρωπος που έβγαινε η ψυχή του: «Βοήθεια! Βοήθεια... Τσέτες!».
Τινάχτηκα αλαφιασμένος ακούγονταν ριπές από πολυβόλο, χαλούσε ο κόσμος... Σα να μου φάνηκε πως άκουσα κάπου κει δα πως χτυπούσε κι ένα αλλιώτικο όπλο, ο νους μου πήγε αμέσως στον Κεμάλ... Να πήρε είδηση άραγε; Ή μήπως τον είχε σε βύθιση ο ύπνος;
- Κεμάλ, Κεμάλ, φώναξα, ξύπνα αμέσως, θα μας σκοτώσουν. Μα κανένας δεν έδωσε απόκριση στη φωνή μου, μόνο το πολυβόλο ακούγονταν πιο σιμά τώρα και το πουλί που δεν έλεγε να σταματήσει το σπαραγμό του. Χίμηξα όξω, έγινα ένα με το σκοτάδι. Η βουή από τα νερά του ποταμού μ' έφερε ως τον όχτο, βούλιαξα μέσα στη λάσπη.
«Ηρθε το τέλος μου!», είπα και θυμήθηκα ξανά τον Κεμάλ. Τι να 'χει απογίνει άραγε; Υστερα έκλεισα τα μάτια μου και περίμενα από στιγμή σε στιγμή το θάνατο... Κάποια στιγμή το πολυβόλο έπαψε ν' ακούγεται, χάθηκαν κι οι φωνές που βλαστήμαγαν στα τούρκικα. Πέρασαν ώρες έτσι. Υστερα άρχισε ν' αχνοφέγγει...
Σηκώθηκα αργά σαν ίσκιος, χτένισα με τα μάτια μου το ξέφωτο. Μακριά είδα καπνούς, άκουσα ανθρώπινες φωνές που κλαίγαν με λυγμούς. Μύριζε αποκαΐδια ο τόπος και θάνατο. Κι ο Κεμάλ; Πού να βρίσκεται άραγε; Τότε ήρθαν στο νου μου οι ντουφεκιές από το παλιό όπλο που ακούστηκαν στην αρχή, μαζί με τις ριπές του πολυβόλου.
Αλαφιασμένος, με την καρδιά μου έτοιμη να γίνει κομμάτια, άρχισα να τρέχω κατά τη μεριά του σπιτιού. Τότες ξεχώρισα το κορμί του, κόσκινο απ' τις σφαίρες, μ' ανοιχτά τ' αγαθά του μάτια, να κείτεται μέσα στις στάχτες, αγκαλιά με τον πανάρχαιο γκρα, το ντουφέκι του.
Τα κατάλαβα όλα μονομιάς, τα μάντεψα. Από τις φωνές και τα κρωξίματα του πουλιού θα πετάχτηκε απ' το στρώμα του ο Κεμάλ, θα πήρε το ντουφέκι του και θα 'ριχνε πάνω στους Τσέτες, βάζοντας την ίδια ώρα τις φωνές, αυτές που στην αρχή εγώ είχα ακούσει κι έλεγα μην ήταν στ' όνειρό μου: «Φεύγα γρήγορα, Παλάση, θα σε κόψουν!»
Σίγουρα θα 'θελε αυτή η άγια ψυχή να μου δώσει τον καιρό να φύγω να γλιτώσω... Και πλήρωσε με τη ζωή του ο έρμος. Επεσα απάνω του, του 'κλεισα τα μάτια... Εφερα γρήγορα ανθόνερο, τον έπλυνα σα Χριστό. Υστερα έσκαψα στο περιβόλι «μας» έναν τάφο, τον έθαψα. Εκλαψα, δε σταμάταγαν τα μάτια μου για πολλή ώρα... Ενα θάμπος αποσκέπαζε τα μάτια μου. Ξαφνικά άκουσα φτερουγίσματα πάνω από το κεφάλι μου. Κι είδα τότες το πουλί (ανατριχιάζω τώρα που το λέω), τον παπαγάλο, που κατέβηκε και κάθισε πάνω στο μνήμα του Κεμάλ βγάζοντας κάτι παράξενα κρωξίματα, σα φωνές μικρούς παιδιού που κλαίει. Ορκο παίρνω στο Θεό πως αυτό που έβγαινε από το στόμα του πουλιού δεν ήταν άλλο παρά σκέτο παιδίστικο κλάμα.
Υστερα άρχισα να «τοιμάζω τα πράγματά μου να φύγω, δε με χώραγε άλλο ο τόπος. Εκανα ένα μπόγο με λιγοστά πράγματα, τ' απαραίτητα για ταξίδι. Μια - δυο κουβέρτες, μια παλιά χλαίνη, δυο - τρεις αλλαξιές ρούχα, ένα ξουράφι παλιό, ένα καρβέλι ψωμί, λίγα λουκάνικα καπνιστά, ένα σουγιά, ελιές θρούμπες, τυρί κι ένα μεγάλο φλασκί με νερό. Το 'χα πάρει απόφαση. Θα κατέβαινα προς τη θάλασσα. Θα 'βρισκα κι άλλους στο δρόμο, έτσι σκέφτηκα, κι αν ήταν το ριζικό μας να βρίσκαμε κανένα καΐκι. Σάματις είχαμε να διαλέξουμε κι άλλη λύση; Ετσι λογάριαζα.
Κι απάνω που κινούσα να φύγω, γίνεται τούτο το παράξενο.
Πέφτει απάνω μου το πουλί, μ' ανοιχτές φτερούγες, σα να 'θελε να μου κλείσει το δρόμο, «πού πας» σα να μου 'λεγε. Και την ίδια ώρα βάζει πάλι κείνες τις σπαραχτικές κραυγές που μοιάζαν με κλάμα. Τούτη τη φορά εμένα μου φάνηκε πως με παρακαλούσε, σα να 'θελε να μου πει; «Και μένα πού μ' αφήνεις;».
Ράγισε η ψυχή μου, θυμήθηκα τα νυχτερινά. Κι αναρωτήθηκα: στ' αλήθεια, αν δεν ήταν αυτό, θα ζούσα τώρα; Γύρισα πίσω στο σπίτι. Βρήκα ένα κλουβί, το 'βαλα μέσα, δεν εναντιώθηκε. Κείνη την ώρα δεν πέρασαν απ' το νου μου οι δυσκολίες που μου 'φερνε το ταξίδι. «Ο Θεός να μας βοηθήσει και τους δυο», είπα κι έριξα μια τελευταία ματιά στο μέρος που έζησα τόσα χρόνια με τον Κεμάλ. Εσκυψα, πήρα λίγο χώμα από τον τάφο του κι ένα μαυροκούκικο κομπολόι από το πεζούλι που δεν τ' αποχωρίζονταν ποτέ.
Ακούγονταν τα πουλιά που 'χαν κατέβει απ' τις πεύκες κι από τη ρεματιά και περίμεναν το φαγητό τους. Ενα βάρος πλάκωνε την ψυχή μου. Θάμπος πάλι αποσκέπασε τα μάτια μου.
- Κακόμοιρα και σεις, είπα από μέσα μου, τι θα γίνετε τώρα; Ας σας βοηθήσει ο Μεγαλοδύναμος, αυτός δεν αφήνει κανένα πλάσμα του να χαθεί.
Να μη σου τα πολυλογώ, ένας Θεός μονάχα το ξέρει πώς τα κατάφερα μαζί με δυο-τρεις ακόμα δικούς μας να φτάσουμε κάτω στη θάλασσα.
Στο δρόμο αλλάζαμε χέρια το κλουβί για να μην κουραστούμε. Πέσαμε πάνω σ' ένα Λημνιό καπετάνιο, μάλαμα ψυχή, μας έφερε στην πατρίδα. Εφερα και το πουλί μαζί μου, έχουμε μια οικογένεια οι δυο μας, πώς να τ' αποχωριστώ;
Εδώ τελείωσε την ιστορία του ο Παλάσης, ο πρόσφυγας.
Τώρα αυτός δε ζει πια, πάνε κάμποσα χρόνια που πέθανε. Και μετά από λίγες μέρες το πουλί χάθηκε, κανείς δεν έμαθε τι απόγινε.



Φλώρινα: Λύκος νεκρός από φόλα!

 ΟΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΟΡΓΙΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ!

Από δηλητηριασμένο δόλωμα, πέθανε λύκος στην περιοχή του Νυμφαίου. Πρόκειται για ένα νεαρό αρσενικό ζώο, ηλικίας περίπου 1,5 έτους, που εντοπίστηκε σε άσχημη κατάσταση από διερχόμενο ποδηλάτη στην περιοχή του Νυμφαίου Φλώρινας, το πρωί της περασμένης Κυριακής.
Μέλη της περιβαλλοντικής οργάνωσης «Αρκτούρος» επιχείρησαν για τη διάσωσή του, παρέχοντας στο λύκο τις πρώτες βοήθειες και στη συνέχεια τον μετέφεραν στον Κτηνιατρικό Σταθμό Περίθαλψης Άγριων Ζώων της Οργάνωσης. Δυστυχώς, λίγο αργότερα ο λύκος εξέπνευσε από πνευμονικό οίδημα.
Η νεκροψία του ζώου πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Κτηνιατρική σχολή του ΑΠΘ και οι μακροσκοπικές ενδείξεις συστήνουν δηλητηρίαση από κατανάλωση φόλας. Τα δείγματα που ελήφθησαν έχουν σταλεί για περαιτέρω τοξικολογικές αναλύσεις.
«Δυστυχώς, η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων αποτελεί μία ακόμη σοβαρή απειλή για τη βιοποικιλότητα. Πρόκειται για διαδεδομένη και παράνομη μέθοδο για τη θανάτωση άγριων ζώων, πολλά από τα οποία είναι απειλούμενα», επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση της περιβαλλοντικής οργάνωσης.

31/8/10

Δώστε μια ευκαιρία στην Άγρια Ζωή!


Τα βιοκαύσιμα θέτουν σε κίνδυνο την Αφρική!

Έρευνα της Οργάνωσης «Φίλοι της Γης»!
Η στροφή προς τα βιοκαύσιμα σηματοδοτεί την έναρξη του «νέου αγώνα αναζήτησης καλλιεργήσιμης γης» στην Αφρική, την ώρα που ξένες εταιρείες έχουν εξαγοράσει τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια εκτάρια σε ένδεκα αφρικανικές χώρες, σύμφωνα με έρευνα Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης και το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters.
Σύμφωνα με την Μη Κυβερνητική Οργάνωση "Φίλοι της Γης", η εξαγορά από ευρωπαϊκές και ασιατικές εταιρείες εκτάσεων για την καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου έχει ως αποτέλεσμα την αποψίλωση των δασών.
Τα εδάφη αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή των πρώτων υλών για την κάλυψη των αναγκών του τοπικού πληθυσμού, υποστηρίζουν οι "Φίλι της Γης", ενώ εκτιμούν πως στην προσπάθεια απόκτησης τροφής μπορεί να ξεσπάσουν συγκρούσεις ανάμεσα στις τοπικές κοινότητες.
Οι υποστηρικτές, ωστόσο, των βιοκαυσίμων υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που βοηθούν στην καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Σύμφωνα, ωστόσο, με τους επικριτές, η παραγωγή ζημιώνει τη γεωργία, ενώ το περιβαλλοντικό κόστος της αποψίλωσης των δασών ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό τα οικολογικά οφέλη των βιοκαυσίμων.
Η Κένυα και η Αγκόλα μελετά την πρόταση παραχώρησης 500.000 εκταρίων για την παραγωγή βιοκαυσίμων. Παρόμοιο σχέδιο αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή και στο Μπενίν, σε μια έκταση 400.000 εκταρίων.
Στην Τανζανία, οι παραγωγοί ρυζιού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους για να δημιουργηθεί χώρος για την καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου, σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα.
"Ο ανταγωνισμός για τη γη και η εγκατάλειψη βασικών καλλιεργειών όπως η μανιόκα για την παραγωγή βιοκαυσίμων μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των τροφίμων και της γης", προειδοποιεί η Μη Κυβερνητική Οργάνωση.
Τον περασμένο μήνα, σύμφωνα με ερευνητές του Imperial College, της ομάδας που εξειδικεύεται στη μελέτη των εκπομπών αερίων και του φαινομένου του θερμοκηπίου, τα βιοκαύσιμα θα τονώσουν τις επενδύσεις στην Αφρική.

************************

Αναδημοσίευση από εδώ: Τα βιοκαύσιμα θέτουν σε κίνδυνο την Αφρική

Ο λαός της Γκρενόµπλ.

Οταν η βασιλική εξουσία αποφάσισε να ακρωτηριάσει τις τοπικές συνελεύσεις, ο λαός της Γκρενόµπλ βγήκε στα κεραµίδια. Δεν είχε βέβαια τότε την ιστορική επίγνωση πως έβαζε έτσι την υπογραφή του στην ιδρυτική πράξη της Γαλλικής Επανάστασης. Σίγουρα µια επανάσταση δεν ξεσπάει µε την εκπυρσοκρότηση ενός πιστολιού. Οµως, αυτό ακριβώς συνέβη στις 7 Ιουνίου 1788 στην Γκρενόµπλ. Ηταν το πρώτο χτύπηµα που άνοιξε την αυλαία του επαναστατικού δράµατος. «Εκείνη την ηµέρα είδα να κυλάει το πρώτο αίµα της Γαλλικής Επανάστασης», θυµάται ο Σταντάλ. Στην Γκρενόµπλ ήδη επικρατούσε αναταραχή εξ αιτίας της οικονοµικής κρίσης στην οποία είχε βυθιστεί η καταχρεωµένη χώρα. Η απόφαση του καρδινάλιου Στεφάνου Καρόλου να καταργήσει την τοπική συνέλευση, προκειµένου να επιβάλει ανενόχλητος νέο φόρο, αποδείχτηκε εµπρηστική.
Η κατάσταση των αστικών πληθυσµών ήταν τεταµένη εξαιτίας της κακής σοδειάς και της µεγάλης αύξησης της τιµής του ψωµιού. Και αυτές οι εντάσεις µεγεθύνονταν από την άρνηση των προνοµιούχων τάξεων (της Εκκλησίας και της αριστοκρατίας) να σηκώσουν αυτές έστω και το παραµικρό φορολογικό βάρος. Αρνούµενος να υποκύψει σε έναν «µισητό δεσποτισµό», ο λαός κινητοποιείται µέσω της συνέλευσης που συγκαλεί σύγκληση των τάξεων. Οι αρχές της Γκρενόµπλ ζητούν οδηγίες από την κεντρική κυβέρνηση. Και η απάντησή της έρχεται χωρίς περιστροφές: «Συντρίψτε τους εξεγερµένους!». Η κυβέρνηση στέλνει στρατεύµατα και οι κάτοικοι της πόλης βγαίνουν στους δρόµους. Σκαρφαλώνουν στις στέγες των σπιτιών και αντιµετωπίζουν τους στρατιώτες µε έναν καταιγισµό από κεραµίδια. Μόλις πέντε ετών τότε, από κάποιο παράθυρο που βλέπει σε έναν µεγάλο δρόµο, ο Σταντάλ κοιτάζει «µια γριά να κρατάει τα παπούτσια της στο χέρι και να φωνάζει µε όλη της τη δύναµη:Επαναστατώ! Επαναστατώ!». Χωρικοί οπλισµένοι µε δρεπάνια, τσεκούρια και τουφέκια έχουν καταφέρει να τρυπώσουν στην πόλη µέσα από τις οχυρώσεις. Ενας γέρος και ένα δωδεκάχρονο παιδί θα πέσουν νεκροί. Μέχρι το απόγευµα, ο διοικητής των στρατευµάτων διαπιστώνει πως η κατάσταση έχει γίνει πια πολύ ανησυχητική. Αποφασίζει να επιτρέψει τη σύγκληση των τάξεων και αποσύρει τα στρατεύµατά του από την πόλη. Οµως, το πρώτο αίµα έχει ήδη τρέξει. Και στις µέρες και τα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα ρέει άφθονο. Το όνειρο της γαλλικής αστικής τάξης για συνταγµατική αποκατάσταση και κοινωνική ευηµερία θα πραγµατοποιηθεί, αλλά θα έρθουν να το ταράξουν πολλές ακόµη επαναστάσεις.
«Κοιµόµαστε πάνω σε ένα ηφαίστειο», έγραφε ο Αλέξις ντε Τοκβίλ. «Ενας άνεµος επανάστασης φυσάει και η καταιγίδα φαίνεται στον ορίζοντα». Επιβεβαιώθηκε το 1848, όταν οι µικροµεσαίες και οι εργατικές τάξεις που ο «αστός µονάρχης» Λουδοβίκος Φίλιππος είχε αποκλείσει από την πολιτική και οικονοµική ζωή βγήκαν στους δρόµους. Στη Φεβρουαριανή Εξέγερση, οδοφράγµατα στήθηκαν στο Παρίσι και συγκρούσεις ξέσπασαν ανάµεσα στους εξεγερµένους και τη φρουρά της πόλης. Πενήντα δύο άνθρωποι έπεφταν νεκροί. Στον δρόµο του προς τα ανάκτορα το πλήθος πυρπολούσε τα πάντα, αναγκάζοντας τον Λουδοβίκο Φίλιππο να παραιτηθεί. Από τις φλόγες της επανάστασης ιδρύεται η Δεύτερη Γαλλική Δηµοκρατία, που αναγνωρίζει το δικαίωµα στην εργασία και την κοινωνική µέριµνα των ανέργων. Ο σοσιαλιστής Λουί Μπλαν αναλαµβάνει την οργάνωση της εργασίας.
Οµως, µια συντηρητική στροφή της κυβέρνησης θα προκαλέσει την αιµατηρή αλλά αποτυχηµένη εργατική εξέγερση του Ιουνίου. Ο Λουδοβίκος Ναπολέων θα εκλεγεί πρόεδρος της Δεύτερης Δηµοκρατίας, κυρίως µε την υποστήριξη των χωρικών. Τρία χρόνια αργότερα θα αναστείλει τη λειτουργία της αιρετής Εθνοσυνέλευσης και θα ιδρύσει τη Δεύτερη Γαλλική Αυτοκρατορία. Μα και αυτή θα έχει ηµεροµηνία λήξεως: το 1871. Ηταν η χρονιά της Παρισινής Κοµµούνας, µία εξέγερση η οποία προκλήθηκε από την καταστροφή που επέφερε η γαλλική ήττα στον γαλλοπρωσικό πόλεµο. Εκατοντάδες χιλιάδες Παριζιάνοι, µέλη µιας Εθνοφυλακής, ήταν από καιρό οπλισµένοι αψηφώντας την ήττα και πανέτοιµοι να πολεµήσουν σε περίπτωση εισβολής των Γερµανών. Ο αρχηγός της προσωρινής µεταπολεµικής κυβέρνησης, Αδόλφος Θιέρσος, έβλεπε µε ανησυχία πως ουσιαστικά αποτελούσαν µια παράλληλη πολιτική και στρατιωτική εξουσία. Για ένα διάστηµα µάλιστα, από τον Μάρτιο µέχρι τον Μάιο,  το Συµβούλιο της Κοµµούνας ανέλαβε τη διακυβέρνηση του Παρισιού, µε ριζοσπαστικές πολιτικές που προωθούσαν αναρχικοί και σοσιαλιστές µέλη του.
Οι πρώτες συγκρούσεις µε τον τακτικό στρατό του Θιέρσου άρχισαν τον Απρίλιο και γενικεύθηκαν τον Μάιο. Ο ιστορικός Αλφρεντ Κόµπαν αναφέρει 30.000 νεκρούς και 50.000 εκτελεσθέντες και φυλακισθέντες. Το απόγευµα της 28ης Μαΐου, ο στρατάρχης Μακµαόν εξέδιδε αυτήν την ανακοίνωση: «Προς τους κατοίκους των Παρισίων. Ο γαλλικός στρατός ήρθε να σας σώσει. Το Παρίσι είναι ελεύθερο. Στις 4 οι στρατιώτες µας κατέλαβαν και την τελευταία θέση των εξεγερµένων. Οι εχθροπραξίες έληξαν. Η τάξη, η εργασία και η ασφάλεια θα αναγεννηθούν». Οι ηγέτες της Αριστεράς πάντα έβλεπαν µε δέος την Κοµµούνα. Ο Μάο αναφερόταν σε αυτήν συχνά. Και, όταν απεβίωσε ο Λένιν, τύλιξαν τη σορό του σε ένα κοµµάτι από τη λευκοκόκκινη σηµαία της Κοµµούνας.

***********************
Αναδημοσίευση από εδώ:

30/8/10

Να σώσουμε την Παρθένα Φύση του Τόπου μας!


ΟΧΙ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ ΣΤΑ ΡΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ ΜΑΣ!

Γεννήθηκα...


Γεννήθηκα στο βλέφαρο του κεραυνού,
σβήνω κυλώντας στα νερά.
Ανέβηκα στην κορυφή της συννεφιάς
σαλτάροντας με τις τριχιές
του λιβανιού,
πήρα το δρόμο της σποράς.

Κοιμήθηκα στο προσκεφάλι
του σπαθιού,
είχα τον ύπνο του λαγού.
Αγνάντευα την πυρκαγιά
της θεμωνιάς
αμίλητος την ώρα της συγκομιδής,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς.

Αντάμωσα τον χάρο της ξερολιθιάς,
το άλογο στ' αλώνι να ψυχομαχεί,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς.

Μια φυλακή.


Μουσική-Ποίηση: Μίκης Θεοδωράκης.

Μια φυλακή, πώς μας φτάσαν ως εκεί
μια φυλακή, η ζωή μου φυλακή
Χωρίς ποινή, πώς μας φτάσαν ως εκεί
και δικαστή, η ζωή μου φυλακή
Στου Μακρυγιάννη πριν προλάβεις να μιλήσεις
εγγλέζου βόλι σε γονάτισε
μας κοίταζες με βλέμμα μελαγχολικό
να σκεφτόσουνα θαρρείς, πόσο λίγο η μέρα κράτησε
Μες στις πλατείες ένας, ένας καθισμένοι
τη μοναξιά μας τη γραμμένη
Τη σφράγισες με βλέμμα μελαγχολικό
ποιος θα πει το μυστικό, στη ζωή μας τη χαμένη.

Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ 1932.

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ
Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη "Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα" από τις εκδόσεις "ΑΓΡΑ" (2010)
Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ
Α'. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΠΕΛΑΓΩΜΑ
Η περίοδος 1931-32 είναι αρκετά δραματική για το λαό και την Ελλάδα. Η κρίση από 'να μέρος κι η πολιτική των φαυλοκρατικών κυβερνήσεων από τ΄ άλλο, ερήμωσαν πάλι τη χώρα. Τα καπνά κι η σταφίδα έμεναν απούλητα, μαζί με τις εξαγωγές πέφτουν κι οι εισαγωγές. Οι αγρότες πεινούν, οι εργάτες μένουν άνεργοι, όλοι οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε απόγνωση. Οι μόνοι που απολαμβάνουν μακάρια τη ζωή τους και αδιαφορούν για την τραγική αυτή κατάσταση είναι – εκτός από τους νεόπλουτους που δημιούργησε η κυβέρνηση Βενιζέλου – οι ξένοι και ντόπιοι ομολογιούχοι, που μέχρι το 1932 έπαιρναν στο ακέραιο το τοκοχρεολύσιο.
Με την αφαίμαξη όμως αυτή, ο προϋπολογισμός του 1931-1932 θα 'κλεινε με 1 δις έλλειμμα. Σε έσοδα 8.200 εκατομμυρίων έπρεπε να πάρουν οι ομολογιούχοι 4.400, δηλαδή τα 54%, την προηγούμενη χρονιά είχαν πάρει τα 40%. Για να πληρωθούν τώρα σε χρυσό, δεν αρκούσε το κάλυμμα της τράπεζας και δημιουργόταν άμεσος κίνδυνος να μείνει ο λαός χωρίς ψωμί, γιατί το περισσότερο στάρι εκείνο τον καιρό ερχόταν απ΄έξω. Η πληρωμή, λοιπόν, του τοκοχρεολύσιου θα ΄ταν εγκληματική παραφροσύνη. Εντούτοις, το Σεπτέμβρη του '31 η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσημα ότι τα τοκομερίδια των ομολογιούχων θα πληρωθούν στο ακέραιο και σε χρυσό. Και για να το πετύχει άρχισε να παίρνει μέτρα, που στρέφονταν κατά του λαού. Στις 8 του Οκτώβρη, γιορτή της Αγίας Πελαγίας, έγινε η δραχμοποίηση των καταθέσεων σε συνάλλαγμα, για να «προστατευθεί» το εθνικό νόμισμα και στην ουσία για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Με το μέτρο της δραχμοποίησης ληστεύτηκαν χιλιάδες κόσμου και κέρδισε η Εθνοτράπεζα εκατοντάδες εκατομμύρια, ενώ ο τορπιλισμός της δραχμής συνεχιζόταν στη μαύρη αγορά του συναλλάγματος με πρωταγωνιστές τον Μαρή κι άλλα πρωτοπαλίκαρα του Κόμματος των Φιλελευθέρων.
Εκείνον ακριβώς τον καιρό άρχισε να ξεσπάει απειλητική η λαϊκή αντίδραση. Το προλεταριάτο και οι υπάλληλοι παλεύουν ακούραστα μ΄ απεργίες για το ψωμί τους, οι επαγγελματίες κινητοποιούνται κι οι αγρότες κάνουν ομαδικές καθόδους στις πόλεις. Ο Βενιζέλος μυρίστηκε τον κίνδυνο και επιχείρησε να βγει από το αδιέξοδο. Το Γενάρη του ΄32 απευθύνθηκε στις μεγάλες δυνάμεις και στο ΔΟΕ και παρακαλούσε να του δώσουν πεντάχρονη αναστολή στα χρεολύσια και 50 εκατομμύρια δολάρια για να συμπληρωθούν τα παραγωγικά έργα. Ο υπουργός των Εξωτερικών στην οικουμενική είχε χαρακτηρίσει το ΔΟΕ «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά ένας οργανισμός που κρατάει στα χέρια του τη ζωή ενός ολόκληρου λαού και οι πρωθυπουργοί πέφτουν στα πόδια του και τον παρακαλούν, δεν είναι καθόλου «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά υπέρτατος, κυρίαρχος και παντοδύναμος αφέντης της χώρας μας. Επίσης ο Βενιζέλος ζήτησε να 'ρθει στην Ελλάδα κι αντιπρόσωπος της δημοσιονομικής επιτροπής της ΚΤΕ (σ.σ. Κοινωνία των Εθνών) για να κάνει «επιτόπιον έρευνα» και να διαπιστώσει σε πόσο κρίσιμη οικονομική κατάσταση βρισκόταν η χώρα. Στο τέλος τους έδινε την υπόσχεση ότι με το δάνειο που θα του ΄διναν, θα πλήρωνε και τους τόκους των εξωτερικών δανείων.
Οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παλεύοντας τότε κι αυτές να ξεπεράσουν την κρίση που έδερνε τη χώρα τους, δεν έδωσαν καμία σημασία στο διάβημα του Βενιζέλου. Μόνο η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ευαρεστήθηκε με τα πολλά να μας στείλει σαν αντιπρόσωπό της τον σέρ 'Οτο Νιμάγερ για να κάνει έλεγχο στα οικονομικά της χώρας μας. Ο Νιμάγερ, πρώην υπουργός των Οικονομικών, ήταν τότε διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας. Ήρθε στην Ελλάδα, έλεγξε τα έσοδα και τα έξοδα κι έφυγε κάνοντας μια έκθεση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, στην οποία σύσταινε να μας ελεήσουν μονάχα με μια χρονιάτικη αναστολή του χρεολύσιου και το αντίστοιχο πόσο να διατεθεί για τα παραγωγικά έργα μαζί μ΄ένα δάνειο από 10 εκατομμύρια δολάρια. Η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, που συνήρθε στο Παρίσι, χαρακτήρισε σαν επείγουσα την ανάγκη ενός δανείου για τα τοκοχρεολύσια, όμως μόλις και μετά βίας και με χίλιες δυο επιφυλάξεις και υποδείξεις αναγνώρισε ότι επιβάλλεται η προσωρινή ανακούφιση της Ελλάδας από τα εξωτερικά χρέη μ΄αναστολή των χρεολυσίων για ένα χρόνο! Αλλά επειδή πάνω στο τελευταίο αυτό ζήτημα η ελληνική κυβέρνηση είχε φέρει από την αρχή αντιρρήσεις, το συμβούλιο της ΚΤΕ κηρύχτηκε τελικά αναρμόδιο και μας παρέπεμψε να συνεννοηθούμε απευθείας με τους ομολογιούχους. Ο Μαρής, που βρισκόταν τότε στο Παρίσι για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της Ελλάδας, ομολόγησε αργότερα ότι τα μέλη της δημοσιονομικής επιτροπής προσπαθούσαν να βρουν κάποια προσωρινή λύση για να τη συνδυάσουν με έλεγχο πάνω στα οικονομικά μας, σαν να μην ήταν αρκετός ο ΔΟΕ.
Είχε όμως περάσει πια η εποχή του '97. Η φάρα του Γκλίξμπουργκ ήταν τότε μακριά από την Ελλάδα. Στην πατρίδα μας είχε πια αναπτυχθεί ένα πολυάριθμο προλεταριάτο, αρκετά ώριμο πολιτικά, που συγκλόνιζε την περίοδο εκείνη με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις του το αστοτσιφλικάδικο οικοδόμημα. Το ΚΚΕ, ξεπερνώντας την κρίση του, πλούσιο πια σε πείρα και μονολιθικό ιδεολογικά, άρχιζε να αναδείχνεται αρχηγός των εργαζομένων της πόλης και του χωριού. Γι αυτό μια απόπειρα της κυβέρνησης για την επιβολή καινούργιου βαρύτερου ελέγχου ήταν όχι μόνο καταδικασμένη, αλλά θα απειλούσε ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα των αστοτσιφλικάδων.
Μπροστά σ΄αυτή την απελπιστική κατάσταση ξεκινάει ο ίδιος ο Βενιζέλος και πηγαίνει στη Γενεύη. Κάνει μια δραματική έκκληση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, αλλ΄αυτό περιορίζεται μόνο να λάβει σε υπό σημείωσιν τη γνώμη της δημοσιονομικής επιτροπής και παραπέμπει πάλι την ελληνική κυβέρνηση στους ομολογιούχους. Για καινούργιο δάνειο ούτε συζήτηση δεν μπορούσε να γίνει. Εν τω μεταξύ η κατάσταση τραβάει όλο και στο χειρότερο. Στις 25 του Μάρτη γίνεται μια μεγάλη σύσκεψη υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας και με σκοπό να μελετηθεί η οικονομική κατάσταση και τα μέτρα που πρέπει να παρθούν. Ανάμεσα στους συσκεπτόμενους βρίσκονται πολλοί υπεύθυνοι για το κατάντημα του τόπου. Οι καταχρήσεις, η κερδοσκοπία και οι ρεμούλες γίνονται το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Η διαφθορά κι η ηθική εξαχρείωση της κυβερνητικής κλίκας φτάνει στο κατακόρυφο. Νόθεψαν ακόμα και το κινίνο, πράξη αρκετά χαρακτηριστική για τη σαπίλα που βασίλευε ανάμεσα στην παράταξη που κυβερνούσε τη χώρα.
Β'. Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ
Επόμενο ήταν κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες να μεγαλώνει η απόγνωση κι η αγανάκτηση του λαού. Ο κόσμος άρχισε να κάνει γιουρούσι στους φούρνους. Οι πορείες πείνας πλήθαιναν καθημερινά. Ο Βενιζέλος έπρεπε να διαλέξει. Ή τα τοκομερίδια ή το ψωμί του λαού. Τελικά πήρε την απόφαση, αφού πρώτα ειδοποίησε το ΔΟΕ, ν΄αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και να πληρώσει τα τοκομερίδια σε δραχμές. Μα κι οι δραχμές δεν ήταν εύκολο να οικονομηθούν. Οι κρατικές εισπράξεις το 1929-30 έφτασαν τα 9.242 εκατομμύρια. Το 1932-33, παρόλες τις καινούργιες φορολογίες, θα ΄φταναν σε 7.779 εκατομμύρια. Με την υποτίμηση της δραχμής οι ομολογιούχοι θα ΄παιρναν κάπου 6.000 εκατομμύρια. Για να σώσει την «πίστη» της χώρας, η κυβέρνηση επέβαλε, κάτω από τόσο τραγικές συνθήκες, καινούργιες φορολογίες 740 εκατομμυρίων, χωρίς να σωθεί μ΄αυτά η κατάσταση.
Και τότε- 16.4.1932 – ο Μαρής έστειλε ένα γράμμα στο ΔΟΕ και του δήλωνε ότι η κυβέρνηση ήταν αναγκασμένη να κηρύξει από την 1η του Μάη προσωρινό χρεοστάσιο και για τους τόκους. Έτσι, ήρθε η καινούργια χρεοκοπία. Η κυβέρνηση, όμως, που δεν μπορούσε να ανεχτεί το στίγμα, έδωσε εντολή στους αντιπροσώπους της στο Λονδίνο και το Παρίσι να 'ρθουν σ΄επαφή με τους ομολογιούχους για να ρυθμίσουν το ζήτημα. Ο Μιχαλακόπουλος, υπουργός των Εξωτερικών, δήλωσε στη δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ότι θα δεχόταν πρόθυμα να 'ρθουν «αμερόληπτοι» διαιτητές και να ελέγξουν ίσαμε ποιό βαθμό μπορούμε να πληρώσουμε τα τοκομερίδια, «αφού προαφαιρεθούν τα απαιτούμενα για το primum vivere του ελληνικού λαού». Την ίδια θέση έπαιρνε κι ο Παπαναστασίου. Όλοι ήταν πρόθυμοι να καταδικάσουν το λαό να ζει μ΄ένα ξεροκόμματο, για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Αυτοί όμως ήταν ανένδοτοι και τα ζητούσαν όλα ή τίποτε.
Αυτή την εποχή, ο Μαρής υποχρεώθηκε να φύγει από το υπουργείο των Οικονομικών σχεδόν με τη βία. (Είχε μπει μέσα, καθώς λένε, ξυπόλυτος και βγήκε με καντάρια χρυσάφι). Η Εθνοτράπεζα στις κρίσιμες εκείνες για τα συμφέροντά της στιγμές έβαλε απόλυτα δικό της υπουργό, τον Βαρβαρέσο, που προκαλεί αμέσως την άρση της σταθεροποίησης, σχεδόν τυπική γιατί την είχε από καιρό προκαλέσει η μαύρη αγορά του συναλλάγματος. Έτσι, επιβάλλεται πάλι η αναγκαστική κυκλοφορία. Στην έκθεσή του πάνω στον προϋπολογισμό του 1932-33, ο Βαρβαρέσος θέλησε να δικαιολογήσει τη χρεοκοπία. Τα ελλείμματα, είπε, δεν μπορούμε πια να τ΄αποφύγουμε με φορολογίες. Με περικοπές των εξόδων – σε βάρος κυρίως των μισθωτών – μόνο 480 εκατομμύρια οικονομήσαμε. Γι΄αυτό είναι αναπόφευκτο να καταφύγουμε στην ελάττωση των ποσών που διαθέτουμε για την υπηρεσία του δημόσιου χρέους, επειδή μας απορροφούν τα 55% του προϋπολογισμού και μάλιστα σε συνάλλαγμα. Γι΄ αυτό η κυβέρνηση βρέθηκε «εις την αναπόδραστον ανάγκην» να δώσει την άδεια στον υπουργό των Οικονομικών να αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και τον τόκο «εν όλω ή εν μέρει». Σκόπευαν οπωσδήποτε να πληρώσουν ένα μέρος από τους τόκους. Στον προϋπολογισμό όμως δεν έγραφαν ακριβώς το ποσό, ελπίζοντας να το μεγαλώσουν οπωσδήποτε με τους φόρους. Έτσι αύξησαν κατά 25% τη φορολογία στα εισαγόμενα εμπορεύματα κι ενώ η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από τραγική, οι Έλληνες πολιτικοί βρίσκονταν σ΄αδιάκοπη κίνηση και συγκίνηση και τους απασχολούσε αποκλειστικά το ζήτημα της πληρωμής των ομολογιούχων. Παντού είχαν φουντώσει οι σχετικές συζητήσεις. Ο Μιχαλακόπουλος, ο Παπαναστασίου κι ο Καφαντάρης υποστήριζαν να τους πληρώσουμε με τα καπνά μας. Οικονομολόγοι, πολιτικάντες, τραπεζίτες, όλοι έγραφαν και υπόδειχναν κάποιον τρόπο πληρωμής και κανένας δεν υποστήριξε να μην πληρώσουμε τίποτα.
Η οικονομική κρίση άρχισε να εξελίσσεται και σε πολιτική και οικονομική χρεοκοπία, να μεταβάλλεται σε γενική χρεοκοπία του αστοτσιφλικάδικου κόσμου. Ο Βενιζέλος, αντιμετωπίζοντας την πολιτική του χρεοκοπία και τη λαϊκή κατακραυγή, επιχείρησε μια πολιτική μανούβρα. Παραιτήθηκε κι ανέβηκε πρωθυπουργός ο Παπαναστασίου. Σε τέτοιες όμως στιγμές κι η δημαγωγία μπορεί να καταντήσει επικίνδυνη για την κυρίαρχη τάξη. Γι αυτό κι ο αρχηγός των Εργατοαγροτικών διώχτηκε μέσα σε μια βδομάδα κι ανέβηκε πάλι στην κυβέρνηση ο Βενιζέλος, με υπουργό των Οικονομικών τον Βαρβαρέσο. Στις 10 Αυγούστου ψηφίστηκε ο νόμος της δραχμοποίησης. Η άρση της σταθεροποίησης κι η δραχμοποίηση έδιναν το δικαίωμα στις τράπεζες να ληστέψουν άλλη μια φορά τον κόσμο. Η Κτηματική Τράπεζα-θυγατέρα του Χάμπρο και της Εθνικής – έκανε τους μικροϊδιοκτήτες να βρεθούν από τη μια μέρα στην άλλη με διπλάσιο περίπου χρέος.
Γ'. ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΕΙΣ
Συγχρόνως άρχισαν πάλι, οι συνεννοήσεις με τους ξένους ομολογιούχους. Ο Βαρβαρέσος έφυγε για την Ευρώπη κι υστέρα από μακριές διαπραγματεύσεις, συμφώνησαν το Σεπτέμβρη του 1932 να πληρω­θούν 30% των τόκων για το 1932-33, κι αν βελτιωνόταν αργότερα ή κατάσταση, να πάρουν 35%. Από το Δεκέμβρη όμως του ίδιου χρό­νου, η τότε κυβέρνηση άρχισε να παρακαλεί με υπόμνημα της τους ξένους να μην κρατήσουν το παραπάνω ποσοστό, γιατί ή κατάσταση είχε επιδεινωθεί. Οι ομολογιούχοι έκαναν πώς υποχωρούν, αλλά ο ΔΟΕ, βάσει της συμφωνίας, είχε κατακρατήσει σε δραχμές -από τις υπέγγυες προσόδους- ολόκληρο το 35% και αρνήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα τη διαφορά του 5% ! Επίσης, ο ΔΟΕ υπολόγισε το πο­σοστό σε χρυσές κι όχι σε χάρτινες λίρες, κερδίζοντας έτσι σημαν­τική διαφορά σε βάρος της Ελλάδας. Η κυβέρνηση κατάφυγε σε διαιτητή, αλλά η απόφαση του δεν βγήκε ακόμα. Κοντά σ' αυτά, ή εγγλέζικη κυβέρνηση μας υποχρέωσε να υπογράψουμε μια συμφω­νία με το αγγλικό θησαυροφυλάκιο, σύμφωνα με την οποία αναλαβαίναμε να πληρώσουμε 3.767.548 φράγκα, πού το μοιράστηκαν ή Αγγλία κι ή Γαλλία σαν αποζημίωση για τα ποσά πού είχαν ξοδέ­ψει όταν εγγυήθηκαν το δάνειο του 1898. Τότε ακριβώς κι οι ομο­λογιούχοι μετάνιωσαν πού δέχτηκαν το 30% και δεν τα 'παιρναν ζη­τώντας περισσότερα. Και ξαναρχίζουν πάλι συνεννοήσεις ατελείω­τες και καταθλιπτικές για τη χώρα. Όλοι σχεδόν οι αστοί οικονο­μολόγοι προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι μια ανοιχτή χρεοκο­πία θα κατάστρεφε την πίστη και τα οικονομικά της Ελλάδας. Όχι όμως μία αλλά εκατό φορές να λέγαμε στους ομολογιούχους ότι δεν έχουμε να τους πληρώσουμε, πάλι δεν θα παθαίναμε την οικονομική, εθνική και ηθική ζημιά πού πάθαμε με τις ατέλειωτες κι εξευτε­λιστικές για την αξιοπρέπεια της χώρας μας συζητήσεις.
Εν τω μεταξύ, το Σεπτέμβρη του 1932 έγιναν εκλογές και στις 4 Νοέμβρη ανάλαβε πρωθυπουργός ο Τσαλδάρης, με υφυπουργό των Οικονομικών τον Μ. Ευλάμπιο. Το Δεκέμβρη έγινε υπουργός των Οικονομικών ο Κ. Αγγελόπουλος. Η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση δεν είχε βελτιωθεί καθόλου. Η κερδοσκοπία οργίαζε κι ο τιμάριθμος από 15 πού ήταν το 1931 ανέβηκε στα 20 το '32. Αυτή, λοιπόν, την περίοδο ο Αγγελόπουλος αποτέλεσε μια μεγάλη εξαίρεση, ανάμεσα στους φαυλοκράτες πολιτικούς. Και παλιά τα είχε βάλει, με το ΔΟΕ και στην Κτηματική Τράπεζα κήρυξε τον πόλεμο κι αργότερα στην τεταρτοαυγουστιανή δικτατορία ήταν ο πρώτος αστός πολιτικός που εξορίστηκε από τον Μεταξά. Μόλις ανάλαβε το υπουρ­γείο δήλωσε αμέσως ορθά-κοφτά και μ' επιμονή ότι δεν πρέπει να πληρώσουμε όχι 30% αλλά ούτε πεντάρα στους ξένους και ντόπιους ομολογιούχους. Σε λίγες μέρες ο Αγγελόπουλος διώχτηκε από το υ­πουργείο, ασφαλώς με την επέμβαση «εξωελληνικών» παραγόντων.
Τον αντικατέστησε ο τραπεζίτης Σπύρος Λοβέρδος και στις ε­φτά μέρες πού 'κανε υπουργός, πρόλαβε να πληρώσει αμέσως το 30% στους ομολογιούχους και να μαδήσει τη χώρα από το αναιμικό της συναλλαγματικό απόθεμα. Στις 16 του Γενάρη έπεσε ο Τσαλ­δάρης κι ήρθε ο Βενιζέλος με υπουργό των Οικονομικών τον Καφαντάρη. Ο αρχηγός όμως των Προοδευτικών δεν πρόλαβε να εξ­αγγείλει το καινούργιο πρόγραμμα του, γιατί στις εκλογές της 5ης του Μάρτη ξαναπήρε την εξουσία ο Τσαλδάρης, με υπουργό των Οικονομικών τον Λοβέρδο. Οι Λαϊκοί μόλις ανέβηκαν στην κυβέρ­νηση κάλεσαν τους ομολογιούχους να κάνουν αυτοψία στη χώρα μας για να αντιληφθούν την οικονομική της κατάσταση. Αυτοί όμως υπόδειξαν σαν αρμόδια την ΚΤΕ και η κυβέρνηση άρχισε τότε να παρακαλεί την Κοινωνία των Εθνών να 'ρθει μια δημοσιονομική επιτροπή. Τότε ο Καφαντάρης σε μια αγόρευση του για τον προϋ­πολογισμό του '33-'34 επιτέθηκε στην κυβέρνηση για την πρόσκλη­ση δημοσιονομικής επιτροπής κι εξήγησε ότι την επέμβαση της ΚΤΕ δεν την ήθελε όχι από έλλειψη ευλάβειας στο θεσμό, αλλά γιατί «εξ επισήμων ανακοινώσεων και άλλων σχετικών στοιχείων είχε πεισθεί ότι ή ΚΤΕ δεν επείχε θέσιν τρίτου εις την υπόθεσιν των χρεών, άλλ' είχαν άμεσον και απροκάλυπτον είς αυτήν ενδιαφέρον στρεφόμενον υπέρ των ομολογιούχων». Πρότεινε δε να 'ρθει ή κυ­βέρνηση σε απευθείας συνεννόηση με τους ομολογιούχους και να τους πληρώσουμε με τα προϊόντα μας.
Τελικά, ή επιτροπή της ΚΤΕ ήρθε το Μάη και μετά τις έρευνές της έκανε σχετική έκθεση, στην όποια λέει ότι για να πληρώσει ή Ελλάδα πρέπει ν' αναπτύξει τις εξαγωγές και τα εμβάσματα και να ελαττώσει τις εισαγωγές της! Τον Ιούνη του 1933 συνήλθε στο Λον­δίνο η δημοσιονομική επιτροπή για να εξετάσει την έκθεση και ν' ακούσει τον Λοβέρδο και τον Μάξιμο πού είχαν πάει κι αυτοί στο Λονδίνο για να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας και να πετύχουν μια συνεννόηση με τους ομολογιούχους. Αυτοί όμως αρνή­θηκαν να συζητήσουν με τους Έλληνες αντιπροσώπους, ζητώντας 271/2% για το 1933-34 και 371/2% για τον άλλο χρόνο, ενώ η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε 221/2% και 271/2% (η διαφορά ήταν 600 εκα­τομμύρια δραχμές). Η πρόταση να λύσει τη διαφορά ένας διαιτη­τής, απορρίφτηκε χωρίς συζήτηση και περιφρονητικά από τους ομολογιούχους. Τότε οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και πάλι.
Στον Λοβέρδο και τον Μάξιμο η δημοσιονομική επιτροπή «σύ­στησε» να βάλουν καινούργιους φόρους για να πληρώσουν τους ξέ­νους. Οι δυο υπουργοί αποχαιρέτησαν την επιτροπή με την υπόσχεση ότι θα εξασφαλίσουν τους τόκους των ομολογιούχων και μάλιστα ανάφεραν στην επιτροπή τι είδους και πόσους φόρους θα βάλουν στο λαό, για να το πετύχουν. Κι έτσι γύρισαν πίσω στην Ελλάδα αποφασισμένοι να εξευμενίσουν με κάθε μέσο τους κατόχους ομολο­γιών και τέτοιοι κάτοχοι -εν παρενθέσει- ήταν κι ο Λοβέρδος κι ο Μάξιμος.
«Ίσως επί του σημείου τούτου η στάσις της Ελλάδος θα έπρε­πε να ήτο περισσότερον αποφασιστική...», γράφει ο Άγγελος Αγ­γελόπουλος, γιατί τον ίδιο καιρό οι Τούρκοι κι οι Γερμανοί αρνή­θηκαν κάθε πληρωμή και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν διαμαρ­τυρήθηκαν καθόλου.
Δ'. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Η καινούργια επαφή έγινε το Σεπτέμβρη του '33 κι οι διαπραγμα­τεύσεις τράβηξαν πολύ καιρό. Αύτη ήταν ή κλασική τους μέθοδος. Κερδοσκοπούσαν στην αγορά μ' αυτό τον τρόπο και συγχρόνως μας εκβιάζανε τελικά να υποχωρήσουμε, γιατί αυτή ή εκκρεμότητα των συνεννοήσεων νέκρωνε την οικονομική ζωή της χώρας. Έτσι επαναλαμβάνεται η ιστορία του '97. Πάλι η πατρίδα μας βρίσκεται σε αγωνία περιμένοντας την απόφαση των εκμεταλλευτών της. Τότε η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, για να επηρεάσει τις συζητή­σεις προς όφελος των ομολογιούχων και να εκβιάσει έτσι τη λύση δίνοντας ένα γερό όπλο στους τοκογλύφους και μια εύκολη δικαιο­λογία στον Λοβέρδο, δημοσίεψε μια έκθεση, με την οποία διαπιστώνει βελτίωση στη δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας. Με παρόμοιες πιέσεις, εκβιασμούς και παρασκηνιακές ενέργειες υπο­γράφτηκε, τέλος, το Νοέμβρη, μια συμφωνία για δυο χρόνια. Τα χρεολύσια αναστέλλονταν για δυο χρόνια κι από τους τόκους θα πλη­ρώναμε 271/2% το 1933-34 και 33% το 1934-35. 0ι τόκοι μόνο του δα­νείου του 1898 θα πληρώνονταν στο ακέραιο. Η πληρωμή θα γινόταν με συνάλλαγμα του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης κι η ελληνική κυβέρνηση θα 'γραφε στον προϋπολογισμό της το σύνολο των τόκων, που θα το ξαναδανειζόταν τάχα από το ΔΟΕ, καταθέτοντας του ίσο ποσό άτοκα γραμμάτια σε δραχμές. Ο Λοβέρδος, για να συγκεν­τρώσει το ποσοστό πού συμφώνησε, έβαλε σ' ενέργεια δεκάδες και­νούργια φορολογικά νομοσχέδια, όλα σε βάρος του λαού, ενώ ο ίδιος, όπως ξεσκεπάστηκε τότε στις εφημερίδες, είχε επιχειρήσει να δια­φύγει με διάφορους αθέμιτους τρόπους τη φορολογία.
Η συμφωνία πρόβλεπε καινούργιες διαπραγματεύσεις στις αρ­χές του 1935 για τα επόμενα χρόνια. Γι' αυτό και το Φλεβάρη πήγε στο Λονδίνο ο Πεσμαζόγλου, καινούργιο οικονομολογικό αστέρι της πλουτοκρατικής κλίκας. Πρόεδρος τότε του συμβουλίου των ομολογιούχων ήταν ο σερ ΄Οστεν Τσάμπερλεν, αδερφός του κατόπιν πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλεν. Η πολιτική των δυο αδελφών είναι μια ατέλειωτη αλυσίδα από εξευτελισμούς και προδοσίες μικρών και μεγάλων λαών. Στο πρόσωπο τους, το εγγλέζικο χρη­ματιστικό κεφάλαιο είχε αποκτήσει τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του για μια ολόκληρη εποχή. Μόλις άρχισαν οι συν­ομιλίες, οι ομολογιούχοι ζήτησαν 50%. Ο Πεσμαζόγλου πρόσφερε 35%. Αυτοί, αρνήθηκαν κι έτσι οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν. Η ελληνική κυβέρνηση -κάτω από τη λαϊκή πίεση- δήλωσε τότε στους ομολογιούχους ότι θα τους πλήρωνε τα τοκομερίδια τους πού έληγαν την 1η του Απρίλη, με ποσοστό 35%. Ο ΔΟΕ διαμαρτυρή­θηκε αμέσως γιατί έτσι ή κυβέρνηση παραβίαζε το νόμο του 1898 και, καθώς τις είχε στο χέρι, κατακράτησε όλες τις υπέγγυες προσ­όδους υπολογίζοντας τόκους και χρεολύσια για όλα τα δάνεια πού ήταν κάτω από τον έλεγχο του. Συγχρόνως με τη διαμαρτυρία και το πραξικόπημα του ΔΟΕ, άρχισαν αλλεπάλληλα διπλωματικά δια­βήματα από τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, ενώ το συμβούλιο των ομολογιούχων στο Λονδίνο λυσσασμένο σύσταινε στα μέλη του να μη δεχτούν να εισπράξουν το 35%. Έπεσαν όλοι πάνω στη φτωχή μας χώρα να την πνίξουν. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, το 52% των ομολογιούχων έτρεξαν να εισπράξουν το 35% και για τα υπόλοιπα έχει ο θεός. Και πράγματι ο θεός των τοκογλύφων, ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του Γκλίξμπουργκ, τους βοήθησε.
Ε. ΈΡΧΕΤΑΙ Ο ΓΚΛΙΞΜΠΟΥΡΓΚ
Σ΄όλο αυτό το διάστημα, άλλες κύριες ασχολίες του Λαϊκού Κόμματος ήταν οι επιστημονικές καλπονοθεύσεις και η συστηματική ρουσφετολογία. Πάνω στο δημόσιο ταμείο είχαν ριχτεί μ΄άγριες διαθέσεις οι φίλοι του κόμματος, που τόσα χρόνια είχαν μείνει μακριά από την εξουσία. Ο Τσαλδάρης, περισσότερο κατάλληλος για δικολάβος παρά για αρχηγός κόμματος, ξόδευε όλη την, όχι και τόσο πληθωρική, ζωτικότητά του σε επιφυλάξεις, σοφίσματα και σε διάφορου συνδυασμούς που σοφιζόταν για ν' αντιμετωπίσει, την αντιπολίτευση και τις γκρίνιες των φίλων του πού τρώγονταν σαν τα σκυλιά.
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα δύο αστοτσιφλκικάδικα μπλοκ οξύνονται και παίρνουν τη μορφή ανοιχτής ένοπλης σύγκρουσης το Μάρτη του '35. Το «αντιβενιζελικό» κράτος – εφεύρεση του Μεταξά – παρόλη την τρομοκρατία που ξαπόλυσε όταν επιβλήθηκε, δεν κατάφερε να πνίξει το λαϊκό κίνημα. Οι εκλογές του Ιούνη του '35 φανερώνουν ότι οι λαϊκές μάζες αρχίζουν να χειραφετούνται πια από την επιρροή των πλουτοκρατικών κομμάτων και να προσανατολίζονται προς τ΄αριστερά. Η κατάσταση αυτή αρχίζει να καταντάει αρκετά επικίνδυνη για την ντόπια πλουτοκρατία και πολύ επιζήμια για τους ξένους κεφαλαιούχους, που θα επιθυμούσαν να ασχολιέται ο ελληνικός λαός με τα «ειρηνικά» του έργα και να μην καταγίνεται τόσο πολύ στην πολιτική. Και τότε όλοι οι αντιδραστικοί πλουτοκρατικοί κύκλοι του εσωτερικού και του εξωτερικού, με πρώτη την Εθνοτράπεζα, με τις συμβουλές και την έγκριση του Βενιζέλου, με την ανοχή των ψευτοδημοκρατικών κομμάτων και με τις ευλογίες και τα χειροκροτήματα των ομολογιούχων, άρχισαν να κηρύχνουν την πολιτική της «συμφιλίωσης». Όργανο για την πραγματοποίησή της θα ΄ταν ο δεύτερος Γεώργιος Γκλίξμπουργκ, που τον τάιζε δώδεκα ολόκληρα χρόνια ο Χάμπρο. Φτάνει να 'ρχόταν ο βασιλιάς για να αγαπηθούν βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί και να ζήσει ο λαός ευτυχισμένος.
Επειδή, όμως, ο λαός με μια μεγαλειώδη συγκέντρωση των αντιφασιστικών δημοκρατικών του δυνάμεων έδειξε την ακλόνητη διάθεσή του να υπερασπίσει τις δημοκρατικές του ελευθερίες, ανάλαβε να κανονίσει τα περαιτέρω αυτοχειροτονηθείς σε αντιβασιλιά Γ. Κονδύλης, με το διαβόητο δημοψήφισμα που οργάνωσε το Νοέμβρη του '35.
Κι έτσι η Ελλάδα απόχτησε πάλι βασιλιά και σε λίγο και «εθνικό» κυβερνήτη, οι ομολογιούχοι εξασφάλισαν, όπως θα δούμε, το ποσοστό που ζητούσαν και τον ελληνικό λαό ανάλαβε να τον επαναφέρει στα ειρηνικά του έργα ο Μανιαδάκης.
*****************
Αναδημοσίευση απο την Iskra.

Το μνημόνιο και ο «Καλλικράτης»...

Το αύθαδες, επιτακτικό και περιγραφικό κείμενο του ν. 3.845/2010, που φέρει τον ελευθεριάζοντα τίτλο «Μνημόνιο», δεν περιλαμβάνει μόνο ρητές και εφάπαξ ρυθμίσεις, αλλά συναρτά την εξόφληση της «Τραπεζικής Διεθνούς» με διαρκώς νέα «μνημόνια», που εμφανίζονται σαν τις ρωσικές μπάμπουσκες, όπου, ανοίγοντας την πρώτη, προβάλλει και άλλη, μικρότερη, σε μιαν ατέρμονη κίνηση.
Το αέναο αυτό «ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού» είναι φαύλος κύκλος, όπως δείχνει η διεθνής πρακτική και όπως τονίζουν οι διαπρεπέστεροι οικονομολόγοι του κόσμου.
Ηδη οι «Financial Times» (13-8-2010), που εκφράζουν το διεθνές κεφάλαιο, ευγνωμονούν την κυβέρνηση της Ελλάδας, που δεν επέλεξε την επώδυνη οδό για το κεφάλαιο αλλά την οδυνηρή για τον λαό της, παρ' ότι όλοι οι ορθολογιστές γνωρίζουν πως η μόνη διέξοδος από την κρίση του χρέους (όχι μόνο της πατρίδας μας αλλά και των άλλων χωρών του ευρωπαϊκού νότου) είναι μια «διαπραγματεύσιμη παραγραφή» του. Στον όρο αυτό περιλαμβάνεται όλη εκείνη η δέσμη των μέτρων που δεν επιτρέπει στους ξένους κερδοσκόπους να επιβάλλουν διαρκή προγράμματα λιτότητας, μείωσης των δημόσιων δαπανών και απαλλοτρίωσης των «διαμαντιών» της οικονομίας σε εξευτελιστικές τιμές, όπως δυστυχώς προοιωνίζεται το μνημόνιο της νεοφιλελεύθερης «τριαρχίας».
Ωστόσο, ο «Καλλικράτης» με το ξεκίνημά του «συνεισφέρει» στον Μολώχ των κερδοσκόπων: από τη μια, με τις προαναγγελλόμενες αθρόες απολύσεις εργαζομένων στα διάφορα νομικά πρόσωπα της Τ.Α. και, από την άλλη, με τη μείωση των γλίσχρων πόρων του, που από τη σημαντική εξοικονόμηση μισθοδοσίας πολιτικού προσωπικού θα διοχετεύονται προς την πληρωμή του δημόσιου χρέους. Είμαστε πλέον δέσμιοι του Αγγλοσαξονικού Δικαίου και της θεωρίας του, όπου, όταν το κράτος αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του, αντιμετωπίζεται σαν οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που απέτυχε. Τα συμφέροντα των δανειστών έχουν απόλυτη προτεραιότητα, είτε το χρέος είναι καταχρηστικό, αντιδημοκρατικό, επονείδιστο ή «χρέος-αλυσίδα», όπως κατήγγειλε το χρέος της Ρωσίας ο Λένιν το 1921, απαιτώντας τη διαγραφή του.
Η κακή αυτή αρχή για τον «Καλλικράτη» (ανεξαρτήτως αν δέχεται κανείς τη δομή, τη φιλοσοφία και την κολοβωμένη λειτουργία του, εντός μιας νεοφιλελεύθερης «αντεπαναστατικής» ρύθμισης που επιβλήθηκε στη χώρα μας ετεροχρονισμένα) δεν παύει να αποτελεί μια πρόσφορη αφορμή για την αναστροφή της εθνικής μας πορείας. Δεν είναι μόνον οι απολύσεις των εργαζομένων, ούτε η πληρωμή «φόρου αίματος» προς τους δανειστές (500 εκατ. ευρώ ετησίως, δηλαδή 1,5 δισ. εκατ. για τα έτη 2011-2013, σελ. 1.350-1.352 του ΦΕΚ του μνημονίου). Την κυριότερη αδυναμία του συνιστά η προϊούσα και ταχύτατη ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων και των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, χωρίς την καθολική απόλαυση των οποίων δεν μπορεί να λειτουργήσει μια αποκεντρωμένη κοινωνική ζωή.
Ποιο ΕΣΠΑ και ποιες επενδύσεις νέας τεχνολογίας και πράσινης ανάπτυξης μπορεί να σχεδιάσει ορθολογικά και να προωθήσει ο «Καλλικράτης», αν τα πάντα θα κατευθύνονται από τις αγορές και την ολιγοπρόσωπη επιχειρηματικότητα, που ήδη έχει κατακτήσει, με τις υπέρτερες διεθνείς της συμμαχίες, γεωστρατηγικές θέσεις και έχει αποκλείσει τους δρόμους της κοινωνικής οικονομίας;
Παρ' όλα αυτά, οι εκλογές του Νοεμβρίου δίνουν την ευκαιρία μιας επανεκκίνησης. Ολοι -και κυρίως η κυβέρνηση- οφείλουν να επανορθώσουν τα μεγάλα τους λάθη. Οφείλουν να αντιληφθούν ότι η εναντίον των αλλεπάλληλων «μνημονίων» και μέτρων αντίσταση του λαού είναι λυτρωτική για τη χώρα. Το «πάγωμα» του εθνοκτόνου μνημονίου, η καταγγελία του και η αξίωση μιας νέας πολιτικής ρύθμισης του χρέους από την Ε.Ε., είναι το πρώτιστο καθήκον όλων. Η αναγνώριση των ασυμμετριών από το ενδοευρωπαϊκό εμπόριο και η αντι-αναπτυξιακή λειτουργία των κανόνων της ΟΝΕ, που επιταχύνουν τις μεταβιβάσεις από την Ελλάδα και τις άλλες φτωχές χώρες προς τη Γερμανία και τη λοιπή Ευρώπη, αποτελούν τη βάση της νέας εθνικής μας αξίωσης. Η δυναμική αντι-μνημονιακή έκφραση του «ατίθασου» -καθώς λέγουν- ελληνικού λαού είναι διαπραγματευτικό μέσο μείζονος ισχύος στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης. Και όποιος απαξιώνει αυτό το αναπαλλοτρίωτο όπλο, όπως εύστοχα επισημαίνουν οι διαχρονικοί έφηβοι του ελληνισμού Μανώλης Γλέζος και Μίκης Θεοδωράκης, απλώς βρίσκεται σε λάθος χωροχρόνο.

Του ΑΛΕΞΗ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
******************
Αναδημοσίευση από εδώ: Το μνημόνιο και ο «Καλλικράτης»

29/8/10

Η φαντασία.


Μουσική: Απόστολος Καλδάρας
Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

Δε φταις εσύ η φαντασία μου τα φταίει
που σ' έπλασε όπως ήθελε αυτή
η φαντασία μου που χρόνια με γελούσε
πως θα μ' ανοίξεις την καρδιά μου την κλειστή

Μα ποιο είναι κείνο το όνειρο
που βγαίνει πάντα αλήθεια
και δεν αφήνει χαρακιές στις περισσότερες καρδιές
και μια πληγή στα στήθια

Δε φταις εσύ η φαντασία μου τα φταίει
γι αυτό μην κλαις που φεύγω βιαστικά
σε μένα τώρα πια ταιριάζει για να κλάψω
για της καρδιάς μου τα χαμένα ιδανικά

Μα ποιο είναι κείνο το όνειρο
που βγαίνει πάντα αλήθεια
και δεν αφήνει χαρακιές στις περισσότερες καρδιές
και μια πληγή στα στήθια

Μ' ΕΚΟΨΑΝ ΜΕ ΧΩΡΙΣΑΝ ΣΤΑ ΔΥΟ.


Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Στίχοι: Γιώργος Θέμελης

Μ' έκοψαν με χώρισαν στα δυο
τη μια πλευρά μου τη μια φτερούγα μου
κι είμαι μια στάλα αίμα στα χείλη σου
ένας αγέρας στα δάχτυλά σου

Δεν μπορώ να ζήσω ή να πεθάνω
μισό κορμί μισοκομμένο όνειρο

Μ' έκοψαν και μ' άφησαν να ζω
με την πληγή μου με την αγάπη μου
κι είμαι μια πίκρα μέσα στα μάτια σου
ένας αγέρας μες τα μαλλιά σου

Δεν μπορώ να ζήσω ή να πεθάνω
μισό κορμί μισοκομμένο όνειρο