1/3/09

Δαίδαλος και Ίκαρος.

Ήταν στην Aθήνα, στα παλιά τα χρόνια, ένας ξακουσμένος τεχνίτης που τον έλεγαν Δαίδαλο. Ό,τι και αν βάλει ο νους σας, μπορούσε να το φτιάσει. Mε τόση τέχνη σκάλιζε τα αγάλματα, που οι άνθρωποι, άμα τα έβλεπαν, θαρρούσαν πως είναι έτοιμα να κουνηθούν και να μιλήσουν. Kάποτε ο Δάιδαλος πήγε στην Kρήτη, που βασίλευε ο Mίνως. Mε μεγάλη χαρά δέχτηκε ο βασιλιάς τον περίφημο τεχνίτη και του έδωσε παραγγελία να φτιάσει το φοβερό Λαβύρινθο. Όταν τελείωσε το Λαβύρινθο κι άλλα πολλά μεγάλα έργα, θέλησε ο Mίνως να γυρίσει στην πατρίδα του. O Mίνως όμως τον κάλεσε στο παλάτι και του είπε: «Έμαθα, Δαίδαλε, πως θέλεις να φύγεις. Nα το βγάλεις από το νου σου· ποτέ δε θα σου δώσω την άδεια. Πρόσταξα σε όλους τους καραβοκύρηδες να μη σε πάρει κανένας στο καράβι του! T’ ακούς;» O Δαίδαλος δεν έδωσε απόκριση στα λόγια αυτά, μόνο χαιρέτησε κι έφυγε από το παλάτι. Aπό εκείνη όμως τη στιγμή τίποτ’ άλλο δεν είχε στο νου του παρά πώς να φύγει από την Kρήτη. Mια μέρα, εκεί που συλλογιζόταν, χτύπησε χαρούμενος τα χέρια του και φώναξε: «Aς κρατήσει για τους ανθρώπους του τις προσταγές του ο βασιλιάς! Eμένα δεν μπορεί να μ’ εμποδίσει· θα πετάξω ψηλά σαν το πουλί!» Kάθισε τότε κι έφτιασε από αετού φτερά δυο μεγάλες φτερούγες και τις κόλλησε με κερί. Ύστερα έφτιασε άλλες δυο πιο μικρότερες, για το παιδί του τον Ίκαρο. Tις έδεσε ύστερα στις πλάτες του, και άμα τις κουνούσε με τα χέρια του, στεκόταν στον αέρα. Aφού γυμνάστηκε κάμποσο καιρό και γύμνασε και τον Ίκαρο, αποφάσισε να φύγουν. Aλλά πριν ξεκινήσουν, είπε στο παιδί του: «Πρόσεχε, Ίκαρέ μου, να πετάς πάντα κοντά μου. Mην ανεβαίνεις πολύ ψηλά, γιατί ο ήλιος θα λιώσει το κερί, και τα φτερά θα σου πέσουν· δε θα μπορείς πια να σταθείς στον αέρα. Θα πέσεις και θα σκοτωθείς. Mα ούτε και πολύ χαμηλά να κατεβαίνεις, γιατί μπορεί να βραχούν στη θάλασσα και να βαρύνουν· και τότε πάλι δε θα μπορείς να τις κυβερνάς». Aγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν πατέρας και γιος. Έπειτα τίναξαν τις φτερούγες τους και πέταξαν ψηλά. Mπροστά πήγαινε ο Δαίδαλος, από πίσω ο Ίκαρος. Σε λίγο άφησαν πίσω τους τα βουνά της Kρήτης και ταξίδευαν απάνω από τη μεγάλη θάλασσα. Oι ναύτες των καραβιών που αρμένιζαν, άφησαν τη δουλειά τους· οι ψαράδες παράτησαν τα δίχτυα τους, κι οι ζευγολάτες έριξαν χάμω τη βουκέντρα και σταμάτησαν το αλέτρι. Ώς και οι τσοπάνηδες άφησαν τη φλογέρα τους. Όλοι με τα κεφάλια τους σηκωμένα κατά τον ουρανό και με ανοιχτό το στόμα, κοίταζαν τα δυο παράξενα πουλιά που έσκιζαν τον αέρα. O Ίκαρος στην αρχή πετούσε καθώς του είχε πει ο πατέρας του. Mα ύστερα συλλογίστηκε πως δεν θα ήταν άσχημα ν’ ανεβεί πιο ψηλά, για ν’ αγναντέψει πιο καλύτερα κάτω. Έδωσε μια και άρχισε ν’ ανεβαίνει πιο ψηλά. Mα γρήγορα έγινε εκείνο που φοβόταν ο πατέρας του. O ήλιος έλιωσε το κερί και τα φτερά ξεκόλλησαν και σκορπίστηκαν στον αέρα. O Ίκαρος άρχισε να πέφτει γρήγορα σαν πέτρα. «Πατέρα μου!... πατέρα μου!...» φώναξε σπαραχτικά. Mα όσο να γυρίσει ο Δαίδαλος να δει, ο Ίκαρος είχε πέσει στη θάλασσα και το κύμα τον κατάπιε. «Παιδί μου!... Ίκαρε, παιδί μου...» φώναξε θρηνώντας ο δυστυχισμένος πατέρας. Eκεί που έψαχνε πετώντας απάνω από τη θάλασσα, είδε σκορπισμένα τα φτερά και κατάλαβε πως πνίγηκε ο γιος του. Kατέβηκε τότε στο πιο κοντινό νησί, και περίμενε κλαίοντας και παρακαλώντας τους θεούς. Tέλος ένα μεγάλο δελφίνι ήρθε κι έβγαλε στην αμμουδιά νεκρό το παιδί του. Eκεί έθαψε με κλάματα και μοιρολόγια ο Δαίδαλος τον Ίκαρο, κι από τότε το νησί το λένε Iκαρία. H γύρω θάλασσα είναι το Iκάριο πέλαγος.
(από το βιβλίο: Aνδρέας Kαρκαβίτσας, Άπαντα, II, Eκδοτικός οίκος Σ.I. Zαχαρόπουλος, 1973)

Περδικάκι.

ΠΕΡΔΙΚΑΚΙ - ΣΑΚΑΡΕΤΣΙ.

Το Περδικάκι είναι χωριό του ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, πρώην κοινότητα και, σήμερα, Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Ινάχου. Η παλαιά ονομασία του χωριού είναι Σακαρέτσι. Το Περδικάκι με την παλαιά του ονομασία "Σακαρέτσι" εμφανίζεται επί Όθωνα και Βαυαροκρατίας ως οικισμός του Δήμου Ιδομένης.
Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μέτρων και η συνολική έκταση της πρώην κοινότητας υπολογίζεται στα 72000 στρέμματα. Ο πληθυσμός του χωριού στην απογραφή του 2001, ανερχόταν στα 466 άτομα.Το Περδικάκι υπήρξε πιθανότατα αρχαίο Ελληνικό πόλισμα, με άλλο φυσικά όνομα στη αρχαιότητα καθώς και μεσαιωνική κώμη με το όνομα Σακαρέτσι.
Στο Σακαρέτσι ποτέ δεν εγκαταστάθηκε Τουρκική φρουρά στα τετρακόσια χρόνια της τουρκικής κατοχής. Οι Σακαρετσιάνοι ζούσαν στο χωριό τους πιο σίγουρα και πιο ήρεμα από τους καμπίσιους Έλληνες. Δεν είχαν τους Τούρκους πάνω από το κεφάλι τους κάθε μέρα. Είχαν την εκκλησία τους, το υποτυπώδες σχολείο τους. Μάθαιναν τη γλώσσα τους και την ιστορία τους, εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ελεύθερα.
Αρματολικές οικογένειες του Σακαρετσιού ήταν με βεβαιότητα του Μπουκουβάλα (Γιάννης Μπουκουβάλας, αρματολάρχης Αγράφων) και του Καραΐσκου ή Ίσκου. Νόθος γιος του καπετάνιου Δημητρίου Ίσκου ήταν ο πασίγνωστος ιδιοφυής στρατηγός της Ελληνικής Επανάστασης Γεώργιος Καραϊσκάκης. Στη Επανάσταση του 1821 οι Σακαρετσιάνοι δεν ήταν απόντες.Οι Σακαρετσιάνοι ήταν από τους πρώτους που έλαβαν μέρος στην επανάσταση του 1821 κάτω από την αρχηγία των οπλαρχηγών του Βάλτου και κυρίως του Ανδρέα ΄Ισκου. Αναφέρονται τα ονόματα των: Αναστασίου Κώστα, Αναστασίου Σωτηρίου, Γιαταγάνα Κώστα, Γκιάτη Γεωργάκη, Διάκου Πάνου, Δράκου Θεοδώρου, Κακαράτζα Γιωργάκη, Κοτζίνη Στέργιου, Κουά ή Κουβά Αθανασίου, Κουτζίκου Ιωάννη, ή Γιαννίκου, Μέρκου Δημήτρη, Μέρκου Νικολάου, Μπακόλα Νίκου, Νταγκλή Αθανασίου, Ντάικου Δημήτρη, Πριόβολου Γεωργίου, Ρεγκούτα Βασιλείου, Σιαρλή Αναγνώστη, Σιαρλή Δημήτρη, Σιάσου Ιωάννη, Σιάσιου Κώστα, Σιτή Γεωργίου, Χαντζάρα Γεωργίου και Χαρατσάρη Δημήτρη.(Σχετικές πληροφορίες στο βιβλίο του Νίκου Τέλωνα:"Οι πρόμαχοι της πατρίδος Βαλτινοί Αγωνιστές του '21" ). Υπήρξε ομαδική συμμετοχή 60 Σακαρετσιάνων σε μάχη κατά των Τούρκων στη Μηλιά της Κανάλας το 1825 με οπλαρχηγό τον συγχωριανό τους Νικόλαο Μπακόλα, όταν Ο Μουστάμπεης κατέβαινε από τα Άγραφα για να ενισχύσει τον Κιουταχή που πολιορκούσε το Μεσολόγγι. Υπάρχει κατάλογος 23 Σακαρετσιάνων στους οποίους, το 1844, η τότε Κυβέρνηση απένειμε αριστεία και διπλώματα για τους αγώνες τους υπέρ της Ανεξαρτησίας της Πατρίδας. Επίσης με αφορμή Β.Δ. (Φ.Ε.Κ. αριθ. 9, 22 Μαρτίου 1833 εν Ναυπλίω) πολλοί Σακαρετσιάνοι υπέβαλαν τότε τα δικαιολογητικά τους, από τα οποία φαίνεται η συμμετοχή τους στον Αγώνα.Στις γνωστές περιπέτειες της Ελλάδας που άρχισαν με τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους το 1912-14 και συνεχίστηκαν με τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο που είχε για την Ελλάδα ως προέκταση τη Μικρασιατική εκστρατεία του 1919 και τη μεγάλη καταστροφή του 1922 πολλοί Σακαρετσιάνοι έλαβαν μέρος και έφτασαν μέχρι το Εσκή Σεχίρ, τον Σαγγάριο ποταμό. Από αυτούς 28 ποτέ δεν γύρισαν στο αγαπημένο τους Σακαρέτσι.Τον Οκτώβριο του 1940 το Σακαρέτσι αποχαιρετούσε 67 παιδιά του και τα έστελνε στο μέτωπο να πολεμήσουν το φασιστικό στρατό του Μουσολίνι που απρόκλητα εισέβαλε στη χώρα μας. Από τους 67 τέσσερις δεν γύρισαν ποτέ πίσω και δύο γύρισαν σοβαρά τραυματισμένοι.Σημαντική ήταν η συμμετοχή των Σακαρετσιάνων στην Εθνική Αντίσταση κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ακολούθησε ο εμφύλιος με βαρύ τίμημα για το χωριό, όπως και για όλη την Ελλάδα.Το 1836 με Β.Δ. το Σακαρέτσι (πληθυσμός 1150 άτομα – απογραφή 1836) ορίστηκε έδρα του νεοσύστατου τότε Δήμου Ιδομένης.Όταν το 1912 θεσμοθετήθηκαν οι κοινότητες, σχηματίσθηκε η κοινότητα Σακαρετσίου με τα χωριά Σακαρέτσι, Προβιανή ή Βρουβιανά, Βερβίτσα (Αυλάκι) και Μηλιά.Το Σακαρέτσι μετονομάσθηκε σε Περδικάκι το 1930 με το Β.Δ. της 17/7/1930 (Φ.Ε.Κ. 251/24-7-1930). Το 1965 τα δύο χωριά Βρουβιανά και Αυλάκι αποσπάστηκαν και σχημάτισαν ξεχωριστή κοινότητα με έδρα τα Βρουβιανά.Με το νόμο 2539 (Φ.Ε.Κ. 244/4-12-1997) γνωστός ως σχέδιο «Καποδίστριας» καταργήθηκαν οι κοινότητες και αναβίωσαν οι δήμοι. Έτσι με το νόμο αυτό η κοινότητα Περδικακίου (Σακαρετσίου) που υπήρξε έδρα του μεγάλου Δήμου Ιδομένης καταργείται και τώρα δεν αποτελεί παρά ένα από τα 15 Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Ινάχου με έδρα τους Χαλκιοπούλους.

Μπεκάτσα: Βελουδομάτα.


Scolopax rusticola.

Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Chordata
Τάξη: Aves
Οικογένεια: Scolopacidae
Γένος: Scolopax
Είδος: rusticola

Δεν έχει άδικα χαρακτηριστεί ως η Βελουδομάτα βασίλισσα του δάσους, εκεί στα σκιερά και υγρά μονοπάτια του δάσους, βρίσκετε το Βασίλειο ενός από τα πλέον διαδεδομένα και αγαπητά παγκοσμίως θηράματα, της μπεκάτσας. Η Ευρασιατική μπεκάτσα, ανήκει στην οικογένεια των σκολοπακιδών, με την επιστημονική ονομασία rusticola Scolopax ή σκολόπαξ η αγροδίαιτος.
Αποτελεί δε το έκτο μέλος μια εξαμελής ομάδος καλοβατίκων πουλιών την ακόμα οποία αποτελούν η Μπεκάτσα Amami (Scolopax mira), η Σκούρα μπεκάτσα, (saturata Scolopax), η Μπεκάτσα Sulawesi (celebensis Scolopax), η μπεκάτσα Moluccan (rochussenii Scolopax) και η Αμερικανική μπεκάτσα (Scolopax minor). Από τις προαναφερόμενες μπεκάτσες μόνο η Ευρασιατική μπεκάτσα rusticola Scolopax και η Αμερικανική μπεκάτσα Scolopax minor, απαντώνται σε μεγάλους πληθυσμούς, τα υπόλοιπα συγγενικά είδη βρίσκονται σε μικρούς αριθμούς και μονό σε ορισμένα νησιά. Τόσο το κοινό όσο και το επιστημονικό όνομά της, το οφείλει στο χαρακτηριστικό μακρύ ράμφος της. Το κοινό της όνομα “μπεκάτσα” προέρχεται από το γαλλικό bec που σημαίνει ράμφος όπως και το επιστημονικό “Scolopax”, από το λατινικό Scolopax που επίσης σημαίνει ράμφος.
Γεωγραφική εξάπλωση
Η Ευρασιατική μπεκάτσα είναι είδος μεταναστευτικό, συναντάτε τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία, από τις κοντινές περιοχές του αρκτικού κύκλου, ως και τα νοτιότερα σημεία της Ευρώπης και της Ασίας. Αναπαράγεται στη κεντρική και βόρεια Ευρώπη, στην Σιβηρία και την Ιαπωνία, ενώ διαχειμάζει τόσο στην νοτιά Ευρώπη, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, αλλά και στην Β. Αφρική και την Νότια Κίνα. Γύρω στα μέσα Οκτωβρίου μεγάλοι πληθυσμοί από αυτό το είδος μεταναστεύουν από τα βόρια προς τις νοτιότερες περιοχές και ενισχύουν αυτόχθονες πληθυσμούς που βρίσκονται μόνιμα εγκατεστημένοι σε ορισμένες ηπιότερου ψύχους περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας όπως στην Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία και τις χώρες του Μπενελούξ. Στην χώρα μας αποτελεί μεταναστευτικό είδος και οι εμφανίσεις της ξεκινούν από τις αρχές Οκτωβρίου στα βορειότερα και σταδιακά ανάλογα πάντα με τον καιρό, απαντώνται σε όλη σχεδόν την χώρα μέχρι και το τέλος του Φεβρουαρίου και τις αρχές Μαρτίου.
Γενική Περιγραφή
Η ευρασιατική μπεκάτσα, είναι ένα μέσου μεγέθους πουλί με μήκος που φτάνει τα 35 έως 40 εκατ., ενώ το βάρος κυμαίνεται από 300 έως και 350 γραμ. Στο κεφάλι της βρίσκουμε στο πίσω μέρος του τις χαρακτηριστικές εγκάρσιες σκούρες ραβδώσεις, ενώ στο μπροστινό μέρος το χρώμα του είναι γκριζωπό. Ψηλά στις πλευρές του κεφαλιού βρίσκονται τα μεγάλα χαρακτηρίστηκα μάτια της, τα οποία λόγω αυτής ακριβώς της θέσης τους, της δίνουν την δυνατότητα να έχει οπτικό πεδίο σχεδόν 360 μοιρών. Στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού της βρίσκετε το χαρακτηριστικό ράμφος της, το οποίο πέρα ελαχίστων εξαιρέσεων, κυμαίνεται από 6 έως 8 εκατ. και το οποίο αποτελεί συνήθως το 1/3 του σώματος της.
Στο επάνω μέρος του σώματος της, το φτέρωμα της έχει χρώμα ερυθρόφαιο (καστανό-κόκκινο) με κιτρινωπές και σκούρου καφέ χρώματος εγκάρσιες λωρίδες, ενώ στο κάτω μέρος του είναι γκριζωπού χρώματος. Τα ενήλικα άτομα έχουν κοντά πόδια χρώματος ροζ και οι άκρες από τα φτερά τους είναι στρογγυλεμένες. Η ουρά της είναι και αυτή ιδίου χρώματος με το υπόλοιπο σώμα, ενώ οι άκρες των φτερών της ουράς στο κάτω μέρος τους, είναι χρώματος λευκού το οποίο έπεται μετά από ένα φαρδύ διάστημα μαύρου χρώματος.
Ακόμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ευασιατικής μπεκάτσας είναι το μικρό φινετσάτο φτερό που βρίσκετε στην βάση του μακρύτερου εξωτερικού πρωτεύοντος φτερού και το οποίο ονομάζουμε «φτερό του ζωγράφου».
Βιότοπος
Η μπεκάτσα είναι ένα εξαιρετικά μυστικοπαθή δασόβιο πουλί το οποίο διαβιεί και τρέφεται σε δασώδεις περιοχές, με χαμηλή βλάστηση και αρκετή υγρασία. Σε αυτά τα μέρη είναι ευκολότερο να αναζητήσει την τροφή της γι’ αυτό και τα προτιμά. Το μέρος στο οποίο φωλιάζει και το μέρος στο οποίο τρέφετε, σε πολύ λίγες περιπτώσεις είναι το ίδιο δεν είναι όμως ιδιαίτερα μακριά το ένα από το άλλο. Χαρακτηριστικό δε είναι ότι οι βιότοποι της είναι σχεδόν σταθεροί και τους επισκέπτονται πουλιά σχεδόν κάθε χρόνο.
Συμπεριφορά
Η μπεκάτσα είναι όπως και παραπάνω είπαμε ένα από τα πλέον μυστικοπαθή πουλιά. Κατά την διάρκεια της ημέρας προτίμα να μένει κρυμμένη στην θαμνώδη βλάστηση των δασών από δρυ, οξιά ή διάφορων κωνοφόρων όπως πεύκου, ελάτου κλπ, ενώ κατά το σούρουπο πέτα προς τους κοντινούς κάμπους όπου και αναζητεί την τροφή της. Και πάλι, νωρίς το πρωί επιστρέφει στην ασφάλεια του δάσους. Κατά την επιστροφή της η μπεκάτσα συνήθως πιάνει σε ανοιχτά μέρη και σίγα σιγά μπαίνει στο πυκνό.
Στην χώρα μας που οι μπεκάτσες έρχονται μόνο τον χειμώνα, είναι σχεδόν αδύνατον να τις δούμε ημέρα, μόνο σε περιοχές που οι μπεκάτσες βρίσκονται την άνοιξη και κατά το διάστημα των ερωτικών παιχνιδιών τους, μπορούμε να τις δούμε να πετούν ακόμα και την ημέρα.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς της μπεκάτσας είναι ότι τόσο κατά το «σήκωμα» της, όσο και όταν βαδίζει προς το πυκνό, αφήνει μια κοτσιλιά ιδιαίτερα ευδιάκριτη και χαρακτηριστική κάτι που κάνει έκδηλη την παρουσία της.
Ακόμα εξαιτίας της μειωμένης όραση της η μπεκάτσα δεν κάνει, ειδικά μετά από ξεσήκωμα, μεγάλες πτήσης.
Διατροφή
Η μπεκάτσα τρέφετε κυρίως με διάφορα ασπόνδυλα όπως σκουλήκια, έντομα, μαλάκια, αλλά και σπόρους και καρπούς φυτών. Κατά βάση όμως τρέφετε με σκουλήκια, τα οποία εντοπίζει στο μαλακό και υγρό έδαφός, με το εξαιρετικής ευαισθησίας ράμφος της το οποίο βυθίζει στο έδαφος και το οποίο μέσω των ευαίσθητων αισθητήριων νεύρων που υπάρχουν στην άκρη του, αντιλαμβάνεται τα μαγνητικά κύματα του σκουληκιού και μετά από κατάλληλο καρτέρι το συλλαμβάνει, το θανατώνει και εκ’ των υστέρων το τρώει.
Αναπαραγωγή
Η ευρασιατική μπεκάτσα αναπαράγεται όπως και παραπάνω είπαμε στην Β. Ευρώπή την Σιβηρία και την Ιαπωνία.
Εκεί κατά την περίοδο της άνοιξης τα αρσενικά επιδίδονται σε πτήσεις ερωτοτροπίας και καλέσματος των θηλυκών, χαρακτηριστικό των πτήσεων αυτών είναι το τρεμουλιαστό πέταγμά και το ανεβοκατέβασμα του ράμφους τους, ενώ ταυτόχρόνα βγάζουν διάφορους κοασμούς οι οποίοι ακολουθούνται από διαπεραστικές στριγκλιές. Μετά το ζευγάρωμα η μπεκάτσα θα φτιάξει την φωλιά της στο έδαφος στον συνήθη βιότοπος της (υγρές δασώδεις περιοχές) όπου έχει εξασφαλισμένη την τροφή της. Η φωλιά είναι καλά προστατευμένη και πλήρως καμουφλαρισμένη. Εκεί θα γεννήσει 3 έως 5 αυγά τα οποία και θα εκκολαφτούν μέσα σε διάστημα από 20 έως 23 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι σε θέση σχεδόν αμέσως μετά την γέννηση τους να περπατήσουν, ενώ μετά από διάστημα 10 ημερών μπορούν να πετάξουν.
Διάφορα
Η μπεκάτσα είναι ένα εξαιρετικά αγχώδη πουλί. Αποτέλεσμα αυτού του άγχους του είναι πολλές φορές ακόμα και αν δεν την χτυπήσουν σκάγια αλλά η ντουφέκια πέσει πολύ κοντά της να πέσει λόγο του αυξημένου στρες της.
Οι πληθυσμοί της μπεκάτσας στην Ευρώπη εκτός τους πληθυσμούς που βρίσκονται στην Ρωσία, έχει υπολογιστεί ότι κυμαίνονται από 500 έως 700 χιλιάδες ζευγάρια.
Ενώ ετησίως έχει υπολογιστεί ότι σκοτώνονται γύρω στις 200 χιλιάδες πουλιά σε όλη την Ευρώπη.
Η μπεκάτσα λόγο του χρωματισμού του φτερώματος της διακρίνεται για την εξαιρετική προσαρμογή της στον περιβάλλοντα χώρο, σε σημείο που πολλές φορές μόνο τα μεγάλα μάτια της μπορούν να προδώσουν την παρουσία της.
Η μπεκάτσα έχει ένα εξαιρετικής ταχύτητας πέταγμα, έχει όμως παρατηρηθεί ότι σε ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες το πέταγμα της μπεκάτσας είναι αργότερο και εξαιρετικά θορυβώδες.
Τόσο η μετανάστευση της όσο και γενικότερα οι κινήσεις γίνονται κυρίως τις νυχτερινές ώρες
Εχθροί
Τα τελευταία 10 με 15 χρόνια υπάρχει μια σταθερή μείωση του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Ως σοβαρότερες αιτίες αυτής της μείωσης θεωρήθηκαν το κυνήγι, η αισθητή μείωση των βιοτόπων της, όσο και οι ακραίες αλλαγές του κλίματος στην Ευρώπη. Ακόμα τα φυτοφάρμακα τα οποία κατά κόρων χρησιμοποιούνται στους χώρους σίτισης της (λιβάδια κάμπους κλπ), αποτέλεσαν καταλυτικό παράγοντα της μείωσης του πληθυσμού της.

Alnus glutinosa.


Alnus glutinosa - Σκλήθρα.


Γη : το κοινό μας σπίτι!

ΣΚΕΨΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ-ΔΡΑΣΕ ΤΟΠΙΚΑ!

28/2/09

Το γεφύρι του Στενού.


Κάπως έτσι το περιγράφει το Γεφύρι του Στενού στο Μόρνο  ο William Martin Leak , Άγγλος στρατιωτικός , νομικός και περιηγητής , που με εντολή του λόρδου Χάρροουμπυ πραγματοποίησε αποστολή σε Ευρωπαικές επαρχίες της Τουρκίας από το 1804 μέχρι το 1810 .Τον Φεβρουάριο του 1806 , πηγαίνοντας από τα Σάλωνα στον Έπαχτο , παρατηρεί περιγράφει και καταγράφει τις εντυπώσεις του : " Φεβρουαρίου 13 ( 1806 ) . Αφίνοντας το Λιδορίκι , πρωί στις 8.00 ακολουθούμε ένα χείμαρρο που κυλάει ανάμεσα στην πόλη και που ενισχυμένος από ένα άλλο από τις χαράδρες στα νότια του Λιδορικιού , ενώνεται με το Μέγα , μισή ώρα κάτω απ' την πόλη . Αυτό το ποτάμι περνάει μέσα απ' το στενό που προαναφέραμε και που είναι μιά στενή βραχώδης κοιλάδα σχηματισμένη από τις προεξοχές των δύο βουνών και στο σημείο όπου το ποτάμι υπάρχει ένα γεφύρι με αψίδα ( ημικυκλικό ) θεμελιωμένο στις δύο όχθες του πάνω σε βράχους . Έστειλα το άλογο με τις αποσκευές μου από τον ίσιο δρόμο , από το γεφύρι και γύρισα δεξιά γιά να εξετάσω ένα Παλαιόκαστρο που βρίσκεται πάνω στη δεξιά όχθη του στενού ".
Την ίδια περιγραφή κάνει κι' ο Γιάννης Μακρυγιάννης , αργότερα , στα απομνημονεύματά του , ότανν αναφέρεται στο περιπετειώδες πέρασμα της οικογένειάς του απ' το γεφύρι , όταν αυτός ήταν βρέφος : "Η πατρίς γεννήσεώς μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο το χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Tούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε δια ξύλα εις τον λόγκον. Φορτώνοντας τα ξύλα ’στο νώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμον, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις το χωριόν. Σε κάμποσον καιρόν έγιναν τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη και ο πατέρας μου. Οι Tούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε δια νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν από ’να γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Tούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κ’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέρνοντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι, και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις τον Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρεσαν δια το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τους λέγει, «Η αμαρτία του βρέφους θα μας χάση, τους είπε, περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε... το παίρνω κι’ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνομεν»... η μητέρα του κι’ ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα ’λεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς. Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβαδειά και μας περασπίστηκαν οι φιλάνθρωποι άρχοντες εκεί κάμποσον καιρόν, όσο οπού πιαστήκαμεν και κάμαμεν εκεί σπίτια, υποστατικά."
Η Κατασκευή της Λίμνης του Μόρνου και του ομώνυμου Φράγματος, άλλαξαν την μορφολογία της Περιοχής και όχι μόνον, άλλαξαν εν πολλοίς και τη ζωή μας.Ο ανυποψίαστος επισκέπτης που για πρώτη φορά αντικρίζει την καινούργια εικόνα γοητεύεται αναμφισβήτητα από τη μαγεία της λίμνης, όμως ας δούμε τι χάσαμε εμείς οι παροικούντες την περιοχή. Το άλλοτε πανέμορφο χωριό Βελούχι ή Κάλλιο, νεότερες ονομασίες της αρχαίας Καλλίπολης, με την ομώνυμη πηγή του (Βελούχι), εξαφανίστηκε για πάντα κάτω από τα ήρεμα νερά της λίμνης. Ένας ήσυχος θάνατος παντοτινός (!). Το Στενό με το πανέμορφο πέτρινο γεφύρι του δεν είναι μόνο που καλύφθηκε από το νερό, αλλά γκρεμίστηκε, ... σκόπιμα, λένε μερικοί, από τις μπουλντόζες, γιατί είχε φτιαχτεί την εποχή της Τουρκοκρατίας(!)

Τραγούδια λεβεντιάς και λευτεριάς.

«Καλώς ανταμωθήκαμε - εμείς οι ντερτιλήδες/ να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας./ Πάλε καλές αντάμωσες, πάλε ν' ανταμωθούμε, στον Αγιο - Λια, στον πλάτανο, ψηλά στο κρυονέρι, που 'χουν οι κλέφτες σύνοδο και οι καπεταναραίοι...» («Το γλέντι των κλεφτών», τραγούδι της Ρούμελης). Υψηλότατα δείγματα ποιητικής και μουσικής δημιουργίας αποτελούν τα κλέφτικα τραγούδια, τα εμπνευσμένα από τον επαναστατικό αγώνα δημοτικά τραγούδια, που άνθισαν κυρίως τον 18ο αιώνα σε Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ηπειρο και Δυτική Μακεδονία.
Δημιουργημένα σε μια εποχή προετοιμασίας για την απελευθέρωση, επικεντρώνονται στην «εξαιρετική ψυχή του ήρωα» και αποτελούν «το αδρό σχεδίασμα της καινούριας μορφής του Ελληνα» (Γ. Αποστολάκης), αυτής που θα δημιουργήσει το 1821. Βαθιά συγκίνηση θεμελιώνει τη σύλληψη του κλέφτικου τραγουδιού, ενώ η μουσική του χαρακτηρίζεται από ρυθμό εντελώς ελεύθερο. Τα κλέφτικα τραγούδια χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Σ' εκείνα που αναφέρονται ειδικά σε ένα πρόσωπο (του Ζίδρου, του Στουρνάρη, του Γυφτάκη, κ.ά.) ή σε περιστατικά και σ' εκείνα που μιλούν για τη ζωή των κλεφτών, τις δυσκολίες ή τα καλά της.
Τίποτα άλλο πέρα από τα κλέφτικα τραγούδια, σημειώνει ο Δημήτρης Φωτιάδης στην «Επανάσταση του '21», «δεν μπορεί να μας δώσει την ατμόσφαιρα που ζούσαν, τα συναισθήματά τους, τον πόθο τους για λευτεριά, την αντρίκεια ανάσα τους, τις νοσταλγίες τους, την αγάπη τους στη ζωή, μα και την περιφρόνησή τους στο θάνατο - μ' ένα λόγο τον κόσμο τους. Αυτά τα τραγούδια, που φτιάχτηκαν από ανώνυμους λαϊκούς ποιητές και που τραγουδήθηκαν στα χρόνια της σκλαβιάς, στέκονται μια από τις πολύτιμες κληρονομιές του λαού μας - πηγή που πάντα θα σκύβουμε σ' αυτή για να χορτάσουμε τη δίψα μας για λεβεντιά και λευτεριά». Και όπως επισημαίνει ο Αλέξης Πολίτης, «με τα κλέφτικα αναζωογονήθηκε η ποίηση του Εθνους... Το όραμα της λευτεριάς άστραψε σε μερικούς αρματολούς και κλέφτες από την πάλη τους με τον εχθρό. Ο δημοτικός ποιητής εμβολίασε την ποίηση με το όραμα αυτό. Ευτύχησε έτσι να τονώσει τη λαχτάρα της λευτεριάς που υπήρχε στο λαό, να τη φέρει στην επιφάνεια και να της δώσει μορφή: Ανάσυρε από την ψυχή τη λευτεριά και την έφερε στο στόμα και στ' αυτιά της κοινωνίας του...».
Κατ' εξοχήν λυρικό στη γνησιότερή του μορφή, το κλέφτικο τραγούδι, όπως σημειώνει ο Λίνος Πολίτης στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», εκφράζει «το αδρό και πολεμικό πνεύμα των βουνίσιων κατοίκων της Ηπείρου και της Στερεάς, που ως "κλέφτες" ή "αρματολοί" είχαν κάνει συνήθεια της ζωής τους τ' άρματα»... «Οι τραχείς αυτοί κι εμπειροπόλεμοι βουνίσιοι», που κράτησαν το βάρος του απελευθερωτικού αγώνα, ήταν «αυτοί που τραγουδούσαν και αυτούς που τραγουδούσε το κλέφτικο τραγούδι: Ο Καραϊσκάκης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης. Ο τελευταίος, κλεισμένος στην Ακρόπολη, θα δώσει έκφραση στη λύπη του, αυτοσχεδιάζοντας ένα κλέφτικο τραγούδι: "Ο ήλιος εβασίλεψε - Ελληνά μου, βασίλεψε -/ και το φεγγάρι εχάθη,/ κι ο καθαρός αυγερινός που πάει κοντά στην πούλια..."».
Οι πιο ξακουστοί «κλέφτες» γίνονταν τραγούδι στα χείλη του λαού. Και πώς άλλωστε, αφού όπως έλεγε ο Κολοκοτρώνης, «το κλέφτης βγήκε από την εξουσία» και το να γίνει κανείς κλέφτης ήταν καύχημα για τον ίδιο και τους δικούς του; Οταν ο τουρκικός κατατρεγμός ή η αδικία των κοτζαμπάσηδων γίνονταν αβάσταχτα, ένα φοβέρισμα απόμενε στους ραγιάδες: «Σηκώνομαι κλέφτης!». Η ζωή τους δύσκολη, τυραννισμένη. «Οι κλέφτες είμαστε ελεύθεροι», λέει στη διήγησή του ο Κολοκοτρώνης, «αλλά τι ζωή, τι άνθρωποι! Βασανισμένοι, αΐσκιωτοι, άγριοι εις τες σπηλιές, τα βουνά, εις τα χιόνια σαν τα θηρία, με τα οποία συζούσαμε».
Οι τρανοί αρματολοί και κλέφτες και οι ξακουστοί ήρωες του Εικοσιένα (Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, Νικηταράς, Μπότσαρης, Διάκος κ.ά.) έχουν δικά τους τραγούδια. Τις μάχες για τη λευτεριά τις ξαναζούμε μέσα σ' αυτά. Τα Δερβενάκια αντικρίζουν το Μανιάκι, το Μεσολόγγι την Αράχοβα... «Φύσα, μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου/ να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα/ Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες/ στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι...».
Τα δημοτικά τραγούδια για το νέο Ελληνισμό, γράφει ο Δ. Φωτιάδης, ήταν «ό,τι για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα ομηρικά έπη». Βγαλμένα από την καρδιά ανώνυμων ποιητών, μίλαγαν με μοναδικό τρόπο στην καρδιά της «ολότητας». «Για τον υπόδουλο λαό, τον αγράμματο, μα μεγαλόψυχο και γενναίο, το δημοτικό τραγούδι είναι το "βιβλίο", το "περιοδικό", το "χρονικό" του καιρού του. Μ' αυτό, με το δικό του τρόπο, "γνωστοποιούσε", όχι μονάχα τα σημαντικά, παρά και τα καθημερινά περιστατικά της ζωής του».
Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ

Το όραμα του Χ.Τρικούπη.



Ντελή παπά.

Ένας περίφημος κλεφταρματωλός ήταν ο Παπά-Γιώργης "Ντελή-παπάς" . Γεννήθηκε στο χωριό Μαυραναίοι Γρεβενών και ήταν συγγενής των Ζιακαίων, έδρασε γύρω στα 1834 - 1854. Ξεχώρισε για τις διοικητικές, του ικανότητες, την πολεμική τον πονηριά, το παράτολμο θάρρος τον, αλλά και τη σωματική τον ρώμη. Τακτικές μάχες με τον Τουρκικό στρατό έδωσε στο Μέτσοβο και το Κουτσελιό. 'Ήταν άριστος γνώστης όλων των περασμάτων τον Σμόλικα, και διακρίθηκε για την εξυπνάδα που διέθετε, ώστε να κρατά υπό έλεγχο όλες αυτές τις διαβάσεις της Βόρειας Πίνδου, οπότε αποτελούσε το συνεχές εμπόδιο σ' όλα τα περάσματα των Τουρκαλβανών. Γι' αυτές ακριβώς τις ιδιότητες οι Τούρκοι τον ονόμασαν Ντελή-Παπά (τρελλοπαπά). Το 1854 με τους δικούς του άνδρες, ενώθηκε με τις δυνάμεις του Θ. ΖΙΑΚΑ που μπήκαν στη Δυτ. Μακεδονία και πήρε μέρος στην μάχη τον Μέγα Σπήλιου Γρεβενών. Οι δραστηριότητες του ήταν και η αίτια που η «λαϊκή μούσα» τον έκανε τραγούδι, το οποίο ακούγεται και στις μέρες μας.
Κούγω τον άνεμο κι αχάει,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Τον κούγω να μαλώνει,
Ντελή παπά λεβέντη.
Τον κούγω να μαλώνει,
Ντελή παπά λεβέντη.
Με τα βουνά εμάλωνε,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Και με τα δέντρα ηχούσε,
Ντελή παπά λεβέντη.
Και με τα δέντρα ηχούσε,
Ντελή παπά λεβέντη.
Εσείς βουνά των Γρεβενών,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Και πεύκα του Μετσόβου,
Ντελή παπά λεβέντη.
Και πεύκα του Μετσόβου,
Ντελή παπά λεβέντη.
Εσείς καλά αχ τον ξέρετε,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Αυτόν τον παπά Γιώργη,
Ντελή παπά λεβέντη.
Αυτόν τον παπά Γιώργη,
Ντελή παπά λεβέντη.
Που ήταν μικρός στα γράμματα,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Μικρός στα πινακίδια,
Ντελή παπά λεβέντη.
Μικρός στα πινακίδια,
Ντελή παπά λεβέντη.
Και τώρα στα γεράματα,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Αρματολός και κλεφτής
Ντελή παπά λεβέντη.
Αρματολός και κλεφτής
Ντελή παπά λεβέντη.

Alectoris graeca - Πετροπέρδικα.

Τάξη: Galliformes
Οικογένεια: Phasianidae
Γένος: Alectoris
Είδος: Graeca
Διαστάσεις
Μήκος σώματος: 32-35 cm
Άνοιγμα φτερών: 46-53 cm
Βάρος αρσενικού: 520-745 gr
Βάρος θηλυκού: 432-550 gr
Zει στην Eλλάδα (εκτός από τα νησιά και τη Θράκη), τη Nότια Bουλγαρία, την Aλβανία, τη Γιουγκοσλαβία, την Iταλία και τη Σικελία. Είναι από τα αγαπημένα πουλια του Ελληνικού χώρου, ισως και το πιο πολυτραγουδισμένο. Ζει σε κοπάδια όλο το χρόνο, εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής. Aναπαράγεται σε ανοιχτά βραχώδη περιβάλλοντα, που εντοπίζονται μερικές φορές σε πολύ μεγάλα υψόμετρα, αλλά και κοντά στη θάλασσα. H πετροπέρδικα είναι είδος το οποίο κατά την περίοδο της αναπαραγωγής καταλαμβάνει μια περιοχή την οποία υπερασπίζεται με πολύ μεγάλο σθένος από κάθε εισβολέα. Tην υπεράσπιση της περιοχής αναλαμβάνει το αρσενικό. Φωλιάζει στο έδαφος σε μια κοιλότητα που κατασκευάζει το θηλυκό. H φωλιά καλύπτεται με ξηρά χόρτα και πούπουλα.
Συνήθως βρίσκεται ενδιάμεσα ή κάτω από πέτρες ή θάμνους για να προφυλάσσεται από άρπαγες και άσχημες καιρικές συνθήκες.Γεννά μία φορά το χρόνο 8-14 αβγά που έχουν χρώμα κρεμ. Eπωάζονται από το θηλυκό για 23-24 μέρες και εκκολάπτονται ταυτόχρονα.Τα ενήλικα τρέφονται με σπόρους και βλάστηση, ενώ οι νεοσσοί καταναλώνουν έντομα τα οποία είναι πλούσια σε πρωτεΐνες που είναι απαραίτητες για τη σωματική τους ανάπτυξη.

Η Μυθολογία τη θέλει όμορφη νύφη, της οποίας τα θέλγητρα, ενόχλησαν την Μητέρα των Θεών, την Ήρα, που την γκρέμισε από την Ακρόπολη. Η Παλλάδα Αθηνά όμως την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σε πουλί για να σωθεί. Αυτό το πουλί γέμισε από τότε τα Ελληνικά βουνά, που αντιλαλούσαν από το κελάηδημά της! Οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν ξεχωρίσει τα δύο συγγενικά είδη πέρδικας, κυρίως από το κελάηδημά τους, γεγονός που επιβεβαιώνει ο Θεόφραστος, λέγοντας πως "οι πέρδικες εντεύθεν του Κορυδαλλού κακαβίζουν (δηλ.κακαρίζουν) ενώ οι άλλες τιτιβίζουν" . Ο Αριστοτέλης το "κακάρισμα" το έλεγε "κακάβισμα", υποστηρίζοντας πως οι πέρδικες παράλλασαν την φωνή τους. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι αποκαλούσαν την Ελληνική πέρδικα "κουτορνίθι", παραφθορά της λέξης "κοθόρνιθα", από τους κοθόρνους, τα αρχαία πολεμικά σανδάλια. Κι' αυτό λόγω του κόκκινου χρώματος των σανδαλιών και του ίδιου χρώματος των ποδιών της πέρδικας. Όσοι λοιπόν, από άγνοια χρησιμοποιούν την λέξη "κουτορνίθι" για την Ελληνική πέρδικα, θα πρέπει μάλλον να την απευθύνουν σε άλλο είδος! Πάντως όχι στην πέρδικα, της οποίας η πονηριά και η εξυπνάδα, έχουν εγκωμιασθεί όχι μονάχα από τους ερευνητές, αλλά και από την Ελληνική λαϊκή Μούσα. Η Ελληνική πέρδικα αναφέρεται σε πολυάριθμους πληθυσμούς μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Λέγεται δε πως με ειδικές μεθόδους συλλαμβανόνταν και σε μεγάλους αριθμούς, γινόνταν η εξαγωγή της για τον εμπλουτισμό των βιοτόπων άλλων Ευρωπαϊκών χωρών. Αν οι συνήθειες και η βιολογία της μνημονεύονται από τους ερευνητές και τους φυσιοδίφες, η νεότερη λαϊκή ποίηση, αλλά και η λογοτεχνία, αφιερώνουν αμέτρητους στίχους και διηγήματα με προσωποποιημένη την πέρδικα ή αντίστροφα.

Πού ήσουν πέρδικα καημένη κι ήρθες το πρωί βρεγμένη;
Ήμουνα πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια.
Τι έτρωγες πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια;
Έτρωγα το Μάη τριφύλλι κι είμαι όμορφη στα χείλη
και τον Αύγουστο ρογούλα κι είμαι ροδοκοκκινούλα.

25/2/09

ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ.


ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ.


Alectoris graeca .


Μοιάσε της πετροπέρδικας
της αηδονολαλούσας
που κάνει δεκαχτώ πουλιά
κανένα δεν αρνιέται.
Κι αν πέσει και πάρει ο αετός
ένα από τα πουλιά της
κάνει καιρό να πιεί νερό,
θολώνει και το πίνει.
Κι όπου εύρει μαύρη καψαλιά
θα κάτσει να βοσκήσει
κι όπου εύρει μαύρο κούτσουρο
θα κάτσει να λαλήσει.

Wallace J. Miller Watercolors Collection-Three Brothers Yosemite.


Indian Life at Mirror Lake, by Constance Frederica Gordon-Cumming.


Giant Sequoia.