28/4/09

Οίτη.


Γκιώνα.





Αριστείδης Μόσχος.


Ο Αριστείδης Μόσχος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1930 και πέθανε το 2001. Ήταν το πέμπτο από τα δέκα παιδιά της οικογένειάς του, που κατάγονταν από το Πεντάλοφο Μεσολογγίου. Υπήρξε ο κορυφαίος κατά πολλούς και πιο γνωστός οργανοπαίκτης και δάσκαλος σαντουριού των ημερών μας.

Ο ίδιος αυτοβιογραφούμενος, κατά κάποιο τρόπο, διηγείται τα εξής:

... "Το Αγρίνιο κατά το μεσοπόλεμο ήταν μια ακμάζουσα πολιτεία. `Ήτανε οι αντιπροσωπείες ξένων εταιρειών καπνών. `Όταν το κρέας είχε 4 δραχμές, αυτά είχαν 120 η οκά. Λεφτά. Ο πατέρας μου είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του στην Πεντάλοφο 400 στρέμματα χωράφια. Τα πούλησε, πήγε στο Αγρίνιο κι έκανε επιχειρήσεις. Είχε δυο κέντρα.Ένα καφέ αμαν και ένα καφε σανταν. Στο πρώτο παίζανε Πολίτες, Σμυρνιοί, Αρμένηδες. Στο άλλο υπήρχε ευρωπαϊκή ορχήστρα της εποχής εκείνης. Ο πατέρας μου ήταν ένα κλαρίνο διακεκριμένο αλλά και πολυσύνθετο. Δεν περιοριζόταν να παίζει μόνο τσάμικα και τέτοια. `Επαιζε ρουμάνικα, ουγγαρέζικα, μαρς αμερικέν, βαλς, κύματα του Δουνάβεως... Ολα τα είδη. `Ερχονταν στο μαγαζί να τον ακούσουν όλα τα μεγάλα ονόματα του Αγρινίου. Ζήτημα να έπαιζε ένα τέταρτο τη βραδιά. Ανέβαινε πάνω λιγάκι για να μη χάσει τους πελάτες. Και πέφταν χιλιάρικα. Για να τον πλησιάσουν από τα χωριά να του πουν να πάει να παίξει σε γάμους, έπρεπε να έχουν ένα γνωστό, ένα φίλο. Είχε τα λεφτά και τα αξιοποίησε. Ο αδερφός μου ο μεγάλος, που έπαιζε και βιολί, είχε πάει τρεις-τέσσερις φορές στην Ευρώπη και έφερνε γυναίκες από το Φολί-Μπερζέ, το Μουλέν Ρουζ, το Καζινό ντε Παρί. Είχαμε πολλούς Γάλλους τότε εκεί κι έφερνε τις "σαντέζες", που λέγαμε, τις γαλλίδες τραγουδίστριες. Από την άλλη, στο καφέ-αμάν έρχονταν συγκροτήματα από την Αθήνα. Ο Σαλονικιός, ο Ογδόντας, η Ρίτα Αμπατζή, Μαρίκα Πολίτισσα, Εσκενάζη, Ρούκουνας, Μήτσος Αραπάκης, Καλλέργης. Κι όλα τα καλά σαντούρια. Τους άκουγα εγώ αλλά δε μου έκαναν εντύπωση. `Ημουνα και μικρός, 6-7 χρονών. Μέχρι που ήρθαν οι Ρουμάνοι. Θά 'μουνα 8 χρονών. `Ηταν ένας Νέστορας Μπάτσι. Μεγάλωσα μέσα στη μουσική, έμαθα τα πάντα γύρω από τα είδη της, άκουσα όση μουσική δεν είχε ακούσει κανείς τότε και σε τέτοια ηλικία, αλλά όταν άκουσα αυτόν, μαγεύτηκα. Λέω "πατέρα θέλω σαντούρι". Κλάματα, κακό. Για να αποφύγει, λέει σε έναν φίλο του επιπλοποιό "κάνε του ένα ψεύτικο". Μου έκανε κάτι που έμοιαζε με σανίδα, το είδα εγώ - που είχα δει και το καλό το σαντούρι πώς ήτανε - καμία σχέση. Αναγκάστηκε και ήρθε ο μεγάλος μου αδερφός από την Αθήνα και μου έφερε σαντούρι. Ε, αυτό ήτανε".

Δάσκαλός του στο σαντούρι εκείνος ο Ρουμάνος. Ο Νέστορας Μπάτσι. `Εμεινε στο Αγρίνιο ενάμιση χρόνο. Πάνω στους έξι μήνες ο μικρός Αριστείδης παίζει καλά. Και ο πατέρας του τον βάζει να παίζει στο καφέ-αμάν σαν αναπληρωματικός, όταν εκείνος έλειπε σε πανηγύρια και γάμους. Αυτό δημιουργεί ένα μικρό σκάνδαλο στην τοπική κοινωνία. Ο διοικητής της αστυνομίας επεμβαίνει ο ίδιος γιατί "είναι δυνατόν να πηγαίνουν στο σχολείο το παιδί σου και το δικό μου παιδί, και να του λέει αυτά που βλέπει κάθε βράδυ στο καφέ-αμάν;" Οι εμφανίσεις περιορίζονται στην αρχή αλλά γρήγορα, οι μεγάλες ανάγκες που υπήρχαν στην περιοχή για όργανα και οι επιδόσεις του Αριστείδη, του επιβάλλουν να γίνει "επαγγελματίας". Ο πατέρας του ξέρει πολύ γρήγορα ότι στην οικογένεια υπάρχει ένα ακόμα πολύ καλό όργανο και τον χρησιμοποιεί."Είδε ότι έπαιζα καλά. `Οχι μονάχα καλά, αλλά απέκτησα και ρεπερτόριο, άρχισα να τα παίζω όλα. `Επαιζα κι ευρωπαϊκά κομμάτια πολλά. `Ολα θυμάμαι του Σουγιούλ, του Χαιρόπουλου, του Αττίκ, τανγκό, κουμπαρσίτες. Το Αγρίνιο δεν ήταν δα και μια πολιτεία που θέλανε μόνο δημοτικά. Θέλανε ό,τι κυκλοφορούσε την εποχή εκείνη. Μετά η Κατοχή τα 'φαγε όλα. Σταμάτησαν και τα καπνά... Μετά το '42-'43 που ήτανε ο ανταρτοπόλεμος, δε μπορούσες να μείνεις στο Αγρίνιο. `Ηρθανε οι Γερμανοί, κλείσαν τα μαγαζιά. Δέκα αδέρφια βρεθήκαμε στην Αθήνα. Εγώ ήμουν ο τελευταίος που θα διεκδικούσε. `Ητανε πέντε κορίτσια στη μέση. Πήγα στο καφενείο των μουσικών με τον πατέρα μου και βρήκαμε όλο γνωστά πρόσωπα μέσα. Ξέραν ότι παίζω καλά, ξέραν και την οικογένειά μας και μ'αγκαλιάσανε όλοι. Από το 1953 μπήκα στο Λύκειο των Ελληνίδων. Πήγαμε σ'όλη τη γη. Εγώ που φοβάμαι το αεροπλάνο έχω κάνει 1200 ώρες πτήση. Ολυμπιακοί Αγώνες του Μεξικού και του Καναδά, πέντε φορές Αμερική, τρεις φορές Αυστραλία. Γερμανία και Ευρώπη δε λογαριάζονται. `Εχω 7000 φωτογραφίες από όλες τις εκδηλώσεις που έχω παίξει, με όλα τα μεγάλα πρόσωπα που έχω συναντήσει.""Το 1952 έπαιξα πρώτη φορά για δίσκο. Στη Μιούζικ Μποξ. Κι από τότε έχω παίξει και με τους πιο περίεργους ανθρώπους. Σκεφτείτε ότι τον πρώτο δίσκο της `Αντζελας Δημητρίου εγώ τον έκανα. `Επαιξα με τον Κόρο, τον Ζέρβα, Δοϊτσίδη, Αηδονίδη - από τότε που βγήκαν στη δισκογραφία. Δεν έχω παράπονο, όλοι με σέβονται και μ'αγαπάνε. Με τον Ξαρχάκο κάναμε την "Ελλάδα της Μελίνας". Με τον Μαρκόπουλο έμεινα 13 χρόνια κι έπαιξα σε 17 δίσκους του. `Εφυγα γιατί είχα χάσει το όνομά μου. Ξέρετε πώς με λέγανε; Το σαντούρι του Μαρκόπουλου. Εντάξει, στον Μαρκόπουλο, δε λέω, είχα υποχρέωση. Μου 'δωσε και λεφτά. Πληρωνόμουνα καλά. `Οταν ένας πρώτος μουσικός έπαιρνε 400 δραχμές, εγώ έπαιρνα ένα χιλιάρικο. Το πιο άσχημο όμως ήταν πως οι μαέστροι δε μου φέρνανε νότες να διαβάσω. Κανένας. Μια φορά πήρα το σαντούρι μου κι έφυγα. Πήγα για πρόβα και μου λέει "παίξτο, δεν τ'άκουσες;". Λέω "τι παίξτο; μαγνητόφωνο είμαι; μπορεί να μην άκουσα καλά. Δώσμου μια παρτιτούρα", επειδή είχανε κακομάθει με τους περισσότερους λαϊκούς μουσικούς".Από όσα έχει παίξει για τη δισκογραφία δηλώνει ότι ξεχωρίζει ορισμένα κομμάτια του Γιάννη Μαρκόπουλου, ένα δίσκο με κομμάτια του Παναγιώτη Τούντα και του Βαγγέλη Παπάζογλου που τραγουδάει η `Ελενα Γιαννακάκη. "Εκεί έχω πετύχει το 90% αυτού που θέλω από μια ορχήστρα, αλλά είχα και σπουδαίους συνεργάτες", λέει."Ο ήχος του σαντουριού είναι μαλακός και γι'αυτό προσφέρεται πολύ για μουσικές οι οποίες μυρίζουν θάλασσα. Σμυρνέικα και νησιώτικα. Από κει και πέρα βέβαια έχω παίξει μέχρι και ...τον γαλλικό ύμνο! Πραγματικά. `Ηταν το 1959 που πήγαμε στο Παρίσι με τον Ευγένιο Σπαθάρη και τον πατέρα του για ένα φεστιβάλ σκιών. Υπήρχε μπερντές που έπαιζε ο Σπαθάρης, πίσω ήμασταν εμείς και συνοδεύαμε και κάποια στιγμή άνοιγε και μας βλέπανε. `Ημαστε έτοιμοι να αρχίσουμε, όταν έρχεται ο πρέσβης της Γαλλίας και λέει: "Πριν αρχίσει η παράσταση, να παίξετε τον γαλλικό εθνικό ύμνο". Κοιταζόμαστε. Λέει ο Ευγένιος: "Καταστροφή". Δε μπορούσαμε να αρνηθούμε γιατί από κάτω κάθονταν υπουργοί, διπλωματικά σώματα, ήτανε πολύ επίσημο το φεστιβάλ. Λέω "ηρεμήστε και δώστε μου τρία λεπτά". Από το σχολείο που πήγαινα ακόμα θυμόμουνα το γαλλικό ύμνο που εμείς τον λέγαμε ελληνικά "Ω παιδιά μου ορφανά, σκορπισμένα εδώ κι εκεί...". Βάζω σ'ένα έδρανο τις δυο σημαίες και ανοίγει η σκηνή. Δε βλέπω ούτε θέατρο, ούτε κόσμο, παίζω μια φορά τη μελωδία και μετά ...πάρτον κάτω λιπόθυμο!".Το 1985 ιδρύει το "Λαϊκό Σχολείο Παραδοσιακής Μουσικής". Λειτουργεί από τότε σαν αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία διδάσκοντας 22 όργανα από πολύ καλούς μουσικούς και σολίστες, καθώς και Βυζαντινή μουσική και χορωδία. "`Ηθελα να αφοσιωθώ στο Σχολείο μου. `Ηταν ένα όνειρο πολλών χρόνων αυτό το πράγμα. Πρώτα πρώτα έβλεπα ότι τέλειωνε το σαντούρι. Τώρα ξέρετε πόσες κοπέλες και αγόρια παίζουνε; `Ηταν όνειρο ζωής για μένα να διδάξω 28 σαντούρια. Μπροστά σ'αυτό δεν έβαζα τίποτα άλλο".

Και με το "Λαϊκό Σχολείο" εμφανίζεται σε διάφορα μέρη της Ελλάδας αλλά και σε φεστιβάλ και εκδηλώσεις του εξωτερικού αποσπώντας διακρίσεις. Τιμήθηκε από δήμους, συλλόγους, οργανώσεις και από τη Βουλή.
Πέθανε στις 8 Νοεμβρίου του 2001.

ΒΡΑΧΩΡΙΤΙΚΟ.

Πάνου Χατζόπουλου.
Μάνα μου, βραχωρίτισσα, με το λερό φουστάνι
το κόκκινο, που τόκανε σταχτύ σαν καταχνιά
η μαύρη κόλλα του καπνού. Φαρμακερό βοτάνι,
όλα της τα φαρμάκωσες, μεδούλι και καρδιά...
Μάνα μου, καπνοφύτισσα, του Ζαπαντιού δουλεύτρα,
στο φύτεμα, στο σκάλισμα πρώτη στην αργατιά,
σ' άρπαξεν ο πατέρας μου παιδούλα καρδιοκλέφτρα
και σε κλειδωμαντάλωσε στην πιο βαρειά σκλαβιά.

Μέσα στην καπνοθάλασσα πνίγηκε ο έρωτάς σας
κι ο γάμος σας δεν σούδωσε καμιά ξαποστασιά.
Γεύτηκες πίκρες και καΰμούς κι απ' τη σκληρή δουλειά σας
πλούτισαν έμποροι τρανοί γεμάτοι αναλγησιά.

Τη ζήση σου όλη πέρασες μέσα στα καπνοτόπια,
αγέλαστη κι ακούραστη, χωρίς καμιά χαρά.
τ' άγια σου χέρια τ' άπλωνες, γύρα σ' όλα τα τόπια,
φρουρός, προστάτης της σοδειάς. Μάνα σ' όλα μπροστά,

στο μάζεμα, στ' αρμάθιασμα, στο γύρισμα στη λιάστρα
και για βαντάκιασμα θαμπά σαν έπεφτε δροσιά.
Στο πάστρεμα, στο ζύμωμα, στο φούρνο και στη γάστρα
χρόνια και χρόνια δούλεψη χωρίς ανάσα μια.

Και τα παιδιά, που ερχόντανε τόνα κοντά από τάλλο
- κι όλο κορίτσια, ανάθεμα, που θέλανε προικιά -
κι οι θέρμες κι οι αναβροχές κι άλλο κακό μεγάλο
κι απ' το χαλάζι πιο τρανό, η μαύρη απουλησιά.

Και του πατέρα η αναμελιά και των παιδιών τα βίτσια,
οι πόλεμοι κι ο θάνατος κι η μαύρη κατοχή,
οι φυλακές, οι τράπεζες, οι φόροι, τα κορίτσια,
σε σένα πάνου σπάγανε, ατράνταχτη ψυχή...
Με το φαρμάκι στην καρδιά και με το βαχ στο στόμα,
τα ολανθισμένα νιάτα σου ρέψανε στη δουλειά.
Μεσ στο χωράφι γέρασες και πολεμάς ακόμα,
ως τη στερνή σου την πνοή, να ζήσει η φαμελιά.
Μάνα μου, αρχόντισσα χλωμή του μόχτου και του πόνου,
δαχτυλιδάκια γαλανά κι ονείρατα γλυκά,
τα δάκρυα σου γίνουνται κι ο ιδρώς όλου του χρόνου
δίχως για σένα διάφορο να μένει στα στερνά.

Μάνα μου, βραχωρίτισσα, ο μόχτος ο δικός σου
χαρίζει τέτοιαν ευωδιά περίσσεια στο φυτό,
που γίνεται στο κάπνισμα - το δάκρυ το πικρό σου –
παρηγοριά και δύναμη κι ελπίδα στο φτωχό.
Μάνα μου, καπνοφύτισσα, το κλαρωτό φουστάνι
κατάμαυρο σου τόβαψε, μουντό σαν καταχνιά,
η πικρή κόλλα του καπνού. Φαρμακερό βοτάνι,
όλα της τα φαρμάκωσες ζήση, ψυχή, καρδιά...

Ο μύθος του Άγριου.


Άγριος ήταν γιός του Πορθέα και τρισέγγονος του ήρωα Αιτωλού, του αρχηγέτη των Αιτωλών. Αλλά καλύτερα να ξεδιπλώσουμε, όσο γίνεται, τον Αιτωλικό μυθολογικό κύκλο και να δούμε το γενεολογικό δέντρο αυτής της πολύκλαδης βασιλικής γενιάς. Στην πλούσια Ήλιδα βασίλευε ο Ενδυμίων, γιός του Αέθλιου (ή του Δία), και της Καλύκης, που πήρε για σύζυγό του και βασίλισσα, την Υπερίππη, κόρη του Αρκάδος ή του Ζήθου. Από τον γάμο αυτόν γεννήθηκαν τρεις γιοί, ο Έπειος, ο Αίτωλος και ο Παίων. Σαν μεγάλωσαν οι γιοί του, ο γέρο Ενδυμίων απόφάσισε να χρίσει για διάδοχό του τον ικανότερο από αυτούς και γι' αυτό υποσχέθηκε το θρόνο σε εκείνον που θα έβγαινε νικητής σε αγώνα σταδιοδρομίας στην Ολυμπία. Έτσι και έγινε. Νικητής αναδείχτηκε ο Έπειος που διαδέχτηκε τον πατέρα του. Αργότερα ανέβηκε στο θρόνο ο Αιτωλός που όμως αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει, όταν σκότωσε τον Άπι, το γιο του Φορωνέα, του βασιλιά του Άργους. Καταδιωκόμενος από τους γιούς του σκοτωμένου πέρασε το στενό του Ρίου, επιβλήθηκε στους Κουρήτες και αδιαμφισβήτητος ηγέτης πια, έδωσε το όνομά του στη χώρα. Από τον γάμο του με την Προνόη, θυγατέρα του Φόρβου, απόκτησε δύο γιούς, τον Καλυδώνα και τον Πλευρώνα. Μετά το θάνατο του Αιτωλού, στη διαμάχη που ξέσπασε, επικράτησε η γενιά του Πλευρώνα αλλά η πόλη που ίδρυσε ο Καλυδών διατήρησε το όνομά του. Τον Πλευρώνα διαδέχτηκε ο γιός του Αγήνωρκαι από το γάμο του με την Επικάστη γεννήθηκε ο Πορθάων ή Πορθεύς, που πήρε το θρόνο της Καλυδώνας. Αυτός απόκτησε τρεις γιούς και μία κόρη, από το γάμο του με την Ευρύτη, τον Άγριο, τον Οινέα και μια κόρη, τη Στερόπη, που την πήρε γυναίκα του ο Αχελώος . Ο Άγριος απόκτησε πολλούς γιούς κι αναφέρονται οι : Ογχηστής , Θερσίτης , Πρόθοος , Κλεύτωρ , Λυκωπεύς και ο Μελλάνιπος .Από αυτούς ο χωλός Θερσίτης έμεινε στην ιστορία ως συνώνυμο της ασχήμιας, της αυθάδειας και της αμετροέπειας . Αυτοί οι έξι γιοί, έκριναν οτι δεν ήταν ανεκτό να κατέχει το θρόνο της Κλυδώνας ο γέρο-Οινέας, γι' αυτό και τον εκδίωξαν και ανέβασαν τον πατέρα τους . Μάλιστα, κατά τον Απολλόδωρο, φυλάκισαν και βασάνισαν το γέρο βασιλιά.
Καταφθάνει όμως τιμωρός ο φοβερός Διομήδης του Άργους, εγγονός του Οινέα από το γιό του Τυδέα, φονεύει τους γιούς του σφετεριστή και αποκαθιστά τον πάππο του στο θρόνο. Ο Άγριος γλυτώνει, έρχεται στο βορειοδυτικό άκρο της Αιτωλίας και ιδρύει την πόλη που της έδωσε το όνομά του ."



Από το βιβλίο του Γεράσιμου Παπατρέχα "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ "

Η δολοφονία του Γιάννη Ζέβγου.


Ο Γιάννης Ζέβγος (Γιάννης Ταλαγάνης το πραγματικό του όνομα) υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, έχοντας διατελέσει Υπουργός Γεωργίας στην πρώτη μετακατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Γεννήθηκε στο χωριό Δόριζα της Αρκαδίας το 1897 και ήταν δάσκαλος.

Ως αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ μετέβη το Φεβρουάριο του 1947 στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσει το έργο μιας Επιτροπής του ΟΗΕ, που ήταν εγκαταστημένη στη συμπρωτεύουσα και διερευνούσε την κατάσταση στη χώρα μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (12 φλεβάρη 1945).

Το πρωί της 20 Μάρτη 1947, ημέρα Πέμπτη, ο Ζέβγος βγαίνει από το ξενοδοχείο «Αστόρια», όπου διέμενε και πηγαίνει στα γραφεία της εφημερίδας «Αγωνιστής». Εκεί, γράφει ένα ακόμη υπόμνημα προς την Επιτροπή του ΟΗΕ, με νέα στοιχεία διωγμών και γενικά αντιδημοκρατικών ενεργειών της Δεξιάς εις βάρος της Αριστεράς. Το μεσημέρι πηγαίνει στο εστιατόριο «Ελβετικόν» για να γευματίσει, όπως συνήθιζε κάθε μέρα.Κατά την επιστροφή του στο ξενοδοχείο κι ενώ κατέβαινε την οδό Αγίας Σοφίας, ένας νεαρός άνδρας, ηλικίας περίπου τριάντα ετών, που προφανώς τον παρακολουθούσε, πυροβόλησε με περίστροφο τρεις φορές εναντίον του από κοντινή απόσταση. Πέφτοντας, προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ο δολοφόνος τον πλησίασε και τον πυροβόλησε άλλη μία φορά. Ο Γιάννης Ζέβγος έπεσε νεκρός. Ο δολοφόνος ετράπη αμέσως σε φυγή από την οδό Αγίας Θεοδώρας και συνελήφθη καταδιωκόμενος από πολίτες κι ένα χωροφύλακα, μπροστά στο εργοστάσιο «Φλόκα». Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι ο δολοφόνος είχε δύο συνεργούς.

Ως δράστης της δολοφονίας αναγνωρίσθηκε ένας πρώην κομμουνιστής, ο κρεοπώλης Χρήστος Βλάχος από τις Σέρρες. Στους αστυνομικούς είπε ότι προέβη στη στυγερή δολοφονία από αγανάκτηση για τα όσα υπέφερε στο Μπούλκες (Στρατόπεδο συγκέντρωσης για απείθαρχους κομμουνιστές στη Γιουγκοσλαβία): «Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν τον είδα… Οι κομμουνιστές με βασάνισαν, επειδή δεν συμφωνούσα μαζί τους». Σε άλλο σημείο της απολογίας του ανέφερε ότι οι κομμουνιστές είχαν εκπορνεύσει τη γυναίκα του, την οποία είχε χωρίσει. Εκείνη, πάντως, είχε δηλώσει ότι τον χώρισε γιατί ήταν προδότης.

Η είδηση της δολοφονίας του Ζέβγου αναστάτωσε τους πάντες, σε μια περίοδο που ο εμφύλιος βρισκόταν στην κορύφωσή του, με τις δύο πλευρές εξίσου δυνατές. Ο φιλοκυβερνητικός Τύπος επιχείρησε να παρουσιάσει το έγκλημα ως «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στους κόλπους της Αριστεράς. Ο «Ριζοσπάστης» έκανε λόγο για ένα ακόμη έγκλημα των «μοναρχοφασιστών». Και φαίνεται να είχε δίκιο.

Στις 3 Απριλίου 1947, δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» γράμμα του Νίκου Σιδηρόπουλου, πρώην κομμουνιστή και τροφίμου στο Μπούλκες, που ήταν συνεργός του Βλάχου στη δολοφονία του Ζέβγου. Ο Σιδηρόπουλος αναφέρει ότι η δολοφονία οργανώθηκε από την ΕΣΑ και το Α2 του Γ' Σώματος Στρατού, υπό την υψηλή εποπτεία του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, Ναπολέοντος Ζέρβα, αρχηγού του ΕΔΕΣ κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αποκάλυψε, επίσης, ότι το σχέδιο ήταν ευρύτερο, αφού περιελάμβανε και τις δολοφονίες των Γιάννη Πασαλίδη (μετέπειτα προέδρου της ΕΔΑ) και Αλέξανδρου Σακελλαρόπουλου (κατοπινού προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών).

Ο δράστης του φονικού, Χρήστος Βλάχος, προσήχθη σε δίκη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών, το 1948. Πολύ γρήγορα, όμως, δραπέτευσε από τη φυλακή και φυγαδεύτηκε στην Αργεντινή. Έπειτα από αρκετά χρόνια επέστρεψε στην Ελλάδα και στις 2ο Σεπτεμβρίου 1981, ως τρόφιμος του ψυχιατρείου της Λέρου, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» αποκάλυψε: «Εγώ δούλευα για την ελληνική και τη συμμαχική αντικατασκοπία, πολεμούσα τους κομμουνιστές και τους Τούρκους... Έτσι, εκτέλεσα και την εντολή που πήρα από τους ανωτέρους μου, να σκοτώσω τον Γιάννη Ζέβγο. Έπρεπε να υπακούσω. Η πατρίδα κινδύνευε, έπρεπε να την καθαρίσω από τους κομμουνιστές. Και τον Σουλτάνο του ΚΚΕ (εννοεί τον Ζαχαριάδη) έπρεπε να τον σκοτώσω».

Βαρδούσια.

ΒΑΡΔΟΥΣΙΑ
Ίσως το ομορφότερο βουνό της Ελλάδας. Κρυμμένο στην καρδιά της Ρούμελης, υψώνεται απότομα και αναπτύσσει τον όγκο του σε αρκετά μεγάλο ορεινό χώρο. Κορφές απότομες, δύσβατες, απόκρημνες κάνουν τα Βαρδούσια να ξεχωρίζουν και να κεντρίζουν το ενδιαφέρον των ορειβατών. Παράδεισος για όσους αναζητούν κάτι πιο δύσκολο και οριακό, σχολείο για τους νεοεισερχόμενους στον κόσμο της ορειβασίας. Τα Βαρδούσια δεσπόζουν στο χώρο και μαζί με τη Γκιώνα και την Οίτη δημιουργούν ένα καθαρά αλπικό τοπίο που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει με αντίστοιχα της κεντρικής Ευρώπης.
Η ψηλότερη κορφή των Βαρδουσίων είναι ο Κόρακας (2.475 μ.) και βρίσκεται στο νότιο τμήμα του βουνού. Τα δυτικά Βαρδούσια συνορεύουν με το νομό Αιτωλ/νίας και έχουν ως φυσικό σύνορο το Κοκκινόρεμα και ένα χαμηλό διάσελο ύψους 1.370 μ. που τα χωρίζουν από τα όρη Ναυπακτίας. Στα βόρεια φθάνουν μέχρι το χωριό Μάρμαρα και ένας χαμηλός αυχένας τα συνδέει με την Οίτη. Ανατολικά ο ποταμός Μόρνος χωρίζει τα Βαρδούσια από την Γκιώνα, ενώ νότια η κορυφογραμμή του Κόρακα σταματά σταδιακά μέχρι την τεχνητή λίμνη του Μόρνου. Ο κεντρικός όγκος βρίσκεται στο νομό Φωκίδας. Οι βόρειες κορφές του βουνού είναι σχετικά ομαλές με ψηλότερη τη Μεγάλη Χούνη (2.286 μ.) και μετά το Σινάνι (2.059 μ.), Ομαλό (1.832 μ.), Μηλιά (1.791 μ.), Πολεμίστρα (1.680 μ.) οι οποίες σταδιακά ενώνονται με τις πλαγιές της Γραμμένης Οξυάς.
Το νότιο συγκρότημα περιλαμβάνει μία εκτενή κορυφογραμμή περίπου 17 χιλιομέτρων. Οι κορφές Αετός, Λιοντάρι, η Aνώνυμη (υψ. 2.437 μ.) καθώς και η ψηλότερη κορυφή Κόρακας πλαισιώνουν ένα μικρό οροπέδιο, γνωστό ως Μέγας Κάμπος. Νοτιότερα του Κόρακα υπάρχουν οι κορφές Κοκκινιάς (2.406 μ.), Όρνιο (2.287 μ.), Τραπεζάκι (1.867 μ.) ,Κοράκια (2.180 μ.).
Το δυτικό όμως συγκρότημα των Βαρδουσίων ίσως είναι το εντυπωσιακότερο, καθώς περιλαμβάνει κορφές απόκρημνες όπως οι Σούφλες (2.260 μ.), η Αλογόραχη, η Πυραμίδα (2.350 μ.), το Γιδοβούνι (2.087 μ.), Πάνω (2.120 μ) και Κάτω Ψηλό (2.140 μ.). Συγκεκριμένα, οι κορφές Πάνω και Κάτω ψηλό είναι δύο απότομα μυτίκια που χρειάζονται δύσκολη αναρρίχηση για την προσέγγισή τους. Την άνοιξη από τις κορφές αυτές δημιουργείται «ψιλή βροχή», λόγω των χιονιών που λιώνουν και εξαιτίας των αρνητικών κλίσεων που παρουσιάζουν σε ορισμένα σημεία. Από αυτό το φαινόμενο πολλοί ντόπιοι ονομάζουν και τα Βαρδούσια ως «Ανεμιστός». Τα χαρακτηριστικά μυτίκια του Κάτω Ψηλού, ο ελικοειδής όγκος του Γιδοβουνίου, οι χαρακτηριστικές κορφές στις Σούφλες, η κόψη της Αλογόραχης, ο μυθικός Μέγας Κάμπος, η κορφή «του Γκιώνη το πλάι» και ο «Μακρινός Κόρακας» είναι κορφές που σε μαγνητίζουν και σε μαγεύουν. Δικαιωματικά τα Βαρδούσια θεωρούνται το πιο άγριο και εντυπωσιακό βουνό της Στερεάς Ελλάδας.

Άγραφα.


Καλιακούδα.


27/4/09

ΚΑΣΤΟΡΙΑ.


ΠΙΕΡΙΑ ΟΡΗ...


Άθως...


ΟΛΥΜΠΟΣ: Το βουνό των Θεών..


ΕΒΕΡΕΣΤ: Η στέγη του Κόσμου.


Άτλαντας-Μαρόκο.


ΚΟΚΚΙΝΟ.