7/2/09

Kilauea Volcano Hawaii.


Canadian Highlands.


Τίγρης της Σουμάτρας.


Ραγίζει απόψε η καρδιά, με το μπαγλαμαδάκι...

Κανείς εδώ δεν τραγουδά.
Στίχοι: Τάκης Σιμώτας
Μουσική: Νίκος Παπάζογλου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Παπάζογλου
Άλλες ερμηνείες: Γλυκερία

Ραγίζει απόψε η καρδιά
με το μπαγλαμαδάκι
πολλά κομμάτια έγινε
σπασμένο ποτηράκι

Θυμήθηκα που πίναμε
σε τούτο το τραπέζι
τώρα ποιος ξέρει πού γυρνά
ποιος ξέρει τι γυρεύει

Κανείς εδώ δε τραγουδά
κανένας δε χορεύει
ακούνε μόνο την πενιά
κι ο νους τους ταξιδεύει

Τυχαία δήθεν αν τη δεις
φέρ' την στο ταβερνάκι
κρυμμένος θα 'μαι στη γωνιά
για να τη δω λιγάκι

Κανείς εδώ δε τραγουδά
κανένας δε χορεύει
ακούνε μόνο την πενιά
κι ο νους τους ταξιδεύει

Λουλούδι του Δάσους...


Καλλιτέχνης: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας & Apurimac
Συνθέτης:Παραδοσιακό
Στιχουργός:Χάρης Κατσιμίχας

Ξύπνα λουλούδι του δάσους

πουλί του λιβαδιού

που σεργιανάς στον ουρανό

που ‘χεις τα μάτια μικρού ελαφιού

Σαν τα λουλούδια που πίνουν δροσιά

έτσι χορταίνω όταν με κοιτάς

σαν ευωδιά λουλουδιών πρωινή

σαν ευωδιά μαραμένου φύλλου

είναι η ανάσα σου

Κοίταξε με, κοίταξε με

αίμα της καρδιάς μου

Η γη χαμογελάει

τα νερά χαμογελάνε

τα σύννεφα στον ουρανό

όλα χαμογελάνε

αγαπημένη μου

Ξύπνα λουλούδι του δάσους

ξύπνα ξύπνα αγαπημένη

Despierto cuardo de los bajes

coracon en amorado.

O Ρομπέν των καμμένων δασών.

Στίχοι και Μουσική: Ορφέας Περίδης.

Γεννήθηκα μες τη σπηλιά του τσιμεντένιου δράκου
από το στόμα του ξερνάει τις φλόγες του θανάτου
στένεψε ο κόσμος , στένεψε, στένεψε το μυαλό μου
η πολιτεία πιο μικρή απ'το δωμάτιο μου

Σπίτι, τους φίλους , τη δουλειά, όλους θα τους αφήσω
δίχως βοήθεια καμιά, μόνος θα πολεμήσω.

θα πάρω κράνος διχτυωτό απ' το Μοναστηράκι
θα βάλω πάνω ένα φτερό μαύρο από κοράκι
θα πάρω φτυάρι και κασμά και πετσετέ φουλάρι
θα πάρω δρόμους και βουνά πάνω σ'ένα μουλάρι.

Είμ'ο Ρομπέν των καμένων δασών
και των πολυκατοικιών.

Γεννήθηκα μέσα στη γη μια ντάλα μεσημέρι
και σε πλατεία φύτρωσα, σ'έμα μικρό παρτέρι
στένεψε ο κόσμος στένεψε, στέρεψε η έμπνευσή μου
ο αέρας μου λιγότερος απ'την αναπνοή μου
Ειμ'ένα φαλακρό βουνό , γη καταπατημένη
μπουλντόζα ακυβέρνητη, από κλωστή δεμένη.

Είμαι εδώ , δεν είμαι εδώ ,δεν ξέρω , δεν κρατιέμαι
θηρίο είμαι ακέφαλο , θηρίο που καταριέμαι
φτάνει ως εδώ , βγάλτε για μένα ένα νόμο
βάλτε με να περνάω γέρους απ'το δρόμο.

Είμ'ο Ρομπέν των καμένων δασών
και των πολυκατοικιών.

6/2/09

ΥΠΑΡΧΩ.

Το 1974 o Στέλιος κυκλοφόρησε το "ΥΠΑΡΧΩ", σε μουσική του φίλου και κουμπάρου του Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους του Πυθαγόρα. Ο Καζαντζίδης επανήλθε στη δισκογραφία, μετά από μακρόχρονη απουσία του, λόγω των καυγάδων του με τις εταιρίες δίσκων.
Οταν παρουσίασε το δίσκο στην ασπρόμαυρη ακόμη τότε κρατική τηλεόραση, οι δρόμοι είχαν αδειάσει. Ολοι ήταν στα σπίτια τους ν΄ακούσουν τα "καινούρια" του Στέλιου. Δεν κυκλοφορούσε ψυχή πουθενά. Το «Υπάρχω» αφήνει εποχή.
ΥΠΑΡΧΩ.
Υπάρχω κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω,
σκλάβα τη ζωή σου θά' χω
κι ας βαδίζουμε σε δρόμους χωριστούς.
Υπάρχω μέσ' τα μάτια σου που κλαίνε,
μέσ' τα χείλη σου που καίνε
και θα υπάρχω στα τραγούδια που θ' ακούς.
Είμαι της ζωής σου ο ΕΝΑΣ,
δε με σβήνει κανένας
κι αν με άλλους μιλάς
κι ώρες-ώρες γελάς
κατά βάθος πονάς, γιατί σκέφτεσ' ΕΜΕΝΑ.
ΕΙΜΑΙ και αρχή και φινάλε και στη σκέψη σου βάλε
πως αν κάνεις δεσμό μέσ' σε λίγο καιρό
θα χωρίσεις γιατί θα υπάρχω ΕΓΩ.
Υπάρχω,στη χαρά σου και στη λύπη
η μορφή μου δε θα σου λείπει
κι ούτε πρόκειται ποτέ να ξεχαστώ.
Υπάρχω μέσ' την τύχη σου που βρίζεις,
στο μυαλό σου που ζαλίζεις
με τσιγάρο μ' αναμνήσεις και πιοτό.

Στέλιος Καζαντζίδης - 1975 - Υπάρχω.

Μουσική: Νικολόπουλος Χρήστος.

Στίχοι: Πυθαγόρας.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΜΕΝΤΙΟΥ...

Κώστας Βάρναλης - Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου.

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.

Kαι ζευγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' όλα για όλα
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αυτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!

Δούλευε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάτου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αυτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.

Tότενες το μαύρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κι οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο τον δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Άιντε θύμα, Άιντε ψώνιο,
Άιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κι έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσα, άλλη γη.

ΟΧΙ ΑΙΟΛΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΣΤΑ ΚΡΑΒΑΡΙΤΙΚΑ ΒΟΥΝΑ.






















Συγκλονιστικές φωτογραφίες (από τη Ισπανία) , οι οποίες δείχνουν με σοκαριστικό τρόπο αυτό που εδώ και καιρό ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ ΣΕ ΕΝΑΕΡΙΕΣ ΔΙΟΔΟΥΣ ΠΤΗΝΩΝ ΚΑΙ ΣΕ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ.

ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ Η ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΑΒΑΡΙΤΙΚΑ ΒΟΥΝΑ!
Να προστατευθεί το παρθένο Δάσος Οξυάς, που είναι και το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης της Οξυάς στην Ευρώπη.
Να προστατευθεί ο νοτιότερος βιότοπος της Καφέ Αρκούδας στην Ευρώπη.

ΝΑ ΙΔΡΥΘΕΙ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΡΚΟ "ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ-ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ-ΚΡΑΒΑΡΩΝ".

Βουνίσιο ηλιοβασίλεμα...

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ.

...απο την εφημερίδα "Σέντρα" της Φθιώτιδας.

Στο καλάθι των αχρήστων πέταξε ο κ. Σουφλιάς τις παρατηρήσεις των Νομαρχιακών Συμβουλίων και του Περιφερειακού Συμβουλίου της Στερεάς και φέρνει στην περιοχή της δυτικής Φθιώτιδας απο 1.600 εως 2.000 ανεμογεννήτριες.

ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ Η ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑ!


Να προστατευθεί το παρθένο Δάσος Οξυάς, που είναι και το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης της Οξυάς στην Ευρώπη.

Να προστατευθεί ο νοτιότερος βιότοπος της Καφέ Αρκούδας στην Ευρώπη.

ΝΑ ΙΔΡΥΘΕΙ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΡΚΟ "ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ-ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ-ΚΡΑΒΑΡΩΝ".

Αν ο κ. Σουφλιάς θέλει να φτιάξει Αιολικά Πάρκα, γιατί δήθεν τον έπιασε ο "πόνος" για το περιβάλλον, τότε ας τα εγκαταστήσει στα ήδη κατεστρεμένα από την ύπαρξη Χιονοδρομικών κέντρων, βουνά. Οι ανεμογεννήτριες όμως στον Παρνασσό και στα Καλάβρυτα δεν θεωρούνται "οικολογικές", γιατί εκεί θα ενοχληθούν οι τουρίστες, και οι ιδιοκτήτες των σαλέ. Ενώ στο Παρθένο δάσος της Οξυάς, θα ενοχληθούν μόνο οι αρκούδες , οι λύκοι και τα ζαρκάδια.


Κύριε "Υπουργέ των Ιδιωτικών (*) Έργων και της Καταστροφής του Περιβάλλοντος", η πολιτική σου θα ανατραπεί στην πράξη. Η παρθένα φύση δεν σου ανήκει για να την χαρίζεις στην απληστία των Εργολάβων. Η Σαράνταινα δεν θα καταστραφεί, θα συνεχίσει να είναι το Παρθένο Βουνό και να ανήκει στα άγρια ζώα της.

(*) ιδιώτης = κοιτάξτε λίγο την ετοιμολογία της λέξης στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και στην σύγχρονη Αγγλική.

5/2/09

Tenerife.


The Alps -Sonnenspitze and Ehrwald.


Ναμίμπια.


Quiver Tree Forest.


Οι καρποί της Μάνας Γής...

Καρύδια από τα Μεριγκόβια της Κλεπάς.

Καρυδιά- Juglans Regia.


Η καρυδιά (επιστημονική ονομασία: καρυδέα η βασιλική ή γιουγλάνδη) ανήκει στην τάξη γιουγλανδώδη και στην οικογένεια γιουγλανδίδες με 20 είδη φυλλοβόλων δέντρων .Είναι αυτοφυές, αγγειόσπερμο, μονοχλαμυδικό φυτό. Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα προσαρμογής και καλλιεργείται σε διάφορους τύπους κλιμάτων και περιβάλλοντος. Όμως αποδίδει περισσότερο σε περιοχές με θερμό και υγρό κλίμα.
Ονομασία - Καταγωγή. Σύμφωνα με το μύθο, τη «χρυσή εποχή», όταν οι άνθρωποι ζούσαν πάνω στις βελανιδιές, οι θεοί κατοικούσαν στις καρυδιές. Από κει η καρυδιά πήρε το όνομα Juglans που προέρχεται από τις λέξεις «Jovis glans» - βάλανος του Δία. Το δέντρο αυτό ήταν γνωστό από την αρχαιότητα και αναφέρονταν με το όνομα «κάρυα» ή «κάρυον».Σήμερα είναι γνωστό με διάφορα ονόματα, όπως γιουνγκλανς η βασιλική (Junglans regia), κάρυα η βασιλική, Αγγλική ή Περσική καρυδιά κ.α. Οι καρποί της έχουν πάρει το όνομα τους, κατά τον Πλούταρχο, από το «κάρος», επειδή όσοι κοιμούνται κάτω από αυτήν, εισπνέουν τη βαριά οσμή που εκπέμπεται και πέφτουν σε βαθύ ύπνο. Η καρυδιά κατάγεται απ' την Αρμενία και προ παντός την Περσία, όπου βρίσκεται κυρίως σε άγρια κατάσταση. Στην Ασία απαντά στις περιοχές του Καυκάσου, της Κασπίας θάλασσας, της Βιρμανίας, της Ιαπωνίας, στα Βόρεια των Ινδών και στην Κίνα. Στην Ευρώπη καλλιεργείται από τη Ρωμαϊκή εποχή για τα εδώδιμα καρύδια της και στη χώρα μας βρίσκεται σαν αυτοφυές και καλλιεργούμενο δέντρο σε πολλά μέρη και κυρίως στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τον Τυμφρηστό.
Περιγραφή. Η καρυδιά είναι ένα μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο, μακρόβιο, ύψους 12 - 30 μέτρα, όπου σπάνια φτάνει και τα 60 μέτρα. Είναι δέντρο με ελεύθερη ανάπτυξη, δυνατά κλαδιά και με μεγάλη απλωτή κόμη. Τα φύλλα της καρυδιάς είναι μεγάλα, μακριά, σύνθετα. Το κάθε φύλλο αποτελείται από 7-9 μικρά φύλλα, με ωοειδές σχήμα που έχουν ευχάριστη μυρωδιά. Τα άνθη της έχουν λευκό χρώμα, είναι μονογενή και παράγουν αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα σε διαφορετικά άνθη πάνω στο ίδιο όμως δέντρο. Τα αρσενικά άνθη είναι διατεταγμένα κατά κρεμάμενους βότρεις (ίουλους), ενώ τα θηλυκά κατά στάχεις στις άκρες των βλαστών. Ανθίζει τον Απρίλιο - Μάιο. Η κοινή καρυδιά φτάνει σε ύψος τα 35 μέτρα και είναι γνωστή και με τις ονομασίες αγγλική ή περσική. Καλλιεργείται για το νόστιμο καρπό της ,το καρύδι και για την εξαιρετικής ποιότητας ξυλεία της.

Καρπός. Τα καρύδια όταν ωριμάσουν τινάζονται από το δέντρο με ράβδισμα και μαζεύονται από το έδαφος πριν μαυρίσουν .Στην συνέχεια ξεφλουδίζονται και ξεραίνονται σε ειδικά ξηραντήρια. Το καρύδι έχει σχήμα σφαιρικό και το περικάρπιο του όταν είναι χλωρό είναι παχύ σαρκώδες και πράσινο ενώ όταν ωριμάζει αλλάζει χρώμα σε ανοιχτό μπεζ-καφέ και γίνεται σκληρό, ξυλώδες κέλυφος.
Το εσωτερικό του καρυδιού η καρυδόψιχα αποτελείται από δύο μεγάλες κοτυλοδόνες, οι οποίες περιβάλλονται από ένα λεπτό σπερματικό περίβλημα. Η καρυδόψιχα τρώγεται σκέτη σαν ξηρός καρπός ,χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική ,στη μαγειρική και τρώγεται με μέλι. Το χλωρό καρύδι γίνεται νόστιμο γλυκό του κουταλιού.

Χρησιμότητα. Το ξύλο της καρυδιάς είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό και δεν εμφανίζει ρωγμές. Είναι συμπαγές με εξαιρετική ελαστικότητα και χρησιμοποιείται στην κατασκευή επίπλων πολύ καλής ποιότητας. Επειδή κατεργάζεται εύκολα χρησιμοποιείται και στην οπλοποιία, στη ξυλογλυπτική,και την τορνευτική.Ο φλοιός της καρυδιάς και η ρίζα δίνουν ωραία πυρόξανθη ή καστανόχρωμη βαφή για υφάσματα και δέρματα και χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για το βάψιμο των μαλλιών.Η πράσινη εξωτερική φλούδα της καρυδιάς δίνει πράσινο ωραίο χρώμα που βάφουν τα αυγά της Λαμπρής. Με το φλοιό επίσης του καρπού οι επιπλοποιοί βάφουν το ξύλο των επίπλων με κάρυνο χρώμα. Επίσης, από τον φλοιό παρασκευάζεται ένα τονωτικό και ευστόμαχο ηδύποτο (Ratafia, Ρατάφια).Το περίφημο λάδι της χρησιμοποιείται εκτός από τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, στη βιομηχανία της σαπωνοποιίας και της βερνικοποιίας.Χρησιμοποιείται στη ζωγραφική για την ανάμιξη χρωμάτων με το βερνίκι και ως έλαιο λαμπτήρων. Από 35 κιλά καρυδιών, παράγονται 6 κιλά ξεφλουδισμένα καρύδια, από τα οποία παράγεται 3 κιλά λάδι.Τα υπολείμματα του καρυδιού, ύστερα από την έκθλιψή τους με την οποία βγαίνει το καρυδέλαιο, είναι πολύ θρεπτικά και χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή. Ο καρπός της γίνεται ωραιότατο και τονωτικότατο γλυκό που έχει θρεπτική αξία ίση με αυτή του τυριού. Χρησιμοποιείται στις βιομηχανίες ζαχαρωδών προϊόντων, για αρωματική ουσία και τρώγεται νωπός ή ξηρός, ψημένος ή αλατισμένος. Με τον άγουρο καρπό της ανακατεμένο, σε αναλογία 2:1, με χυμό από άγουρα σταφύλια ή με καλό ξύδι, μπορεί να παρασκευαστεί ένα επιδόρπιο, ενώ με τα πράσινα φύλλα της καρυδιάς λικέρ. Από το χυμό της καρυδιάς που είναι άφθονος και διαυγής, ο Γάλλος φαρμακοποιός Banon παρασκεύασε το 1811 ένα άριστο σάκχαρο. Η εργασία της παρασκευής και η αποκρυστάλλωση του σακχάρου του χυμού της καρυδιάς μοιάζει με του σακχάρου του τεύτλου και του καλαμοσάκχαρου.

Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς.Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς είναι πολλές και ευεργετικές και οφείλονται στα συστατικά που περιέχει. Ο Γάλλος γιατρός Negrier, το 1841 ασχολήθηκε με τις θεραπευτικές ιδιότητες των φύλλων της. Θεραπευτικά τα φύλλα της καρυδιάς χρησιμοποιούνται εναντίον των παθήσεων των ματιών, όπως βλεφαρίτιδα στα παιδιά και της χοιραδώσεως. Το αφέψημα και το έγχυμά τους είναι τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και σταματά τις διαρροϊκές κενώσεις σε τοξικές καταστάσεις. Οι Boys de Loutry και Costilhes χρησιμοποιούσαν το αφέψημα των φύλλων με μορφή κολπικών πλύσεων κατά των εξελκώσεων του αυχένα της μήτρας, ενώ ο Vidal de Careis κατά της λευκόρροιας. Ο Dubois χρησιμοποιούσε πυκνό αφέψημα φύλλων για τη θεραπεία της τριχόπτωσης, ο Bruguiec για κακοήθη εξανθήματα και ο Vitet για τη θεραπεία της ψωρίασης, του έρπητα, των διαφόρων λειχήνων και των εκζεμάτων. Επίσης, αφέψημα φύλλων και φλοιού χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία κατά των οξέων αμυγδαλών και κατά του απλού ρινικού κατάρρου. Το αφέψημα των φύλλων κατεβάζει το σάκχαρο των διαβητικών, καθώς στο διάστημα χρησιμοποιήσεως ινσουλίνης μειώνει το σάκχαρο των ούρων και καθαρίζει το αίμα. Χρησιμοποιείται επίσης για εξωτερικές πλύσεις τραυμάτων και τη θεραπεία των δερματικών φλυκταινών. Όταν προστεθεί στο νερό του λουτρού είναι ευεργετικό για τη ραχίτιδα, τη σήψη και την υπερτροφία των οστών, καθώς και για πυώδης πληγές στα νύχια των ποδιών και των χεριών. Ενδείκνυται για την ακμή, τα ιδρωμένα πόδια και για τις χιονίστρες.Τα φρέσκα φύλλα διώχνουν τα έντομα και προπαντός τους κοριούς.Ένα απλό έγχυμα φύλλων μπορεί να σκοτώσει ή να απομακρύνει τα μυρμήγκια. Αν αλείψουμε με το έγχυμα αυτό τα άλογα, δεν θα τα πλησιάζουν αλογόμυγες. Επίσης, το βάμμα που φτιάχνεται από τα νωπά φύλλα χρησιμοποιείται εναντίον της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της παθήσεως των αρθρώσεων και της γαστρεντερίτιδας. Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν τις αντιμυκητιακές και αντισηπτικές τους ιδιότητες.Τα αποξηραμένα φύλλα, αναμιγμένα με κρασί, χρησιμοποιούνται κατά του ίκτερου. Το γιατρικό των ανθέων συνίσταται για περιόδους μεταβολών, όπως η εμμηνόπαυση.Το σαρκώδες πράσινο εξωκάρπιο είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο σαν έγχυμα, όπως και το αφέψημα των φύλλων.Ο Γαληνός χρησιμοποιούσε τον οπό του φλοιού αυτού αραιωμένο σε στυπτικούς γαργαρισμούς και κατά της πυόρροιας των αμυγδαλών. Συνίσταται ακόμη κατά των διαλειπόντων πυρετών και εξαιτίας της ναφθοκινόνης που περιέχει, του αποδίδεται ενέργεια ερυθραντική επί του δέρματος και θεραπευτική κατά των εκζεμάτων, των κηρίων, των πυοδερματίτιδων, της ψωριάσεως και της φθειριάσεως. Επίσης, αποτελεί τη βάση της «αντιαφροδισιακής πτισάνης του Pollisi» και σε μορφή σκόνης, είναι εκδοριακός, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί των κανθαρίδων. Ο χυμός των φλοιών χρησιμοποιείται με επιτυχία και κατά των κρεατοελιών, ενώ κοπανισμένος (ο φλοιός) βγάζει τους κάλους. Η λεπτή, κίτρινη μεμβράνη που περιβάλει την ψίχα, σε μορφή σκόνης, αποτελεί θεραπεία για κωλικούς.Τα καρύδια συνιστώνται στους αδύναμους οργανισμούς, τους φυματικούς, τους σακχαροδιαβητικούς (περιέχουν μικρή ποσότητα υδατανθράκων) και σε πολλές παθήσεις. Το «γλυκό καρυδάκι» είναι αξιοσύστατο για αδύνατους, φυματικούς και αιμοπτοϊκούς, γιατί περιέχει σημαντική ποσότητα δεψικών ουσιών. Θεωρούνται επίσης, τα κατ' εξοχήν φάρμακα κατά των δηλητηριάσεων και ως αντίδοτο των ύπουλων ιών και σύμφωνα με τον Hartwell (1967-1971), χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου, του ψευδάνθρακα, τους όγκους και ειδικά τον καρκίνο του στήθους, καθώς και για τη θεραπεία τους άσθματος, τον πόνο στην πλάτη, το συφιλιδικό έλκος, τους κωλικούς, την επιπεφυκίτιδα, το βήχα, την καούρα, την εκσπερμάτωση, την ανικανότητα και τους ρευματισμούς.Είναι εξαιρετικό φάρμακο κατά της υπερπτητικότητας του αίματος. Η ξερή ψίχα συνίσταται για όλους τους πνευματικά εργαζόμενους καθώς και τους ορειβάτες αθλητές και γενικά τα άτομα που υποβάλλονται σε μεγάλες σωματικές και πνευματικές κοπώσεις. Το καρυδέλαιο, είναι γνωστό από τον Διοσκουρίδη ως ανθελμινθικό και ταινιοκτόνο. Το 1916, ο De Surel επιβεβαίωσε τις ανθελμινθικές του ιδιότητες που αυξάνονται με τη συμμετοχή του σκόρδου. Χρησιμοποιείται και ως καθαρτικό. Σταματά επίσης τον πονόδοντο και είναι ευεργετικό στις πληγές και στα χελώνια.


Πολλαπλασιασμός. Στην χώρα μας, η καρυδιά πολλαπλασιάζεται με σπόρο από καλά και ειδικά επιλεγμένα δέντρα. Σε άλλες χώρες ο πολλαπλασιασμός γίνεται με εμβολιασμό αλλά θεωρείται αρκετά δύσκολος. Σήμερα στην δενδροκομία γίνεται στρωμάτωση των σπόρων σε κασόνια με ψιλή άμμο, όπου αναπτύσσονται δενδρύλλια. Τα σποριόφυτα φυτεύονται στις μόνιμες θέσεις τους πρόωρα το καλοκαίρι και χρήζουν μερικής προστασίας από το κρύο για τον πρώτο τους χειμώνα. Η καρυδιά επικονιάζεται με τον αέρα. Η γύρη της μεταφέρεται σε απόσταση περίπου 75 - 90 μέτρα και συνεπώς οι καρυδιές - γονιμοποιητές θα πρέπει να τοποθετούνται στους οπωρώνες σε κάθε 10η σειρά και σε αντίθετη κατεύθυνση από τον άνεμο .
Οι απαιτήσεις της καρυδιάς. Η καρυδιά έχει μεγάλη, υπόγεια βλάστηση και απαιτεί έδαφος βαθύ, καλά αποστραγγιζόμενο, αργιλώδες, θρεπτικό, ασβεστούχο και ελαφρώς αλκαλικό (pH 4.5 έως 8.2). Ευδοκιμεί σε μέτρια υγρό και ζεστό κλίμα, το οποίο βελτιώνεται με τη σκιά των φύλλων της, και σε θέση προφυλαγμένη από ισχυρούς ανέμους. Αντέχει μια ετήσια βροχόπτωση που ανέρχεται στα 31 ως 147 εκατοστά και ετήσια μέση θερμοκρασία 7 με 21.1 °C (όταν βρίσκεται σε λήθαργο αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, κάτω των -27 °C, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις). Είναι φωτόφιλο είδος και ευπαθές στους παγετούς κατά την νεαρή του ηλικία.
Καλλιεργητικές φροντίδες.Η καρυδιά έχει ανάγκη από κλάδεμα στη ρίζα, 2 - 3 πόντους κατά το φύτεμα, όπως και στη φούντα, για να σχηματιστεί καλό ριζικό σύστημα. Απαραίτητα είναι τα ποτίσματα και τα σκαλίσματα στο δενδρύλλιο για να αναπτυχθεί γρήγορα. Ο λάκκος ποτίσματος θα πρέπει να είναι σε μικρή απόσταση από τον κορμό, διότι όταν είναι κορεσμένος από νερό ο κορμός προσβάλετε από μύκητες. Στις εντατικές καλλιέργειες, οι καρυδιές φυτεύονται αρχικά σε αναλογία 13 - 18 δέντρα ανά στρέμμα και αραιώνονται σε 8 - 13 δέντρα, όταν με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται συνωστισμός. Οι ποικιλίες που χρησιμοποιούνται σαν γονιμοποιητές φυτεύονται σε πυκνές σειρές και σε επιλεγμένες αποστάσεις .
Είδη.Το γένος Juglans αριθμεί 55 περίπου είδη, καθώς και αρκετές ποικιλίες. Από τις ελληνικές οι πιο διαδεδομένες είναι η «Ανδριώτικη», η «Καρπενισιώτικη», η ποικιλία «Σελιτσάνης», τα «Μυτοκάρυδα», τα «Αγιορείτικα», τα «Γυμνοκάρυδα», κ.α.Από τις ξενικές ποικιλίες οι πιο γνωστές είναι η «Φελτρίνα», το «καρύδι του Σερέντο», η «Παριζιάνικη», η «Φρανκέτ» (Franquette), η «Μαγιέτ» (Mayette), η «Ρίτα» (Rita), η «Proslavski», η «Buccaneer», η Coenen, η Broadview κ.α. Ένα είδος καρυδιάς είναι η μαύρη καρυδιά, δέντρο της Βόρειας Αμερικής που φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα. Μακρόβιο φυτό, μπορεί να ξεπεράσει την ηλικία των 250 ετών. Το ξύλο της είναι εξαιρετικής ποιότητας , ακριβό και ανθεκτικό. Τα καρύδια που παράγει χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία και στην παρασκευή γλυκών και παγωτού. Ακόμα ένα σημαντικό είδος είναι η πτεροκαρύα της Άπω Ανατολής.

100 Χρόνια Μοναξιάς.

...του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Tον Οκτώβρη του 1966 έφτασε στα γραφεία του εκδοτικού οίκου Carmen Balcells στη Bαρκελώνη ένα πακέτο από το Mεξικό. Περιείχε το χειρόγραφο ενός μυθιστορήματος, κάποιου άγνωστου έως τότε κολομβιανού συγγραφέα. Tίτλος έργου: «Eκατό χρόνια μοναξιά». Tο βιβλίο θα κυκλοφορήσει πρώτη φορά στην ισπανική γλώσσα στις 5 Iουνίου του 1967. Mόνο που εκείνο το χειρόγραφο, ώσπου να φτάσει στα γραφεία της Sudamericana στο Mπουένος Aϊρες (του οίκου που το εξέδωσε) το φθινόπωρο του 1966, έζησε μια οδύσσεια που δεν έχει να ζηλέψει και πολλά από το βίο και την πολιτεία της οικογένειας Mπουεντία, που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο. H δακτυλογράφος που είχε στα χέρια της το μοναδικό χειρόγραφο, έπαθε τροχαίο ατύχημα καθώς πήγαινε στο ταχυδρομείο. H ίδια βγήκε σώα και αβλαβής, αλλά τα χαρτιά είχαν σκορπιστεί στο δρόμο και είχαν βραχεί. Eκείνη τα μάζεψε ένα-ένα, τα πήγε στο σπίτι της και τα σιδέρωσε. Όταν ύστερα από τόσες περιπέτειες κατόρθωσε να φτάσει στο ταχυδρομείο, ο υπάλληλος τα ζύγισε και ζήτησε 40 πέσος για τα ταχυδρομικά τέλη. Ο Γκαρσία Mάρκες, συγγραφέας του μυθιστορήματος και η γυναίκα του διέθεταν εκείνη τη στιγμή μόνο 25 πέσος. Aποφάσισαν λοιπόν να στείλουν τα μισά φύλλα εκείνη την ημέρα. Tα υπόλοιπα τα έστειλαν λίγες μέρες αργότερα, αφού προηγουμένως έβαλαν ενέχυρο τα ελάχιστα υπάρχοντα που τους είχαν απομείνει. Το βιβλίο έγινε γνωστό από στόμα σε στόμα και μέσα σε δύο εβδομάδες εξαντλήθηκαν και τα 8.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης.

Αδιαμφισβήτητα, τα ''100 χρόνια μοναξιάς'' αποτελούν "τοιχογραφία" μιας εποχής, ενός λαού, της μοίρας όχι μόνο της Κολομβίας, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, που για δύο αιώνες τώρα παλεύει απεγνωσμένα να βρει μια διέξοδο. Την αγωνία και το σισύφειο χαρακτήρα αυτής της πάλης δίνει ο Μάρκες με αξεπέραστη λογοτεχνική μαεστρία, περιγράφοντας την τραγική πορεία του ήρωα της ελευθερίας συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία από την ώρα της υπέρτατης προσφοράς ως τη στιγμή της έσχατης φθοράς και της προσωπικής ολοκληρωτικής εκμηδένισης. Η αφήγηση του παραπέμπει στα παραμύθια των γιαγιάδων μας και οι μύθοι, που πλάθει, αποτυπώνουν μ' ένα μοναδικό τρόπο την στυγνή και πολλές φορές απάνθρωπη πραγματικότητα, που βιώνει ο ίδιος και ο λαός του σ' αυτό το πολύπαθο μέρος του πλανήτη μας.

Παρακάτω, αναφέρονται κάποια από τα καταπληκτικά πράγματα που αποτύπωσε στο χαρτί ο υπέροχος αυτός γητευτής του λόγου και του πνεύματος:
*Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή, φτάνει μόνο να ξυπνήσεις την ψυχή τους.
*Αισθάνθηκε ξεχασμένος, όχι με την επανορθώσιμη λησμονιά της καρδιάς, αλλά με την σκληρή και αμετάκλητη λησμονιά του θανάτου.
*Είχε πάει στον άλλο κόσμο, αλλά γύρισε γιατί δεν άντεξε την μοναξιά.
*Έφτασε να υποκρίνεται με τόση αληθοφάνεια, ώστε κατέληξε να παρηγορείται με τα ίδια της τα ψέματα.
*Στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε ο θάνατος, μόνο η ζωή, και γι' αυτό το συναίσθημα που αισθάνθηκε , όταν απήγγειλαν την καταδίκη ( σε θάνατο), δεν ήταν φόβος αλλά νοσταλγία.
*Το μυστικό για τα καλά γηρατειά δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τίμια συμφωνία με τη μοναξιά.
*Δεν πεθαίνει κανείς όταν πρέπει, αλλά όταν μπορεί.
*Ο άλλος πόλεμος , ο αιματοκυλισμένος είκοσι χρόνια, δεν τους είχε στοιχίσει τόσο όσο ο διαβρωτικός πόλεμος των αιώνιων αναβολών.
*Ο κόσμος θα' χει γαμηθεί πέρα για πέρα τη μέρα που οι άνθρωποι θα ταξιδεύουν στην πρώτη θέση και η λογοτεχνία στο βαγόνι με τα εμπορεύματα.
*Είχε φύγει μακριά της, προσπαθώντας να τη βγάλει από το μυαλό του, όχι μόνο με την απόσταση, αλλά και με μια απερίσκεπτη ορμή, που οι σύντροφοι του έπαιρναν για τόλμη. Aλλά όσο περισσότερο βούταγε την εικόνα της στη λάσπη του πολέμου τόσο περισσότερο ο πόλεμος έμοιαζε με την Αμαράντα. Έτσι, είχε βασανιστεί στην εξορία, ψάχνοντας να βρεί τρόπο να τη σκοτώσει με τον ίδιο το θάνατο του.
*Έσκαψε τόσο βαθιά στα αισθήματα του και αναζητώντας το συμφέρον, συνάντησε τον έρωτα, γιατί προσπαθώντας να την κάνει να τον αγαπήσει, κατέληξε να την αγαπήσει αυτός. *Τη συνάντησε στην εικόνα που πλημμύριζε την ίδια την τρομερή του μοναξιά.
*Μετά από τόσα χρόνια θάνατο, ήταν τόση η λαχτάρα για τους ζωντανούς, τόσο πιεστική η ανάγκη για συντροφιά, τόσο τρομακτική η προσέγγιση σ' εκείνον τον άλλο θάνατο που υπάρχει μέσα στο θάνατο, που ο Προυδένσιο Αγκιλάρ είχε φτάσει ν' αγαπήσει το χειρότερο εχθρό του.


Kαι αυτές είναι οι δύο τελευταιές σελίδες του βιβλίου:

"Ο Αουρελιανο δεν ειχε ποτε μεγαλυτερη διαυγεια σε καμιαν αλλη πραξη της ζωης τουαπο την στιγμη που ξεχασε τους νεκρους του, τον πονο των νεκρων του και καρφωσεξανα τις πορτες και τα παραθυρα με τους σταυρους της Φερναντα, για να μην αφησεινα τον ενοχλησει κανενας πειρασμος του κοσμου, γιατι τοτε ηξερε πια πως στις περγαμηνες του Μελκιαδες ηταν γραμμενο το πεπρωμενο του.Τις βρηκε ανεπαφες, αναμεσα στα προ'ι'στορικα φυτα και στις λιμνουλες που αχνιζαν και στα φωτεινα εντομα, που ειχαν εξαφανισει απο το δωματιο καθε ιχνος απο το περασματου ανθρωπου πανω στη γη και δεν ειχε την ηρεμια να τις βγαλει στο φως, παρα εκει μεσα, ορθιος, χωρις την παραμικρη δυσκολια, λες και ηταν γραμμενες στα ισπανικα, μες στην εκτυφλωτικη λαμψη του μεσημεριου αρχισε μεγαλοφωνα να τις αποκρυπτογραφει.Ηταν η ιστορια της οικογενειας, γραμμενη απο τον Μελκιαδες, με τις παραμικρες λεπτομερειες εκατο χρονια πριν.Την ειχε γραψει στα σανσκριτικα, που ηταν η μητρικη του γλωσσα, κι ειχε κρυπτογραφησει τους ζυγους στιχους με τον προσωπικο κωδικα του αυτοκρατορα Αυγουστου και τους μονους με τους στρατιωτικους κωδικες των Λακεδαιμονιων.Η τελικη προφυλαξη, που ο Αουρελιανο ειχε αρχισει να υποπτευεται οταν αφεθηκε να παρασυρθει απο τον ερωτα της Αμαραντα Ουρσουλα, βασιζοταν στο οτι ο Μελκιαδες δεν ειχε ταξινομησει τα γεγονοτα στο συμβατικο χρονο των ανθρωπων, αλλα ειχε συγκεντρωσει τα καθημερινα επεισοδια ενος αιωνα με τετοιο τροπο ωστε ολα να συνυπαρχουν την ιδια στιγμη.Γοητευμενος απο την αποκαλυψη, ο Αουρελιανο διαβασε μεγαλοφωνα, χωρις να πηδαει σειρες, τις τραγουδιστες εγκυκλιους, που ο ιδιος ο Μελκιαδες ειχε βαλει τον Αρκαδιο ν'ακουσει και που στην πραγματικοτητα ηταν η προφητεια της εκτελεσης του και συναντησε την αναγγελια της πιο ομορφης γυναικας του κοσμου, που ανεβαινε ψυχη τε και σωματι στον ουρανο, και γνωρισε την καταγωγη των ορφανων διδυμων, που εγκατελειψαν την προσπαθεια να αποκρυπτογραφησουν τις περγαμηνες, οχι μονο απο ανικανοτητα και επιπολαιοτητα αλλα γιατι οι προσπαθειες τους ηταν προωρες.Σ'αυτο το σημειο, ανυπομονωντας να γνωρισει τη δικη του καταγωγη, ο Αουρελιανο πηδηξε μερικες σελιδες.Τοτε αρχισε να φυσαει ο ανεμος χλιαρος, διστακτικος, γεματος απο φωνες του παρελθοντος, μουρμουρητα παλιων γερανιων, αναστεναγμους απογοητευσης, πιο παλιους κι απ' τις μεγαλες νοσταλγιες.Δεν το προσεξε, γιατι εκεινη τη στιγμη ανακαλυπτε τις πρωτες ενδειξεις της δικης του υπαρξης,σ' ενα λαγνο παππου, που αφεθηκε να τον παρασυρει η επιπολαιοτητα, μεσα απο τις παραισθησεις, αναζητωντας μια ομορφη γυναικα, που δεν θα τον εκανε ευτυχισμενο.Ο Αουρελιανο τον αναγνωρισε, ακολουθησε τα κρυφα μονοπατια της καταγωγης του και βρηκε τη στιγμη της ιδιας του της συλληψης αναμεσα στους σκορπιους και στις κιτρινες πεταλουδες, σ'ενα μπανιο, το ηλιοβασιλεμα, οπου ενας μηχανικος ικανοποιουσε τη λαγνεια του με μια γυναικα που του δινοταν απο ανυπακοη.Ηταν τοσο απορροφημενος που δεν ακουσε ουτε τη δευτερη ριπη του ανεμου, που η κυκλωνικη του δυναμη εβγαλε τις πορτες και τα παραθυρα απο τους μεντεσεδες, πηρε την στεγη της ανατολικης πτερυγας και ξεριζωσε τα θεμελια.Τοτε μονο ανακαλυψε πως η Αμαραντα Ουρσουλα δεν ηταν αδελφη του, αλλα θεια του και πως ο Φρανσις Ντρεικ ειχε επιτεθει στη Ριοτσα μονο και μονο για να μπορεσουν εκεινοι να βρουν ο ενας τον αλλον στους πιο πολυπλοκουςλαβυρινθους του αιματος, ωσπου να φερουν στον κοσμο το μυθολογικο ζωο που θα εβαζε τερμα στην γενια τους.Το Μακοντο ηταν πια ενας φοβερος ανεμοστροβιλος απο σκονη και χαλασματα, που τα στριφογυριζε η οργη του βιβλικου τυφωνα, οταν ο Αουρελιανο πηδηξε εντεκα σελιδες για να μη χασει την ωρα του με πολυ γνωστα του περιστατικα, κι' αρχισε να αποκρυπτογραφει τη στιγμη που ζουσε, αποκρυπτογραφωντας οσο το ζουσε, προφητευοντας στον ιδιο του τον εαυτο τη στιγμη που θα αποκρυπτογραφουσε την τελευταια σελιδα των περγαμηνων, λες και τον εβλεπε σ'εναν καθρεφτη που μιλουσε.Τοτε προχωρησε ακομα λιγο, για να προλαβει τις προφητειες και να επαληθευσει την ημερομηνια και τις περιστασεις του θανατου του.Ωστοσο, προτου φτασει στον τελευταιο στιχο ειχε καταλαβει πως δεν θα εβγαινε ποτε απο εκεινο το δωματιο, γιατι η πολη με τους καθρεφτες ('η τους αντικατοπτρισμους) ηταν προορισμενη να σαρωθει απο τον ανεμο και να εξοριστει απ' τη μνημη των ανθρωπων τη στιγμη που ο Αουρελιανο Μπαμπιλονια θα τελειωνε την αποκρυπτογραφηση των περγαμηνων κι ολα οσα ηταν γραμμενα σ'αυτες ηταν ανεπαναληπτα απο αμνημονευτων χρονων και για παντα, γιατι οι γενιες οι καταδικασμενες σε εκατο χρονια μοναξια δεν ειχαν δευτερη ευκαιρια πανω στη γη."

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες .


Márquez Gabriel José García.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε στις 6 Μάρτη 1928 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, χωριό της μπανάνας στη Καραϊβική. Γιος του τηλεγραφητή Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία Μαρτίνες και της Λουίσα Σαντιάγα Μάρκες Ιγουαράν, ο μικρός "Γκαμπίτο" -όπως τον έλεγαν οι δικοί του- μεγάλωσε με τον παππού του, συνταγματάρχη Νικολάς Ρικάρντο Μάρκες Μεχία και τη γιαγιά του Τρανκιλίνα Ιγουαράν Κότες -από τη πλευρά της μητέρας του- ως τα 10 του χρόνια ακούγοντας τις ιστορίες της γιαγιάς του για φαντάσματα και τις ατέλειωτες διηγήσεις του παππού του για τους εμφύλιους πολέμους, ιστορίες που αποτελούν το υλικό των μετέπειτα μυθιστορημάτων του. Τον πατέρα του τον γνώρισε για πρώτη φορά στα 7 και δε μπόρεσε ποτέ να κερδίσει στη καρδιά του «Γκάμπο» τη θέση που του άξιζε. Αυτή τη θέση την είχε καταλάβει για πάντα ο παππούς: «Ο παππούς ήταν η πιο σημαντική μορφή στη ζωή μου. Από τότε που πέθανε δεν μου έχει συμβεί τίποτε το ενδιαφέρον κι ως και σήμερα οι χαρές της ζωής μένουν ανολοκλήρωτες απλώς και μόνο επειδή δεν τις ξέρει ο παππούς». Στα παιδικά του χρόνια τίποτε δεν προμήνυε την εξέλιξή του σ' έναν από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες του πλανήτη, εκτός ίσως από το γεγονός ότι έλεγε ψέματα διασκευάζοντας συνεχώς τις ιστορίες που άκουγε στο σπίτι. Ήθελε να μεγαλώσει και να γίνει ντετέκτιβ σαν τον Ντικ Τρέισι. Εμαθε να διαβάζει στα 8 κι επειδή κείνη την εποχή η οικογένειά του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα κι ο ίδιος τα κατάφερνε εξαιρετικά στο σχέδιο, κέρδισε τα πρώτα λεφτά στα 11 ζωγραφίζοντας επιγραφές για τον ιδιοκτήτη ενός γειτονικού καταστήματος. Τελειώνει το σχολείο στη Σιπακιρά και το 1947 μπαίνει στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά για να σπουδάσει Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες. Τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο "Η Τρίτη Παραίτηση". Τον επόμενο χρόνο η Κολομβία είναι καζάνι που βράζει κι οι πολιτικές ταραχές τον αναγκάζουν να μετακομίσει στο Πανεπιστήμιο της Καρθαγένης. Παράλληλα άρχισε να γράφει και τις πρώτες ιστορίες του. Εκεί άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Ελ Ουνιβερσάλ. Το ταξίδι που έκανε με τη μητέρα του το 1952 για να πουλήσουν το σπίτι της Αρακατάκα τον έκανε να αναθεωρήσει αυτά που ήδη είχε γράψει και ν' αρχίσει από την αρχή. Χρειαζόταν όμως να εξασφαλίσει και την επιβίωσή του κι έτσι συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά σ' Ευρώπη κι ΗΠΑ, ως δημοσιογράφος. Το 1954 εγκαθίσταται στη Μπογκοτά, όπου κερδίζει βραβείο για το έργο του "Μια Μέρα Μετά Το Σάββατο", και δημοσιεύει τα "Νεκρά Φύλλα", τα "Ανεμοσκορπίσματα" και λίγον αργότερα τη "Κακιά Ώρα" κι "Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμα". Το 1955 τον στέλνει στην Ευρώπη η εφημερίδα του, που τη κλείνει αμέσως μετά η κολομβιανή κυβέρνηση κι έτσι περνά τα επόμενα 3 χρόνια κει, όπου βλέπει ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Το 1958 παντρεύεται τη φαρμακοποιό Μερσέδες Μπάρτσα Πάρδο, με την οποία απέκτησε 2 γιους και δημοσιεύει στο περιοδικό Mito το μυθιστόρημά του "Ο Συνταγματάρχης Δεν Έχει Κανένα Να Του Γράψει".
Με την αρχή της κουβανέζικης επανάστασης, το 1959, που χαιρετίστηκε θερμά από τη λατινοαμερικανική ιντελιγκέντσια, φεύγει για να εργαστεί στην Αβάνα κι επιστρέφει ξανά στη Κολομβία το 1961. Την ίδια χρονιά εγκαθίσταται με την οικογένειά του στο Μεξικό, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος και σεναριογράφος. Το 1965, με το σαράκι τόσων ιστοριών και προσώπων να τον τρώει, αρχίζει να βάζει στη σειρά τις αναμνήσεις του για να γεννηθεί 14 μήνες αργότερα το αριστούργημά του "Εκατό Χρόνια Μοναξιά". Στους μήνες που χρειαστήκανε για να τ' ολοκληρώσει, η οικογένεια Μάρκες πέρασε στιγμές απόλυτης φτώχειας, βγάζοντας στο σφυρί σχεδόν τα πάντα, μεταξύ των οποίων το αυτοκίνητο κι αρκετά κοσμήματα της Μερσέδες. Για να μπορέσουν να στείλουνε τα χειρόγραφα στον αργεντινό εκδότη βάλαν ενέχυρο για 50 πέσος το πιστολάκι για τα μαλλιά, το μπλέντερ και το φορητό καλοριφέρ τους. Το έργο-ποταμός εκδόθηκε τελικά και άλλαξε σε μια νύχτα τη ζωή του τοποθετώντας τον επικεφαλής του λατινοαμερικανικού μυθιστορήματος και κάνοντας τους κριτικούς να γράψουν: «Ο Μάρκες έγραψε τον "Μόμπι Ντικ" της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας». Το ήδη φανατικό ανά τον κόσμο κοινό του αυξήθηκε καθιστώντας τον έναν από τους πιο πολυδιαβασμένους λογοτέχνες της γης και το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1982 του 'δωσε μιαν επίσημη θέση στο πάνθεον των αθανάτων. Στο τεράστιο έργο του, συμπεριλαμβάνονται επίσης και τα μυθιστορήματα: "Το Φθινόπωρο Του Πατριάρχη", "Χρονικόν Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου", "Ο Ερωτας Στα Χρόνια Της Χολέρας" "Δώδεκα Διηγήματα Περιπλανώμενα", "Περί Ερωτος Κι 'Αλλων Δαιμονίων","Ο Στρατηγός Μες Στο Λαβύρινθό Του", "Οι Θλιμμένες Πουτάνες Της Ζωής Μου" κ.ά. Επίσης, έχει γράψει άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια.

Τελευταία αγωνίζεται ενάντια σε μια βαριά μορφή καρκίνου λεμφαδένων κι έχει αποσυρθεί στη πατρίδα του. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφίας του με τίτλο: "Ζω Για Να Τη Διηγούμαι".

Δολοφόνοι Λύκων στα Ορεινά της Δωρίδας και της Ναυπακτίας...

Θα αφήσουμε να είναι αυτό το μέλλον της Άγριας Ζωής στην Χώρα μας;
Να απαγορευθεί το κυνήγι άμεσα.
Να ιδρυθεί ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ-ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ-ΚΡΑΒΑΡΩΝ.