28/2/09

Το γεφύρι του Στενού.


Κάπως έτσι το περιγράφει το Γεφύρι του Στενού στο Μόρνο  ο William Martin Leak , Άγγλος στρατιωτικός , νομικός και περιηγητής , που με εντολή του λόρδου Χάρροουμπυ πραγματοποίησε αποστολή σε Ευρωπαικές επαρχίες της Τουρκίας από το 1804 μέχρι το 1810 .Τον Φεβρουάριο του 1806 , πηγαίνοντας από τα Σάλωνα στον Έπαχτο , παρατηρεί περιγράφει και καταγράφει τις εντυπώσεις του : " Φεβρουαρίου 13 ( 1806 ) . Αφίνοντας το Λιδορίκι , πρωί στις 8.00 ακολουθούμε ένα χείμαρρο που κυλάει ανάμεσα στην πόλη και που ενισχυμένος από ένα άλλο από τις χαράδρες στα νότια του Λιδορικιού , ενώνεται με το Μέγα , μισή ώρα κάτω απ' την πόλη . Αυτό το ποτάμι περνάει μέσα απ' το στενό που προαναφέραμε και που είναι μιά στενή βραχώδης κοιλάδα σχηματισμένη από τις προεξοχές των δύο βουνών και στο σημείο όπου το ποτάμι υπάρχει ένα γεφύρι με αψίδα ( ημικυκλικό ) θεμελιωμένο στις δύο όχθες του πάνω σε βράχους . Έστειλα το άλογο με τις αποσκευές μου από τον ίσιο δρόμο , από το γεφύρι και γύρισα δεξιά γιά να εξετάσω ένα Παλαιόκαστρο που βρίσκεται πάνω στη δεξιά όχθη του στενού ".
Την ίδια περιγραφή κάνει κι' ο Γιάννης Μακρυγιάννης , αργότερα , στα απομνημονεύματά του , ότανν αναφέρεται στο περιπετειώδες πέρασμα της οικογένειάς του απ' το γεφύρι , όταν αυτός ήταν βρέφος : "Η πατρίς γεννήσεώς μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο το χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Tούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί και όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε δια ξύλα εις τον λόγκον. Φορτώνοντας τα ξύλα ’στο νώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμον, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις το χωριόν. Σε κάμποσον καιρόν έγιναν τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη και ο πατέρας μου. Οι Tούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε δια νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί. Θα πέρναγαν από ’να γιοφύρι του Λιδορικιού ονομαζόμενον Στενό, δεν πέρναγε από άλλο μέρος το ποτάμι. Εκεί φύλαγαν οι Tούρκοι να περάσουν να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ’ έτρωγαν αγριοβέλανα και εγώ βύζαινα κ’ έτρωγα αυτό το γάλα. Μην υποφέρνοντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι, και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος, εις τον Κόκκινον ονομαζόμενον, και προχώρεσαν δια το γιοφύρι. Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τους λέγει, «Η αμαρτία του βρέφους θα μας χάση, τους είπε, περνάτε εσείς και σύρτε εις το τάδε μέρος και σταθήτε... το παίρνω κι’ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνομεν»... η μητέρα του κι’ ο Θεός μας έσωσε. Αυτά όλα τα ’λεγε η μητέρα μου και οι άλλοι συγγενείς. Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβαδειά και μας περασπίστηκαν οι φιλάνθρωποι άρχοντες εκεί κάμποσον καιρόν, όσο οπού πιαστήκαμεν και κάμαμεν εκεί σπίτια, υποστατικά."
Η Κατασκευή της Λίμνης του Μόρνου και του ομώνυμου Φράγματος, άλλαξαν την μορφολογία της Περιοχής και όχι μόνον, άλλαξαν εν πολλοίς και τη ζωή μας.Ο ανυποψίαστος επισκέπτης που για πρώτη φορά αντικρίζει την καινούργια εικόνα γοητεύεται αναμφισβήτητα από τη μαγεία της λίμνης, όμως ας δούμε τι χάσαμε εμείς οι παροικούντες την περιοχή. Το άλλοτε πανέμορφο χωριό Βελούχι ή Κάλλιο, νεότερες ονομασίες της αρχαίας Καλλίπολης, με την ομώνυμη πηγή του (Βελούχι), εξαφανίστηκε για πάντα κάτω από τα ήρεμα νερά της λίμνης. Ένας ήσυχος θάνατος παντοτινός (!). Το Στενό με το πανέμορφο πέτρινο γεφύρι του δεν είναι μόνο που καλύφθηκε από το νερό, αλλά γκρεμίστηκε, ... σκόπιμα, λένε μερικοί, από τις μπουλντόζες, γιατί είχε φτιαχτεί την εποχή της Τουρκοκρατίας(!)

Τραγούδια λεβεντιάς και λευτεριάς.

«Καλώς ανταμωθήκαμε - εμείς οι ντερτιλήδες/ να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας./ Πάλε καλές αντάμωσες, πάλε ν' ανταμωθούμε, στον Αγιο - Λια, στον πλάτανο, ψηλά στο κρυονέρι, που 'χουν οι κλέφτες σύνοδο και οι καπεταναραίοι...» («Το γλέντι των κλεφτών», τραγούδι της Ρούμελης). Υψηλότατα δείγματα ποιητικής και μουσικής δημιουργίας αποτελούν τα κλέφτικα τραγούδια, τα εμπνευσμένα από τον επαναστατικό αγώνα δημοτικά τραγούδια, που άνθισαν κυρίως τον 18ο αιώνα σε Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ηπειρο και Δυτική Μακεδονία.
Δημιουργημένα σε μια εποχή προετοιμασίας για την απελευθέρωση, επικεντρώνονται στην «εξαιρετική ψυχή του ήρωα» και αποτελούν «το αδρό σχεδίασμα της καινούριας μορφής του Ελληνα» (Γ. Αποστολάκης), αυτής που θα δημιουργήσει το 1821. Βαθιά συγκίνηση θεμελιώνει τη σύλληψη του κλέφτικου τραγουδιού, ενώ η μουσική του χαρακτηρίζεται από ρυθμό εντελώς ελεύθερο. Τα κλέφτικα τραγούδια χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Σ' εκείνα που αναφέρονται ειδικά σε ένα πρόσωπο (του Ζίδρου, του Στουρνάρη, του Γυφτάκη, κ.ά.) ή σε περιστατικά και σ' εκείνα που μιλούν για τη ζωή των κλεφτών, τις δυσκολίες ή τα καλά της.
Τίποτα άλλο πέρα από τα κλέφτικα τραγούδια, σημειώνει ο Δημήτρης Φωτιάδης στην «Επανάσταση του '21», «δεν μπορεί να μας δώσει την ατμόσφαιρα που ζούσαν, τα συναισθήματά τους, τον πόθο τους για λευτεριά, την αντρίκεια ανάσα τους, τις νοσταλγίες τους, την αγάπη τους στη ζωή, μα και την περιφρόνησή τους στο θάνατο - μ' ένα λόγο τον κόσμο τους. Αυτά τα τραγούδια, που φτιάχτηκαν από ανώνυμους λαϊκούς ποιητές και που τραγουδήθηκαν στα χρόνια της σκλαβιάς, στέκονται μια από τις πολύτιμες κληρονομιές του λαού μας - πηγή που πάντα θα σκύβουμε σ' αυτή για να χορτάσουμε τη δίψα μας για λεβεντιά και λευτεριά». Και όπως επισημαίνει ο Αλέξης Πολίτης, «με τα κλέφτικα αναζωογονήθηκε η ποίηση του Εθνους... Το όραμα της λευτεριάς άστραψε σε μερικούς αρματολούς και κλέφτες από την πάλη τους με τον εχθρό. Ο δημοτικός ποιητής εμβολίασε την ποίηση με το όραμα αυτό. Ευτύχησε έτσι να τονώσει τη λαχτάρα της λευτεριάς που υπήρχε στο λαό, να τη φέρει στην επιφάνεια και να της δώσει μορφή: Ανάσυρε από την ψυχή τη λευτεριά και την έφερε στο στόμα και στ' αυτιά της κοινωνίας του...».
Κατ' εξοχήν λυρικό στη γνησιότερή του μορφή, το κλέφτικο τραγούδι, όπως σημειώνει ο Λίνος Πολίτης στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», εκφράζει «το αδρό και πολεμικό πνεύμα των βουνίσιων κατοίκων της Ηπείρου και της Στερεάς, που ως "κλέφτες" ή "αρματολοί" είχαν κάνει συνήθεια της ζωής τους τ' άρματα»... «Οι τραχείς αυτοί κι εμπειροπόλεμοι βουνίσιοι», που κράτησαν το βάρος του απελευθερωτικού αγώνα, ήταν «αυτοί που τραγουδούσαν και αυτούς που τραγουδούσε το κλέφτικο τραγούδι: Ο Καραϊσκάκης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης. Ο τελευταίος, κλεισμένος στην Ακρόπολη, θα δώσει έκφραση στη λύπη του, αυτοσχεδιάζοντας ένα κλέφτικο τραγούδι: "Ο ήλιος εβασίλεψε - Ελληνά μου, βασίλεψε -/ και το φεγγάρι εχάθη,/ κι ο καθαρός αυγερινός που πάει κοντά στην πούλια..."».
Οι πιο ξακουστοί «κλέφτες» γίνονταν τραγούδι στα χείλη του λαού. Και πώς άλλωστε, αφού όπως έλεγε ο Κολοκοτρώνης, «το κλέφτης βγήκε από την εξουσία» και το να γίνει κανείς κλέφτης ήταν καύχημα για τον ίδιο και τους δικούς του; Οταν ο τουρκικός κατατρεγμός ή η αδικία των κοτζαμπάσηδων γίνονταν αβάσταχτα, ένα φοβέρισμα απόμενε στους ραγιάδες: «Σηκώνομαι κλέφτης!». Η ζωή τους δύσκολη, τυραννισμένη. «Οι κλέφτες είμαστε ελεύθεροι», λέει στη διήγησή του ο Κολοκοτρώνης, «αλλά τι ζωή, τι άνθρωποι! Βασανισμένοι, αΐσκιωτοι, άγριοι εις τες σπηλιές, τα βουνά, εις τα χιόνια σαν τα θηρία, με τα οποία συζούσαμε».
Οι τρανοί αρματολοί και κλέφτες και οι ξακουστοί ήρωες του Εικοσιένα (Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, Νικηταράς, Μπότσαρης, Διάκος κ.ά.) έχουν δικά τους τραγούδια. Τις μάχες για τη λευτεριά τις ξαναζούμε μέσα σ' αυτά. Τα Δερβενάκια αντικρίζουν το Μανιάκι, το Μεσολόγγι την Αράχοβα... «Φύσα, μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου/ να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα/ Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες/ στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι...».
Τα δημοτικά τραγούδια για το νέο Ελληνισμό, γράφει ο Δ. Φωτιάδης, ήταν «ό,τι για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα ομηρικά έπη». Βγαλμένα από την καρδιά ανώνυμων ποιητών, μίλαγαν με μοναδικό τρόπο στην καρδιά της «ολότητας». «Για τον υπόδουλο λαό, τον αγράμματο, μα μεγαλόψυχο και γενναίο, το δημοτικό τραγούδι είναι το "βιβλίο", το "περιοδικό", το "χρονικό" του καιρού του. Μ' αυτό, με το δικό του τρόπο, "γνωστοποιούσε", όχι μονάχα τα σημαντικά, παρά και τα καθημερινά περιστατικά της ζωής του».
Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ

Το όραμα του Χ.Τρικούπη.



Ντελή παπά.

Ένας περίφημος κλεφταρματωλός ήταν ο Παπά-Γιώργης "Ντελή-παπάς" . Γεννήθηκε στο χωριό Μαυραναίοι Γρεβενών και ήταν συγγενής των Ζιακαίων, έδρασε γύρω στα 1834 - 1854. Ξεχώρισε για τις διοικητικές, του ικανότητες, την πολεμική τον πονηριά, το παράτολμο θάρρος τον, αλλά και τη σωματική τον ρώμη. Τακτικές μάχες με τον Τουρκικό στρατό έδωσε στο Μέτσοβο και το Κουτσελιό. 'Ήταν άριστος γνώστης όλων των περασμάτων τον Σμόλικα, και διακρίθηκε για την εξυπνάδα που διέθετε, ώστε να κρατά υπό έλεγχο όλες αυτές τις διαβάσεις της Βόρειας Πίνδου, οπότε αποτελούσε το συνεχές εμπόδιο σ' όλα τα περάσματα των Τουρκαλβανών. Γι' αυτές ακριβώς τις ιδιότητες οι Τούρκοι τον ονόμασαν Ντελή-Παπά (τρελλοπαπά). Το 1854 με τους δικούς του άνδρες, ενώθηκε με τις δυνάμεις του Θ. ΖΙΑΚΑ που μπήκαν στη Δυτ. Μακεδονία και πήρε μέρος στην μάχη τον Μέγα Σπήλιου Γρεβενών. Οι δραστηριότητες του ήταν και η αίτια που η «λαϊκή μούσα» τον έκανε τραγούδι, το οποίο ακούγεται και στις μέρες μας.
Κούγω τον άνεμο κι αχάει,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Τον κούγω να μαλώνει,
Ντελή παπά λεβέντη.
Τον κούγω να μαλώνει,
Ντελή παπά λεβέντη.
Με τα βουνά εμάλωνε,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Και με τα δέντρα ηχούσε,
Ντελή παπά λεβέντη.
Και με τα δέντρα ηχούσε,
Ντελή παπά λεβέντη.
Εσείς βουνά των Γρεβενών,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Και πεύκα του Μετσόβου,
Ντελή παπά λεβέντη.
Και πεύκα του Μετσόβου,
Ντελή παπά λεβέντη.
Εσείς καλά αχ τον ξέρετε,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Αυτόν τον παπά Γιώργη,
Ντελή παπά λεβέντη.
Αυτόν τον παπά Γιώργη,
Ντελή παπά λεβέντη.
Που ήταν μικρός στα γράμματα,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Μικρός στα πινακίδια,
Ντελή παπά λεβέντη.
Μικρός στα πινακίδια,
Ντελή παπά λεβέντη.
Και τώρα στα γεράματα,
μωρέ παπά αχ Ντελή παπά.
Αρματολός και κλεφτής
Ντελή παπά λεβέντη.
Αρματολός και κλεφτής
Ντελή παπά λεβέντη.

Alectoris graeca - Πετροπέρδικα.

Τάξη: Galliformes
Οικογένεια: Phasianidae
Γένος: Alectoris
Είδος: Graeca
Διαστάσεις
Μήκος σώματος: 32-35 cm
Άνοιγμα φτερών: 46-53 cm
Βάρος αρσενικού: 520-745 gr
Βάρος θηλυκού: 432-550 gr
Zει στην Eλλάδα (εκτός από τα νησιά και τη Θράκη), τη Nότια Bουλγαρία, την Aλβανία, τη Γιουγκοσλαβία, την Iταλία και τη Σικελία. Είναι από τα αγαπημένα πουλια του Ελληνικού χώρου, ισως και το πιο πολυτραγουδισμένο. Ζει σε κοπάδια όλο το χρόνο, εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής. Aναπαράγεται σε ανοιχτά βραχώδη περιβάλλοντα, που εντοπίζονται μερικές φορές σε πολύ μεγάλα υψόμετρα, αλλά και κοντά στη θάλασσα. H πετροπέρδικα είναι είδος το οποίο κατά την περίοδο της αναπαραγωγής καταλαμβάνει μια περιοχή την οποία υπερασπίζεται με πολύ μεγάλο σθένος από κάθε εισβολέα. Tην υπεράσπιση της περιοχής αναλαμβάνει το αρσενικό. Φωλιάζει στο έδαφος σε μια κοιλότητα που κατασκευάζει το θηλυκό. H φωλιά καλύπτεται με ξηρά χόρτα και πούπουλα.
Συνήθως βρίσκεται ενδιάμεσα ή κάτω από πέτρες ή θάμνους για να προφυλάσσεται από άρπαγες και άσχημες καιρικές συνθήκες.Γεννά μία φορά το χρόνο 8-14 αβγά που έχουν χρώμα κρεμ. Eπωάζονται από το θηλυκό για 23-24 μέρες και εκκολάπτονται ταυτόχρονα.Τα ενήλικα τρέφονται με σπόρους και βλάστηση, ενώ οι νεοσσοί καταναλώνουν έντομα τα οποία είναι πλούσια σε πρωτεΐνες που είναι απαραίτητες για τη σωματική τους ανάπτυξη.

Η Μυθολογία τη θέλει όμορφη νύφη, της οποίας τα θέλγητρα, ενόχλησαν την Μητέρα των Θεών, την Ήρα, που την γκρέμισε από την Ακρόπολη. Η Παλλάδα Αθηνά όμως την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σε πουλί για να σωθεί. Αυτό το πουλί γέμισε από τότε τα Ελληνικά βουνά, που αντιλαλούσαν από το κελάηδημά της! Οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν ξεχωρίσει τα δύο συγγενικά είδη πέρδικας, κυρίως από το κελάηδημά τους, γεγονός που επιβεβαιώνει ο Θεόφραστος, λέγοντας πως "οι πέρδικες εντεύθεν του Κορυδαλλού κακαβίζουν (δηλ.κακαρίζουν) ενώ οι άλλες τιτιβίζουν" . Ο Αριστοτέλης το "κακάρισμα" το έλεγε "κακάβισμα", υποστηρίζοντας πως οι πέρδικες παράλλασαν την φωνή τους. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι αποκαλούσαν την Ελληνική πέρδικα "κουτορνίθι", παραφθορά της λέξης "κοθόρνιθα", από τους κοθόρνους, τα αρχαία πολεμικά σανδάλια. Κι' αυτό λόγω του κόκκινου χρώματος των σανδαλιών και του ίδιου χρώματος των ποδιών της πέρδικας. Όσοι λοιπόν, από άγνοια χρησιμοποιούν την λέξη "κουτορνίθι" για την Ελληνική πέρδικα, θα πρέπει μάλλον να την απευθύνουν σε άλλο είδος! Πάντως όχι στην πέρδικα, της οποίας η πονηριά και η εξυπνάδα, έχουν εγκωμιασθεί όχι μονάχα από τους ερευνητές, αλλά και από την Ελληνική λαϊκή Μούσα. Η Ελληνική πέρδικα αναφέρεται σε πολυάριθμους πληθυσμούς μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Λέγεται δε πως με ειδικές μεθόδους συλλαμβανόνταν και σε μεγάλους αριθμούς, γινόνταν η εξαγωγή της για τον εμπλουτισμό των βιοτόπων άλλων Ευρωπαϊκών χωρών. Αν οι συνήθειες και η βιολογία της μνημονεύονται από τους ερευνητές και τους φυσιοδίφες, η νεότερη λαϊκή ποίηση, αλλά και η λογοτεχνία, αφιερώνουν αμέτρητους στίχους και διηγήματα με προσωποποιημένη την πέρδικα ή αντίστροφα.

Πού ήσουν πέρδικα καημένη κι ήρθες το πρωί βρεγμένη;
Ήμουνα πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια.
Τι έτρωγες πέρα στα πλάγια στις δροσιές και στα χορτάρια;
Έτρωγα το Μάη τριφύλλι κι είμαι όμορφη στα χείλη
και τον Αύγουστο ρογούλα κι είμαι ροδοκοκκινούλα.

25/2/09

ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ.


ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ.


Alectoris graeca .


Μοιάσε της πετροπέρδικας
της αηδονολαλούσας
που κάνει δεκαχτώ πουλιά
κανένα δεν αρνιέται.
Κι αν πέσει και πάρει ο αετός
ένα από τα πουλιά της
κάνει καιρό να πιεί νερό,
θολώνει και το πίνει.
Κι όπου εύρει μαύρη καψαλιά
θα κάτσει να βοσκήσει
κι όπου εύρει μαύρο κούτσουρο
θα κάτσει να λαλήσει.

Wallace J. Miller Watercolors Collection-Three Brothers Yosemite.


Indian Life at Mirror Lake, by Constance Frederica Gordon-Cumming.


Giant Sequoia.