31/1/09

Rocky mountain national park.


Rocky Mountain National Park.


Glen Ellis Falls - USA.


Γεράκι...


Bamboo Forest China.


COLORADO.


Αρκούδα...


Καρυδιά...


Καστανιά.


Ελάτη...


Γεροπλάτανος...


Δάσος Οξυάς...



Λύκος...


Αρκουδοπούρναρο.


Αγριόγιδο...


Rupicapra rupicapra balcanica.

Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balkanica)


Στην Ελλάδα το αγριόγιδο είναι σπάνιο είδος και απειλείται με εξαφάνιση.
Στις ορεινές περιοχές της Πίνδου, της Ροδόπης και της Στερεάς Ελλάδας ζουν απομονωμένοι περίπου δεκαπέντε μικροί πληθυσμοί που συνολικά δεν αριθμούν περισσότερα από 400 αγριόγιδα.
Οι κύριες απειλές για το αγριόγιδο προέρχονται από τον άνθρωπο και είναι το παράνομο κυνήγι και η υποβάθμιση των βιοτόπων.
Χαρακτηριστικά:
Βασίλειο:Animalia
Φύλο:Chordata
Κλάση:Mammalia
Τάξη:Artiodactyla
Οικογένεια:Bovidae
Γένος:Rupicapra
Μέγεθος:110-130 εκατοστά
Βάρος:14-62 κιλά

Καθεστώς: Το αγριόγιδο προστατεύεται αυστηρά από την Ελληνική Νομοθεσία (Ν.Δ. 86/69 περί Δασικού Κώδικα, άρθρο 258, παρ. 1δ)
Περιγραφή: Στην Ελλάδα το αγριόγιδο ανήκει στο υποείδος (Rupicapra rupicapra balkanica), είναι σπάνιο είδος και απειλείται με εξαφάνιση. Δεν ανήκει στο ίδιο είδος με το αγριοκάτσικο (αγρίμι ή κρι-κρι) της Κρήτης και δεν διασταυρώνεται με τη γίδα. Ένα από τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα είναι τα όρθια κέρατα με κυρτές απολήξεις. Το τρίχωμά του σώματός του από καφέ ανοιχτό το καλοκαίρι μετατρέπεται σε σκούρο καφέ το χειμώνα ενώ στο λευκό κεφάλι φέρει δυο σκούρες πλευρικές λωρίδες που εκτείνονται από τα κέρατα ως τα ρουθούνια.
Εξάπλωση: Η γεωγραφική εξάπλωση του αγριόγιδου σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο είναι ασυνεχής. Στην Ελλάδα το αγριόγιδο ζει ακόμη, στη βόρεια και τη νότια Πίνδο, στη Στερεά Ελλάδα, στον Όλυμπο, στη Ροδόπη και σε δύο ακόμη ορεινές, παραμεθόριες περιοχές στο Πίνοβο και στη Νεμέρτσικα -κορυφές στην οροσειρά της Τζένας. Στο πολυσχιδές φυσικό ανάγλυφο των Βαρδουσίων παλαιότερα, τα καλοκαίρια ανέβαιναν εκατοντάδες αγριόγιδα - το Γιδοβούνι έχει πάρει από αυτά το όνομά του. Σήμερα έχει απομείνει ένας μικρός μόνο αριθμός, χωρίς προοπτικές που θα επιτρέψουν στη συνέχεια, τη διατήρηση και την αύξησή του. Σε 15 περιοχές της χώρας ζουν συνολικά περίπου 400-500 άτομα του είδους σε απομονωμένους μικρούς πληθυσμούς.
Βιότοπος: Ιδανικός βιότοπος για το αγριόγιδο είναι οι επικλινείς, καλυμμένες με δάση, πλαγιές που καταλήγουν σε απόκρημνες κορυφές με σάρες, λούκια, οριζόντια διαζώματα και με άφθονη ποώδη βλάστηση. Οι πλαγιές αυτές ανάλογα με το υψόμετρο συνήθως γειτνιάζουν με υποαλπικά λιβάδια.
Βιολογία: Το αγριόγιδο τρέφεται κυρίως με διάφορα ποώδη φυτά αλλά συμπληρωματικά και με φύλλα, κλαδάκια δέντρων και λειχήνες. Ζευγαρώνει τους φθινοπωρινούς μήνες και γεννά ένα -ή σπάνια δύο- μικρά το Μάιο. Τα αρσενικά εγκαταλείπουν το κοπάδι της μητέρας τους σε ηλικία 2-3 χρόνων. Στην ηλικία των 8-9 ετών, που συμπίπτει με την έναρξη της αναπαραγωγικής ηλικίας. εγκαθίστανται στη δική τους επικράτεια. Ζουν μεμονωμένα εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής οπότε προσεγγίζουν τα θηλυκά της επικράτειάς τους. Τα θηλυκά με τα μικρά τους σχηματίζουν κοπάδια. Στην Ελλάδα, τα κοπάδια αυτά αποτελούνται συνήθως από 5 ως 15 άτομα (σπάνια ως 30) ενώ σε άλλες χώρες και σε περιοχές με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα δεν αποκλείεται να ξεπεράσουν και τα 100 άτομα στο ίδιο κοπάδι. Το μεγαλύτερο μέγεθος των κοπαδιών παρατηρείται στο τέλος του καλοκαιριού και στην αρχή του φθινοπώρου. Την εποχή αυτή και ως το τέλος του φθινοπώρου, απαντώνται στις ψηλότερες υψομετρικά περιοχές του βιοτόπου τους ενώ το χειμώνα κατεβαίνουν στις απόκρημνες δασωμένες πλαγιές. Μετά την άνοιξη και καθώς το χιόνι λειώνει, τα αγριόγιδα σταδιακά ανεβαίνουν ολοένα και ψηλότερα.
Απειλές: Εδώ και πολλές δεκαετίες, η εξαφάνιση αρκετών πληθυσμών αγριόγιδου από τα ελληνικά βουνά και η δραματική συρρίκνωση όλων των υπολοίπων οδήγησαν την πολιτεία στην απαγόρευση του κυνηγιού του. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα το παράνομο κυνήγι παραμένει η κυριότερη απειλή για το είδος. Σε αυτό συμβάλλουν:
*η ουσιαστικά ανύπαρκτη φύλαξη των βιοτόπων του,
*η έλλειψη φορέων διαχείρισης και ειδικών επιστημόνων και φυλάκων στις προστατευόμενες περιοχές όπου απαντάται,
*η οριοθέτηση των καταφυγίων άγριας ζωής χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι οικολογικές απαιτήσεις του είδους -- κάτι που συμβαίνει συχνά,
*η διάνοιξη ορεινού οδικού δικτύου ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται πολύ η προσέγγιση των λαθροκυνηγών.
Σοβαρές όμως είναι και οι απειλές που προέρχονται από την καταστροφή και την υποβάθμιση καίριων σημείων του βιότοπου του ζώου, καθώς και από ορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες. Για παράδειγμα, το μοτοκρός ή η διάσχιση με οχήματα σε περιοχές νευραλγικής σημασίας για το είδος (όπως είναι οι ζώνες σύνδεσης των επιμέρους πληθυσμών, οι περιοχές διαχείμασης και κάποιες θέσεις σημαντικές για τη διατροφή του) έχουν αρνητική επίπτωση στην αριθμητική και γεωγραφική εξάπλωσή του.
Το γεγονός ότι οι πληθυσμοί του αγριόγιδου στη χώρα μας είναι όχι μόνο λιγοστοί, αλλά και μικροί σε αριθμό ατόμων, εγκυμονεί κινδύνους γενετικής αποδυνάμωσής τους. Η απουσία επικοινωνίας και ανταλλαγής γονιδίων μεταξύ αυτών των πληθυσμών μειώνει τις πιθανότητες επιβίωσης του είδους στο απώτερο μέλλον. Σενάρια για εισαγωγή στη χώρα μας ατόμων από άλλες περιοχές εμπεριέχουν πάντα τον κίνδυνο της γενετικής αλλοίωσης και δεν πρέπει να υλοποιηθούν.

Αρκουδοπούρναρο - Ilex aquifolium


Οικογένεια: Aquifoliaceae.
Κοινό όνομα: λαύρος, αρκουδοπούρναρο,  μηλοπούρναρο, Ου (απο το γαλλικό του όνομα houx.), ήμερο πρινάρι ή πρίνος.
Ilex: Aειθαλείς ή φυλλοβόλοι θάμνοι και μικρά δένδρα με πράσινα, συνήθως αγκαθωτά φύλλα. Την άνοιξη έχουν ασήμαντα λευκά άνθη, ενώ το φθινόπωρο και το χειμώνα έχουν κυρίως κόκκινους, πορτοκαλί και κίτρινους διακοσμητικούς καρπούς που χρησιμοποιούνται στη Χριστουγεννιάτικη διακόσμηση. Είναι δίοικα είδη. Αναπτύσσονται σε υγρά, γόνιμα, ουδέτερα ή αλκαλικά εδάφη και ηλιόλουστες ή σκιασμένες θέσεις. Πολλαπλασιάζονται με ημιξυλώδη μοσχεύματα, το καλοκαίρι. Ανάλογα με τις παρυφές των φύλλων τους και για πρακτικούς λόγους διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες:
1) Λειόχειλα
2) Αγκαθωτά
3) Αγκαθωτά και οδοντωτά.
Τους αρχαίους χρόνους, σύμφωνα με τον Πυθαγόρα το αρκουδοπούρναρο έφερνε γούρι, έδιωχνε τα μάγια, το κάψιμο στον κήπο έδιωχνε τα φαντάσματα, επίσης έφερε ευτυχία στα νεόνυμφα ζευγάρια. Είναι διακοσμητικό φυτό και κυρίως το συναντάμε στα γιορτινά τραπέζια των Χριστουγέννων, μιας και οι κόκκινοι καρποί του κάνουν ωραία αντίθεση με το ζωντανό πράσινο χρώμα των φύλων του. Σύμφωνα με κάποιες αναφορές προέρχεται από ένα έθιμο των Ρωμαίων, οι οποίοι συνήθιζαν να στέλνουν κλαδιά δένδρων μαζί με άλλα δώρα στους φίλους τους κατά την διάρκεια του εορτασμού της Saturnalia. Το έθιμο αυτό υιοθέτησαν και οι πρώτοι χριστιανοί γεγονός που αποδεικνύεται από ένα διάταγμα το οποίο απαγόρευε στους χριστιανούς να διακοσμούν τα σπίτια τους με κλαδιά δένδρων την ίδια εποχή με τους ειδωλολάτρες.Το έθιμο αυτό των διακοσμήσεων με γκι φαίνεται ότι συνδέεται, επίσης, με τους Δρυίδες. Αυτοί διακοσμούσαν τις καλύβες τους με αειθαλή δένδρα κατά την διάρκεια του χειμώνα έτσι ώστε να τις χρησιμοποιούν σαν κατοικία τους τα πνεύματα του δάσους.
Ένας παλιός μύθος λέει ότι το γκι φύτρωσε για πρώτη φορά στις πατημασιές του Χριστού, όταν αυτός βάδιζε στη γη. Συγκεκριμένα, τα αγκαθωτά φύλλα και οι κόκκινοι καρποί του συμβολίζουν τη μαρτυρία του Σωτήρα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο σε πολλές γλώσσες της Β. Ευρώπης το γκι ονομάζεται και «Αγκάθι του Χριστού». Πιθανότατα η σχέση με αυτούς τους μύθους, ήταν ο λόγος που το γκι ονομάστηκε «Άγιο Δένδρο». Ωστόσο, αναφορές υποστηρίζουν την ύπαρξη του φυτού αυτού από τα αρχαία χρόνια. Ειδικότερα, ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν το γκι φυτευτεί κοντά σε ένα σπίτι ή αγρόκτημα, διώχνει μακριά το κακό και προστατεύει από τους κεραυνούς και τη μαγεία. Λέγεται, επίσης, ότι τα λουλούδια του κάνουν το νερό να παγώνει ενώ ένα κομμάτι ξύλο από τον κορμό του, αν το πετάξεις σε κάποιο ζώο, έχει την ιδιότητα να κάνει το ζώο να γυρίσει πίσω και να ξαπλώσει δίπλα του.Τώρα στις παραδόσεις και τους μύθους των διάφορων λαώντο δέντρο του λιόπρινου συμβολίζει την αειθαλή πτυχή ολόκληρης της ζωήςγια άλλους φέρνει καλή τύχη και προστατεύει από τις αρνητικές δυνάμειςσε άλλες παραδόσεις συμβολίζει την μακροβιότητα της ζωής. Η ελληνική παράδοση θέλει το λιόπρινο να είναι ένα από τα πιό γνωστά νεραϊδόδεντρα. Για τις νεράιδες ο καρπός του είναι από τους αγαπημένους τους και σαν φυτό τις προσελκύει : τους αρέσει να στολίζονται με τους κόκκινα “μηλαράκια” και με τους άσπρους ανθούς του στολίζουν τα μαλλιά τους.

30/1/09

Μακάριοι ανθρώποι...

Φώτης Κόντογλου.

Θα σας πάγω σήμερα σε κάποια μέρη ξεχασμένα, κοντά σ’ ένα βουνό γίγαντα, λεγόμενο Τσιμποράθο. Άλλη φορά ζούσανε σ’ αυτόν τον τόπο κάτι ανθρώποι απλοί κι αγαθόκαρδοι, πλην σήμερα έχουνε ξεκληριστεί από τους άσπρους που περάσανε στην Αμερική από την Ευρώπη· γι’ αυτό φαντάζουμαι πως οι λιγοστοί που βαστάνε ακόμα απ’ αυτουνούς τους φουκαράδες, στη φαντασία τους ο διάβολος θε να ’ναι άσπρος κι όχι μαύρος σαν τον δικό μας. Από τόσες που πατήσανε στον καινούργιο κόσμο οι άσπροι, όλες οι δυστυχίες πέσανε στην κεφαλή τους. Προ χρόνια, βρισκόντανε ακόμα κάτι σπίτια χτισμένα με ξεροτρόχαλο και σκεπασμένα με χορτάρια. Κοντά στο Σούπα φαίνουνται τα χαλάσματα από μια μεγάλη πολιτεία, χτισμένη στην πλαγιά ενούς βράχου, και μέσα στην πέτρα έχουνε σκάψει κάτι γαλαρίες. Σώζουνται ακόμα και κάτι τοίχοι σα να ’ναι από κάστρο. Στα μνημούρια μέσα βρίσκουνται κομμάτια από ρούχα μπαμπακερά, κανάτια, αραποσίτι, μπιζέλια, φύλλα των δέντρων, κοντάρια, κούκλες χωματένιες κι άλλες από μπαμπάκι, βραχιόλια, κάτι δαχτυλήθρες από μάλαμα που τις βάζανε στ’ αυτιά και στο στόμα των πεθαμένων. Το χώμα είναι σαν άμμος, κατάξερο, για τούτο τα κορμιά διατηρούνται σα μούμιες, με τα ρούχα μαζί. Πέτρες κείτουνται σωριασμένες, κι απάνου σ’ αυτές τις πεθαμένες πέτρες και στα χαλάσματα κάθουνται οι γουστέρες κατακαιγόμενες από τον ήλιο· το κορμί τους θαρρείς πως το ζωγράφισε κανένας μεγάλος τεχνίτης, με ρίγες ωραιότατες, πράσινες, κίτρινες και καφεδιές. Χάφτουνε τις μύγες. Σ’ ένα μέρος που το λένε Παραμόγκα βρίσκουνται χαλάσματα από κάποιο παλάτι καστρογυρισμένο, πολύ μεγάλο. Οι τοίχοι είναι από λάσπη, μα είναι πολύ χοντροί. Το καθεαυτού χτίριο ήτανε χτισμένο απάνου σ’ ένα ύψωμα, αλλά οι τοίχοι του κατεβαίνουνε ίσαμε κάτω, στη ρίζα του βουνού. Ανεβαίνανε από κάποιο μονοπάτι που στρίβει σα λαβύρινθος ολόγυρα σε κείνο το βουνί, για να μην μπορεί να τό ’βρει εύκολα ο οχτρός. Εκεί κοντά βρισκότανε κι ένα χωριό λεγόμενο Ιχοκάν, απάνου σ’ ένα βουνό. Κάνει πολύ κρύο. Στα παλιά τα χρόνια ήτανε σ’ αυτό το χωριό παπάς κάποιος Ιντιάνος, που πρωτύτερα ήτανε Κασίκης, δηλαδή βασιλιάς του τόπου. Αλλά γίνηκε χριστιανός και στάθηκε σοφός στη θεολογία και στα λατινικά, κι είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη με βιβλία ελληνικά, λατινικά, γαλλικά και ιγγλέζικα. Ήξερε και πολλά πράματα της επιστήμης. Σ’ αυτά τα μέρη, τη νύχτα φέγγουνε στον ουρανό άλλα άστρα. Το δρόμο τούς δείχνει ο Σταυρός της Νοτιάς, όπως εμείς έχουμε τ’ Άστρο της Τραμουντάνας. Λένε «ο Σταυρός γέρνει κατά τη θάλασσα· σε λίγο θα φέξει». Να δείτε τι καλοί άνθρωποι βρίσκουνται ανάμεσα σε κείνα τ’ άσπλαχνα βουνά. Λέγανε πως πολύ μακριά, κοντά σε κάποιο ποτάμι, ζούσε μια φυλή πολύ άγρια κι αιμοβόρα, λεγόμενη Μαλάμπας. Βρέθηκε ένας Ιγγλέζος χασομέρης κι αποφάσισε να πάγει να τους δει, μα οι φίλοι του τον μποδίζανε, από φόβο μην τον χαλάσουνε κείνοι οι ανθρωποφάγοι. Αλλά αυτός πήρε τα μάτια του ολομόναχος, αφού κι ο παραγιός του φοβήθηκε να πάγει μαζί του, και τράβηξε, έχοντας μέσα σε κάτι ταγάρια χάντρες πολλές και κάτι τέτοια μωροπαίχνιδα. Κίνησε κατά το γλυκοχάραμα, με μια ποταμίσια κουρίτα κουπί τραβούσανε δυο Ιντιάνοι. Τη νύχτα κοιμηθήκανε στην ακροποταμιά. Το πρωί στείλανε τον ένα Ιντιάνο να πάγει στον Κασίκη και να του πει πως ήρτε ένας άσπρος άνθρωπος, γιος του Ήλιου, όπως τους λέγανε. Σε λίγη ώρα ήρτε ο Κασίκης, μέσα στην κουρίτα του, μαζί με τον Ιντιάνο που ’χανε σταλμένον. Ο Ιγγλέζος του ’πε πως είχε πάγει σ’ αυτά τα μέρη γιατί είχε πόθο να δει τους Μαλάμπας από κοντά, και πως ήρτε σα φίλος. Και κείνος πολύ φχαριστήθηκε. Αγκαλιαστήκανε και τον πήρε ο Κασίκης μέσα στο καΐκι του. Φτάξανε στο παλάτι του πριν το μεσημέρι. Τότες ο Κασίκης κάθισε μαζί με τον άσπρο σε μια ψάθα. Τέσσερα παλικάρια παραστεκόντανε. Κουβεντιάζανε κάμποση ώρα. Ωστόσο ο Κασίκης υποψιαζότανε ακόμα πως ο άσπρος πήγε για χρυσάφι, μα ο Ιγγλέζος τον βεβαίωσε πως να μην έχει τέτοια ιδέα. Τότες ο γέρος τού είπε πως είναι λεύτερος να καθίσει μαζί τους όσο του αρέσει και να φύγει όποτε βαρεθεί, και πως μπορούσε να στείλει πίσω στο χωριό τούς δυο βαρκάρηδες· και πως θα τον πηγαίνανε στο χωριό οι δυο γιοι του, όποτε τραβήξει η καρδιά του να γυρίσει πίσω. Αυτή η φυλή ήτανε απάνου κάτου ίσαμε διακόσιες οικογένειες. Αλλά μέσα στα λογκάρια ήτανε σκορπισμένες και πολλές άλλες φυλές. Για τούτο βλέπανε οι άσπροι ν’ ανεβαίνει καπνός εδώ και κει μέσα στα δάση. Άμα φάγανε, έβγαλε ο Ιγγλέζος τις χάντρες και τις μοίρασε, κι οι Ιντιάνοι κάνανε σαν τρελοί από τη χαρά τους. Ύστερα παρακάλεσε τις γυναίκες να ζωγραφίσουνε το κορμί του και να το παρδαλίσουνε, όπως είναι η συνήθειά τους. Τον πλουμίσανε λοιπόν μ’ όλη την τέχνη τους… Τους ξανάδωσε πάλι χάντρες, κουδούνια, χτένια και τέτοια. Στο γέρο Κασίκη χάρισε το κουτάλι του, το πιρούνι του και το μαχαίρι του, και στους γιους του δυο μπουκάλια. Με το ρολόγι του ζουρλαθήκανε, μάλιστα σαν το ’βαλε απάνου σ’ ένα σανίδι, γιατί πρωτύτερα νομίζανε πως ο σφυγμός του χεριού του το ζωντάνευε. Σαν το ’βαλε στ’ αυτί τους, αρχίσανε να φωνάζουνε σαν παιδιά, πηδούσανε, χορεύανε, κι ύστερα πάλι πηγαίνανε και τ’ αφουγκραζόντανε. Στο τέλος συμφωνήσανε όλοι, πως είχε κλείσει μέσα κανένα πουλί, κι έκανε τικ τακ θέλοντας να φύγει. Τότες τ’ άνοιξε, και σαν είδανε μέσα, πιάσανε και φωνάζανε: «Μανάν, Mανάν, Xι τρομπιχότε», που θα πει: «Όχι, όχι, είναι ζαχαρόμυλος», επειδή κάποιος τους είχε πει για μια τέτοια μηχανή. Τρώγανε δυο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ. Τρώγανε μπανάνες κι άλλα φρούτα, λίγο κρέας και ψάρια, που ’χε πολλά το ποτάμι. Τιμωρούσανε τον κλέφτη, βάζοντάς τον ο Κασίκης να δώσει τα διπλά απ’ όσα έκλεψε. Μα πολύ ανάριες ήτανε οι αδικίες, και ποτές δε μαλώνανε. «Ποτές δε γίνεται σκοτωμός στο μέρος μας» είπε του Ιγγλέζου ο γέρος. Κάθισε μαζί τους μονάχα δυο τρεις μέρες. Τους αποχαιρέτησε, κι ήτανε πολύ πικραμένοι. Οι δυο γιοι του Κασίκη πήγανε μαζί του. Ο Κασίκης τον παρακάλεσε να του στείλει λίγο αλάτι, γιατί δε βρισκότανε εκεί πέρα τέτοιο πράμα, κι ύστερα του ’πε να ζήσει μαζί τους αν βαρεθεί τους άσπρους, και πως θα του ’δινε την κόρη του για γυναίκα, και πως θα γίνει Κασίκης στο ποδάρι του. Σαν κατεβήκανε στην ακροποταμιά, όλες οι γυναίκες τρέξανε κοντά του. Τη στιγμή π’ αρχίσανε να κατεβαίνουνε το ποτάμι, μαζευτήκανε όλες και πιάσανε και λέγανε κάποιο τραγούδι του μισεμού. Αυτές πρωτολέγανε κι οι γιοι του Κασίκη αποκρινόντανε από το καΐκι. Κοίταξε η μάνα μας η φύση, τι μεγάλα πράματα μαθαίνει στα παιδιά της. Κείνη τη στιγμή ο άσπρος άνθρωπος γύρισε το πρόσωπό του και σφούγγιξε τα δάκρυά του ντροπιασμένος. Αχ! Γι’ αυτόν τον αμαρτωλό κατέβηκε ο Χριστός στη γη, ενώ για κείνα τα αθώα πλάσματα δεν ήτανε καμιά ανάγκη να σταυρωθεί. Φτάνοντας στο χωριό, απ’ όπου είχε ξεκινήσει, οι φίλοι του χαρήκανε πολύ, γιατί τον είχανε για χαμένο, και γελάσανε με το πλουμισμένο πετσί του. Γέμισε αλάτι το καΐκι και το ’στειλε του Κασίκη. Έδωσε και κάτι πράματα στα παιδιά του. Τον αγκαλιάσανε και τον φιλήσανε απάνου στο στήθος. Άμα αλαργάρανε, τα μάτια του Ιγγλέζου ξαναβουρκώσανε. «Αυτοί οι ανθρώποι τι είχανε να περιμένουνε από τη φυλή του; Να γίνουνε πιο τίμιοι; Να γίνουνε πιο φτυχισμένοι;»

Ο Υάκινθος...

Μια μέρα που γύριζε ο Απόλλων στη γη, συνάντησε ένα αγόρι. Πιάνοντάς το από το σαγόνι τού σήκωσε το πρόσωπο και κοίταξε βαθιά στα ζωηρά μαύρα του μάτια.
― Πώς σε λένε; ρώτησε και χαμογέλασε.
― Υάκινθο, είπε το αγόρι. Και σένα;
― Τι να το κάμεις τ’ όνομά μου, απάντησε ο Απόλλων. Είμαι φίλος σου, αυτό σου αρκεί. Και το αγόρι ούτε φαντάστηκε ότι ήταν θεός ο καινούργιος του σύντροφος.
Από τότε μέρα δεν περνούσε που να μη συναντηθούν οι δυο τους, και γρήγορα τους ένωσε μεγάλη φιλία. Ο Απόλλων ιδιαίτερα αγαπούσε το ανοιχτόκαρδο και ξένοιαστο παιδί της γης, και με ακούραστη καλοσύνη τού δίδασκε να παίζει τη λύρα, να τραγουδάει, να χορεύει. Του μάθαινε όμως και παιχνίδια διάφορα και γυμνάσια, να ρίχνει το δίσκο και το ακόντιο, να τοξεύει, να τρέχει, να πηδάει. Όσες φορές όμως ήθελε ο Υάκινθος να μετρηθεί με το φίλο του, πάντα έβγαινε δυνατότερος και επιτηδειότερος ο Απόλλων.
Μια μέρα, ενώ γυμνάζονταν οι δυο, έπιασε ο Απόλλων το δίσκο, και εκεί που τον γυρνούσε για να τον ρίξει με ορμή, του έφυγε από τα χέρια και πέταξε λοξά και όχι μακριά.
Έτρεξε ο Υάκινθος να τον πιάσει, μα ο δίσκος χτύπησε σε πέτρα, αναπήδησε και πέτυχε το αγόρι στο μέτωπο. Ο Υάκινθος σωριάστηκε χάμω.
Όρμησε κοντά του ο Απόλλων, μα δεν πρόφτασε να τον βαστάξει. Γονάτισε πλάι του και του σήκωσε σιγά το όμορφο κεφάλι, αλλά ο Υάκινθος δεν τον κατάλαβε, ούτε κούνησε.
Άδικα τον αγκάλιαζε ο θεός, τον χάιδευε, τον φώναζε με τα πιο τρυφερά ονόματα. Ο Υάκινθος δεν τον άκουγε πια. Πολλή ώρα έμεινε εκεί ο θεός γυρεύοντας να τον φέρει πίσω στη ζωή, μη θέλοντας να πιστέψει ότι εκείνος ο ίδιος έτσι άθελα τον είχε σκοτώσει.
Και όταν επιτέλους κατάλαβε πως του έφυγε για πάντα ο φίλος του, δε βάσταξε η καρδιά του να τον θάψει.
Του φάνηκε τόσο ήρεμος, τόσο όμορφος ξαπλωμένος στο χορτάρι! Έμοιαζε να κοιμάται, και μόνο το ματωμένο του μέτωπο μαρτυρούσε τι είχε γίνει. Έσκυψε απάνω του και μ’ ένα του τελευταίο φιλί τον μεταμόρφωσε σε ζωηρό, δροσάτο λουλουδάκι. Σήμερα το λέμε ζουμπούλι, μα το λουλούδι δεν άλλαξε, και κάθε φορά που το χαϊδεύει ο ήλιος, ανοίγουν τα φύλλα του και τρέμουν τα καμπανάκια του, σα να θέλει να ευχαριστήσει το μεγάλο του φίλο για την καινούργια ζωή που του χάρισε.

Αλεξάνδρα Δέλτα-Παπαδοπούλου.

Ο Μπουρδούσης...

Γεώργιος Σουρής.



Απέθανε o κύριος Μπουρδούσης,
απέθανε κι αυτός o πατριώτης,
η δόξα κι η στολή της πρωτευούσης,
των δρόμων ο ξυπόλυτος ιππότης.

Ό Χάρος ο αχόρταγος τον βρήκε
από πιοτά διάφορα στουπί,
και ρήτορας κανένας δεν εβγήκε
τα τόσα θαύματά του να μας πει.

Εις τη γωνιά μιας μάντρας χαλασμένης,
χωρίς εξοχωτάτων γιατρικά
ο μάρτυς της Αθήνας Δημοσθένης
ξεψύχησε μονάχος του γλυκά.

Δεν είχε κι ο Μπουρδούσης μας φροντίδα
να κάμει για το έθνος διαθήκη,
δεν έβγαλε ποτέ εφημερίδα,
δεν γύρεψε ποτέ βουλευτιλίκι.

Δεν τον κεντούσε όρεξις καμιά,
του ’φθανε μια δεκάρα για να πίνει,
και μόνο στους γιατρούς κληρονομιά
τα ντιλικάτα πόδια του αφήνει.

Απέθανες και σύ, αγαπητέ,
στου έθνους τας κρισίμους περιστάσεις,
αυτό δεν το ελπίζαμε ποτέ,
μα πήγαινε και συ να ησυχάσεις.

Δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του Ρωμηού, της έμμετρης εφημερίδας που έβγαζε ο Σουρής (16.4.1883). Ο Μπουρδούσης ήταν άστεγος ζητιάνος, χαρακτηριστικός τύπος της Αθήνας της εποχής εκείνης και αρκετά διάσημος αφού έχει συμπεριληφθεί και στο πρόσφατο βιβλίο του Χαρίλαου Πατέρα «100 και γραφικοί τύποι της παλιάς Αθήνας». Στο πρώτο τεύχος του Ρωμηού ο Σουρής αναφέρεται σ’ αυτόν λέγοντας «και μία πέννα να βαστάς κι ας είσαι και Μπουρδούσης». Κατά χαρακτηριστική σύμπτωση, την προηγούμενη μέρα, στο Μη χάνεσαι, δημοσιεύεται εξάστιχο ποίημα για τον Μπουρδούση: «Σαν να μην ήσουνε κι εσύ, μέγας ανήρ Μπουρδούση … δεν βρέθηκ’ ένας ποιητής την λύρα του να κρούσει» το οποίο ήρθε να διαψεύσει ο Σουρής με το ποίημά του.