13/12/09
ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ.
Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος. Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω: Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν. Οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρο πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή δια των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις! «Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του οποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.
Όταν ήμουν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι εν τινί απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυρθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσω και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…
Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.
― Πως σε λέγουν εσένα;
― Θεόδωρο Μπεράτογλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;
― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.
Και ούτω καθ’ εξής εν μια ημέρα μετέβαλεν, ο αθεόφοβος, όλα τα βαπτιστικά μας ονόματα, αρσενικά και θηλυκά, τοιουτοτρόπως ώστε, αν συνέβαινε να έλθει κατ’ εκείνη την εποχήν εις το χωρίον μας ξένος τις εκ των αγαθών φιλελλήνων, θα επίστευεν αναμφιβόλως ότι ανεκάλυψεν αίφνης την αρχαίαν Ελλάδα ολοζώντανον, με όλους αυτής τους θεούς, τας θεάς, τους ημιθέους και τους ήρωας, του ποιητάς και τους σοφούς της φοιτώντας εις το αλληλοδιδακτικόν σχολείον, γυμνούς μεν τους πόδας και ασκεπείς την κεφαλήν, όπως άλλοτε, αλλά βρακοφορούντας και γελεκοφορούντας και αντεροφορούντας!
Όπως δήποτε, όταν ο ασυνείδητος εκείνος άνθρωπος, έπεισε τον κόσμον ότι εγώ δεν είμαι του Γεωργή του χωρίου μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μου ήγγισε τόσον δα την καρδία μου· το επήρα δι’ αστείον. Άλλωστε εγώ δεν ωνόμαζον ποτέ τον εαυτόν μου και η μεταβολή απέβλεπε τους όσοι έμελλον να με καλώσι με το νέον μου όνομα.
Αλλά τα περιγραμμάτου του διδασκάλου μας δεν περιωρίσθησαν εις τα ονόματά μας μόνον. Δις η τρις της εβδομάδος ηγγάρευέ τινας εξ ημών δια να ξεβοτανίζομεν τον κήπο της μητροπόλεως. Εγώ δεν έβλεπον την ώραν να έλθη η σειρά μου. Εν τω κήπω υπήρχεν έν δένδρον ανθισμένον ως το ιδικόν μας. Χωρίς άλλο θα εμάνθανον τι πράγμα είναι αυτό το δένδρον. Όταν, τέλος, αγγαρευθείς και εγώ, ευρέθην μετά του διδασκάλου ενώπιον της μηλιάς:
― Τι πράγμα εν’ αυτό το δένδρον, δάσκαλε, τον ηρώτησα, δείξας προς αυτόν δια του δακτύλου.
― Μηλέα, απεκρίθη εκείνος.
― Όχι! απήντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό ν’ μηλιά!
Ήτο η κακή ώρα που το είπα, διότι από τότε ήρχισαν τα βάσανά μου με αυτόν τον διδάσκαλον. Θεούς και ανθρώπους μαρτύρομαι, ότι εγώ ηρώτησα ουχί περί του ονόματος ―το όνομα το ήξευρον ― αλλά περί του πράγματος: τι πράγμα είναι το δένδρον ήθελον να μάθω, τίποτε άλλο. Ο διδάσκαλος μου όμως, δεν ηξεύρω τι παθών, απεφάσισεν απ’ εκείνης της στιγμής να με μάθη και καλά ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
― Πες πως το λένε μηλέα! εκραύγαζεν έξαλλος ο ισχνός και χλωμός νεανίσκος, κρατών με από το ωτίον και δεικνύων το δένδρον.
― Μπα, π’ ανάθεμά τον! εσκεπτόμην εγώ ηγανακτισμένος, πως ημπορεί αυτό ποτέ να γίνει η μηλιά μηλέγα! Αυτό είναι το ίδιο δένδρο που έχουμεν εις τον κήπον μας, κάμνει τα αυτά άνθη, τα αυτά φύλλα, τους αυτούς καρπούς, δεν ημπορεί παρά να είναι και αυτό μηλιά, όπως η εδική μας. Το ξέυρω από μιας αρχής, με το έμαθεν η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποίον να πιστεύσω περισσότερον, την μητέρα μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένον, που ήλθε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!
― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! απεκρινόμην οσάκις με ηρώτα· αυτό ν’ μηλιά!
― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.
Και -αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί- μου έδωκεν ο αθεόφοβος τεσσαράκοντα παρά μίαν, οξύτατα κραυγάζων εν τω μεταξύ να ειπώ ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
Τώρα πρέπει να ηξεύρετε ότι εις το χωρίον μου επικρατεί μια φυσική κατά της χασμωδίας αντιπάθεια, συνεπεία δε ταύτης αι πλείσται των λέξεών μας υπόκεινται εις εκθλίψεις πολλάς και συνιζήσεις, ενώ άλλαι τινές λαμβάνουν το γ μεταξύ των φωνηέντων, ως τα θεγός, νέγος, ωραίγα, αντί θεός, νέος, ωραία κτλ. Είχον λοιπόν εγώ ο δυστυχής όχι μόνο να θυσιάσω την μηλιά εις τη μηλέαν, αλλά και να υπερνικήσω την αντιπάθειαν ταύτην, να προφέρω δηλαδή μηλέα αντί μηλέγα. Κατόρθωμα, προς το οποίον δεν με εβοήθουν τότε τα φωνητικά μου όργανα. Φαντάζεσθε λοιπόν τι υπέφερα από τον μονομανή εκείνον διδάσκαλον, έως ότου κατορθώσω και το εν και το άλλον, και να ειπώ επί τέλους ότι η μηλιά είναι μηλέα!
Εν τούτοις, όταν μετ’ ολίγον, μεταβάς εις τον οίκον μας, είδον το ωραίον μας δένδρον ανθοβολούν και μυροβόλον εν τω κήπω, κολακευτικώς περιβομβούμενον υπό των επ’ αυτού πετομένων μελισσών, ησθάνθην τόσην εντροπήν, τόσην εντροπήν! Ενόμιζον ότι έκαστος των πρασίνων οφθαλμών του με έβλεπε θυμωμένος· έκαστον των ανθέων του ήνοιγε τα χείλη να με είπει ότι τα επρόδωσα… Και μοι εφάνη ότι ο γενικός εκείνος βόμβος ήτο πικρός της ανοησίας μου έλεγχος! Και πώς να μη με ειπούν ανόητον και πώς να μη μ’ ελέγξουν, αφού το δένδρον, το οποίο έβλεπα ενώπιόν μου, ήτο όλως διόλου το αυτό με το δένδρον της μητροπόλεως και όμως εγώ το αρνήθηκα και είπα ότι δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
Ενθυμούμαι ότι όλην εκείνην την νύκτα έβλεπον εις τον ύπνον μου τα άνθη της μηλιάς ως άπειρον πληθύν μικροσκοπικών ωραίων λευκοφόρων κορασίων, τα οποία με περιεβόμβουν παραπονούμενα, επιπλήττοντα, ελέγχοντά με δια την ανοησίαν μου.
Όταν την επιούσαν εισήλθον εις το σχολείον, έρριψα επί το διδασκάλου περιφρονητικόν, προκλητικόν βλέμμα.
― Πως το λέγουν το δένδρο που σε είπα, βρε χαϊβάνι; με ηρώτησεν εκείνος χαιρεκάκως.
― Μηλιά, δάσκαλε, απάντησα εγώ μετά πείσματος και προέβην εις την θέσιν μου.
Αλλά δεν επρόφθασα να καθήσω και με συνέλαβεν ο σκληρός από του ωτίου και ήρχισεν πάλιν να με βασανίζει. Δεν είναι πολύ τιμητικόν δια το γένος των δασκάλων να σας διηγηθώ ποσάκις ετιμωρήθην δια να ειπώ και καλά ότι η μηλιά είναι μηλέα· διότι εννοείται ότι έπρεπεν επί τέλους να ενδώσω και να το ειπώ, άλλως εκινδύνευεν η ζωή μου. Εν τούτοις -το λέγω προς ικανοποίησιν της ιδικής μας της μηλιάς- αυτήν δεν την επρόδωσα. Και ιδού πώς:
Αφού είδον ότι δεν ηδυνάμην ν’ ανθέξω πλέον εις την σκληρότητα του απανθρωπαρίου εκείνου, έκαμα τον εξής λογαριασμόν με την συνείδησίν μου και είπον: αυτή η μηλιά, που είναι μέσα εις το κήπον της μητροπόλεως, ημπορεί να είναι μηλέα· και είναι μηλέα όχι δι’ άλλον λόγον, παρά διότι ο διδάσκαλος δέρνει! Η μηλιά όμως, όπου είναι μέσα εις τον κήπο μας, είναι μηλιά, διότι είναι μηλιά! Τοιουτοτρόπως συνεβιβάσθημεν με τον διδάσκαλον.
Αλλά έλα τώρα όπου ήρχισε μια τρομερά διαμάχη μεταξύ της μηλιάς και της μηλέας εντός της κεφαλής μου! Το πράγμα ημπορεί να φαίνεται παράξενον, να φαίνεται αστείον, αλλ’ εγώ δεν χωρατεύω.
Η μηλιά -δηλαδή, καθώς λέγουν οι ψυχολόγοι, η παράστασις της λέξεως μηλιά- εμβήκεν εις την ψυχήν μου συγχρόνως με την παράστασιν του δένδρου και εις έναν καιρόν, κατά τον οποίον όλαι αι αισθήσεις μου είχον αναπεπταμένας τας θύρας και εδέχοντο ευχαρίστως κάθε τι, το οποίον ήρχετο συστημένον ή από την μητέρα μου ή από τους οικείους μου να κατοικήσει εντός της κεφαλής μου. Επειδή δε τότε ήτο πολύς τόπος διαθέσιμος, εκάστη παράστασις, η οποία εισήρχετο, έστηνε τον θρόνον της και εκάθιζεν όσον και όπως της ήρεσκε καλύτερα και ήτο ωσάν οικοκυρά μέσα εις το σπίτι της. Έτσι το έκαμον τόσαι άλλαι, έτσι το έκαμε και η μηλιά. Αλλά αυτή η τελευταία, εκεί όπου εκάθητο τόσα χρόνια εις την ησυχία της και είχε πλέον το σπιτικόν της και τους φίλους της -παραστάσεις, με τας οποίας συνέζησε τόσον καιρόν εις την ψυχήν μου και συνέδεσε τόσας σχέσεις προς αυτάς και συγγενείας- βλέπει μίαν ημέρα την κυρά την μηλέα, που εμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου έξαφνα - έξαφνα, τόσον μονάχη και όμως τόσο ξιππασμένη, να της λέγει της μηλιάς «σήκω συ να κάτσω εγώ!». Μπα! είπεν η μηλιά, και πώς γίνετ’ αυτό! Εγώ είμαι εδώ τόσα χρόνια, τον τόπο που κρατώ τον ηύρα αδέσποτο και έκαμα κατοχήν δικαιώματι προτεραιότητος. Και ποια είσαι συ, που έρχεσαι να μου τον πάρεις; Και φώναξε τας σχετικάς της και φίλας της και τας ηρώτησε: Ποιά είναι, παρακαλώ, του λόγου της; Την γνωρίζετε; Όχι, όχι! απάντησαν όλαι ομοφώνως και συνεμάχησαν με την μηλιάν και ήρχισαν να εκδιώκουν την μηλέαν κακήν κακώς έξω! Έξω, ξένη. Δεν ταιριάζεις μαζί μας! Δεν σε γνωρίζομεν! Δεν σε θέλομεν! Τότε η παράστασις της μηλέας ελάμβανεν εις επικουρίαν της την παράστασιν του διδασκάλου, τας παραστάσεις των τιμωριών και εισέρχεται εκ νέου εις την συνείδησίν μου, ως άνθρωπος, όστις θέλει να παρέμβει εις την ιδιοκτησίαν των άλλων διά της αδίκου υποστηρίξεως αστυνομικών οργάνων. Αλλά καταλαμβάνετε ότι ο διδάσκαλος τιμωρεί, όχι όμως και η παράστασίς του· ότι οι ραβδισμοί προξενούν πόνον, όχι όμως και η ανάμνησις των ραβδισμών. Και λοιπόν εξανέστη αφόβως πλέον κατά της τοιαύτης παρεμβάσεως ολόκληρος η ψυχή μου και:
― Έξω! Έξω! έστειλα τους εισβολείς κατά διαβόλου.
Μόνο οσάκις με ηρώτα ο αληθινός διδάσκαλος πώς το λέγουν το δένδρον απεκρινόμην ότι το λέγουν μηλέαν, αφού δα δεν επρόκειτο περί του δένδρου του κήπου μας. Αλλά και τούτο έπαυσε μετ’ ολίγον· διότι και ο αληθινός διδάσκαλος εδιώχθη κακήν κακώς όχι μόνον από του περιεχομένου της ψυχής μου, αλλά και από του χωρίου μας. Ότι μετ’ αυτού έφυγαν και πάντες εκείνοι οι ονομαστικοί θεοί και ήρωες, δι’ ων επλημμύρισε το χωρίον μας, είναι περιττόν να σας το είπω. Εκείνο, το οποίον μας ενδιέφερεν ενταύθα, είναι ότι η μηλιά δεν έγινε μηλέα και ότι εγώ, με όλους εκείνους τους δαρμούς και τα μαλώματα, έμεινα χωρίς να μάθω εν τω σχολείω τι πράγμα είναι η μηλιά!
Όσοι των αναγνωστών της Εβδομάδος ανήκουσιν εις τους αναγινώσκοντας παν οιονδήποτε άρθρον απ’ αρχής μέχρι τέλους δύνανται να διακόψουν ενταύθα την ανάγνωσιν, διότι η ιστορία μου ετελείωσεν. Όσοι όμως έχουσι την κακήν συνήθειαν ν’ αναγινώσκωσι μόνον τους επιλόγους, ας μάθωσι τουλάχιστον εντεύθεν ότι η μανία των θελόντων να διδάσκωσιν ουχί την φύσιν των πραγμάτων, εισάγοντες τα τελευταία υπό τα γνωστά αυτών ονόματα, αλλά αγνώστους λέξεις, δι’ ων απαιτούσι να ονομάζονται άγνωστα πράγματα, καθιστά την ελληνικήν μόρφωσιν σισύφειον μόχθον και καταδικάζει το έθνος εις τον δια πνευματικής ασιτίας χείριστον θάνατον! Δια τούτο το περί ελληνικής γλώσσης είναι, κατ’ εμέ, ως είπον, ουσιωδέστερον παρά το ανατολικόν ζήτημα.
Γεώργιος Βιζυηνός.
Νόμπελ στον «φιλειρηνιστή» Ομπάμα!
Αποκαλύφθηκε, για άλλη μια φορά, η υποκρισία του θεσμού!
Οι Ράμπο για το ...καλό της ειρήνης σφάζουν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν...
«Η χρήση βίας ήταν απολύτως αναγκαία» και ο «πόλεμος ηθικά δικαιολογημένος» δήλωσε με περισσή κυνικότητα, κυνικότητα που θα ζήλευε ακόμη και ο Μακιαβέλι, ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, κατά τη διάρκεια της τελετής για την παραλαβή του βραβείου Νομπέλ «Ειρήνης» για το 2009. Βραβείο που του αποδόθηκε για τις «εξαιρετικές του προσπάθειες να ενισχύσει τη διεθνή διπλωματία και συνεργασία μεταξύ των λαών» όπως έκρινε η Επιτροπή ...Μίλησε ακόμα για την υπεράσπιση της δημοκρατίας που δήθεν υπηρετείται απ' τον πόλεμο στο Αφγανιστάν αφού όπως είπε «οι ΗΠΑ καμία πρόθεση δεν έχουν να καταλάβουν το Αφγανιστάν» ούτε να το μεταβάλλουν σε «προτεκτοράτο». Απλώς οι ΗΠΑ αποστέλλουν δεκάδες χιλιάδες επιπλέον στρατεύματα και ο συνολικός αριθμός θα ξεπεράσει τις 100.000 για να διεξάγουν και κλιμακώσουν τον πόλεμο, γιατί νοιάζονται... για την ειρήνη.
Για την ιστορία τα βραβεία Νόμπελ καθιερώθηκαν το 1895 απ' το Σουηδό χημικό βιομήχανο Αλφρεντ Νόμπελ. Εκτοτε μία πενταμελής επιτροπή απ' τη σουηδική βασιλική ακαδημία επιστημών απονέμει τα ομώνυμα βραβεία οικονομίας, ιατρικής, χημείας και φυσικής. Το βραβείο ειρήνης δίνεται από πενταμελή νορβηγική επιτροπή που εκλέγεται απ' τη νορβηγική βουλή. Αυτό γιατί την εποχή του Νόμπελ (1833 - 1896) η Σουηδία και η Νορβηγία αποτελούσαν τη Σουηδο-νορβηγική Ενωση.
Ειδικά για τα βραβεία ειρήνης στη διαθήκη του Νόμπελ αναφέρεται ρητά πως «πρέπει να δίνονται σε πρόσωπο που έχει κάνει την καλύτερη δουλειά για την αδελφοποίηση των λαών, για την κατάργηση ή μείωση των στρατευμάτων και για την πραγμάτωση ή προώθηση της ειρήνης». Ωστόσο, πολλές απ' τις επιλογές της νορβηγικής ακαδημίας με τελευταία τρανταχτή περίπτωση το βραβείο πρόθεσης...ειρήνης στον Μπ. Ομπάμα δείχνουν τις σκοπιμότητες. Συνήθως επιβραβεύονται προσωπικότητες που προωθούν τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού με τη φενάκη της «ειρήνης». Χαρακτηριστικά «βραβεία ειρήνης» δόθηκαν στον Λεχ Βαλέσα (1983), Βίλι Μπραντ (1971), στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ (για την ανατροπή του σοσιαλισμού το 1990), στον όψιμο «οικολόγο» πρώην αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Αλ Γκορ (2007), στον Φινλανδό «διπλωμάτη» - «ειρηνοποιό» της Νέας Τάξης Πραγμάτων, Μάρτι Αχτισαάρι (2008) κ.λπ. Πού και πού δίνονται σαν άλλοθι βραβεία ειρήνης και σε ανθρώπους όπως ο Νέλσον Μαντέλα.
Σχολιάζοντας την απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Μπ. Ομπάμα, η ΕΕΔΥΕ (Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη)σημειώνει σε ανακοίνωσή της: «Τα βραβεία Νόμπελ κάθε μορφής, έχουν πριν από πολύ καιρό απομυθοποιηθεί. Η λειτουργία της επιτροπής των βραβείων αυτών έχει αποδείξει ότι βασικό κριτήριο της απονομής του είναι η εκάστοτε σκοπιμότητα και όχι η αξία και η προσφορά των βραβευομένων (χτυπητή περίπτωση η απόρριψη της υποψηφιότητας του Ν. Καζαντζάκη και του Γ. Ρίτσου).
Η πιο χτυπητή περίπτωση είναι η απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Μπάρακ Ομπάμα, μολονότι συνεχίζει ευρείας έκτασης πολεμικές επιχειρήσεις σε δύο χώρες (Ιράκ, Αφγανιστάν) και απειλεί να επεκτείνει τη "φιλειρηνική" του δραστηριότητα και εναντίον άλλων χωρών της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.
Για όσους διατηρούσαν μερικές αμφιβολίες, η ημέρα της απονομής του παραπάνω βραβείου στον Ομπάμα γελοιοποίησε πλήρως τη σχετική απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας, γιατί συμπίπτει με την απόφαση του Ομπάμα για αποστολή 30.000 στρατιωτών στο μέτωπο του Αφγανιστάν, για να προστεθούν στο υπάρχον εκεί εκστρατευτικό σώμα, που με καθημερινούς βομβαρδισμούς (αεροπορίας και πυροβολικού) ισοπεδώνουν πόλεις και χωριά της ταλαίπωρης αυτής χώρας και σκορπίζουν το θάνατο σε χιλιάδες άμαχους (άντρες, γυναίκες και παιδιά).
Με τα δεδομένα αυτά, η απονομή του βραβείου ειρήνης στον Πρόεδρο της χώρας που βαρύνεται με τα φοβερά αυτά εγκλήματα πολέμου, αποτελεί το σκάνδαλο του αιώνα και την απομυθοποίηση των βραβείων Νόμπελ, τα οποία πρέπει να απονέμονται με βάση την αξιοκρατία και όχι τις σκοπιμότητες ή να καταργηθούν για να μην παραπλανάται η Διεθνής Κοινή Γνώμη για σοβαρότατα θέματα της επιστήμης και της πορείας της ανθρωπότητας».
Οι τέσσερις ελληνικές πτωχεύσεις ...
Από τη χρεοκοπία του 1827, προτού γεννηθεί ακόμη το ελληνικό κράτος, στο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη το 1893 και στην οικονομική κατάρρευση του 1932!
Αν εξαιρέσει κανείς την Κατοχή, στη διάρκεια της οποίας η χώρα υποχρεώθηκε για υπέρτερους λόγους σε παύση πληρωμών, έχουν περάσει 77 χρόνια από την τελευταία φορά που η λέξη «χρεοκοπία» ακούστηκε στην Ελλάδα τόσο πολύ όσο αυτές τις ημέρες. Ηταν η χρονιά της τελευταίας από τις τέσσερις ελληνικές πτωχεύσεις των ετών 1827, 1843, 1893 και 1932. Πτωχεύσεις που οφείλονταν στην αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει έναν υπέρμετρο και πανάκριβο εξωτερικό δανεισμό και λύνονταν με ακόμη μεγαλύτερο και επαχθέστερο δανεισμό δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που έσπασε μόλις στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Και που είχαν σχεδόν πάντα μια έμμεση ή άμεση σχέση με την εθνική κυριαρχία, όπως προς γενική έκπληξη ανέφερε προ ημερών στο Υπουργικό Συμβούλιο ο πρωθυπουργός κ. Γ. Παπανδρέου. Γιατί; Οχι μόνο επειδή σε πτώχευση δεν μπορείς να ασκήσεις εξωτερική πολιτική, όπως διευκρίνισε μετά ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Θόδωρος Πάγκαλος, αλλά επειδή ιστορικά οι περισσότερες πτωχεύσεις συναρτήθηκαν με την εθνική ολοκλήρωση.
1827: Τα δάνεια που δεν έφτασαν ποτέ.
Ο αγώνας του 1821 υπήρξε μια καταπληκτική ευκαιρία για τις αγγλικές τράπεζες. Ενώ δάνεισαν τους επαναστάτες με ονομαστικά δάνεια συνολικού ύψους 2.800.000 λιρών της εποχής, τελικά μόνο το 20% του ποσού έφτασε στον σκοπό του. Ετσι η πρώτη πτώχευση έρχεται νωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους καθώς το 1827 δηλώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων αφού δεν είχαν καν εισπραχθεί. Η πτώχευση ίσως συνδέεται ακόμη και με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου που έγινε την ίδια χρονιά έπειτα από μυστική συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων, που έτσι διέσωσαν την ελληνική επανάσταση οδηγώντας τελικά στη δημιουργία κράτους, από το οποίο και θα μπορούσαν κάποτε να εισπράξουν.
1843: Εξαγοράζοντας την Αττική με δάνειο.
Και πράγματι εισέπραξαν. Εισέπραξαν μάλιστα τόσο πολύ που το 1843 οδήγησαν στη δεύτερη πτώχευση. Αφού το Λονδίνο και το Παρίσι πρώτα αρνήθηκαν να δανείσουν τον (κατ΄ αυτούς ρωσόφιλο) Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος για να κάνει το κράτος να λειτουργήσει έβαλε χρήματα από την προσωπική του περιουσία και εξέδωσε τα πρώτα ακάλυπτα ελληνικά χαρτονομίσματα, στη συνέχεια δάνεισαν τον Οθωνα με 60 εκατ. φράγκα, από τα οποία τα 33 εκατ. πήγαν αμέσως για την αποπληρωμή των «Δανείων της ανεξαρτησίας». Και τα υπόλοιπα; Οπως γράφει ο Αγγελος Αγγελόπουλος στο Δημόσιον χρέος της Ελλάδος (εκδόσεις Ζαχαρόπουλου, Αθήναι, 1937), δόθηκαν «12,5 εκατομμύρια διά την εξαγοράν από μέρους της Τουρκίας των επαρχιών Αττικής, Ευβοίας και μέρους της Φθιώτιδος και 7,5 εκατομμύρια διά την συντήρησιν των βαυαρικών στρατών». Οι Μεγάλες Δυνάμεις άλλαζαν σταδιακά τον χάρτη, η Ελλάδα αγόραζε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία πουλούσε και οι διεθνείς τραπεζίτες ήταν ευτυχείς...
Από το 1893 στο 1898: Ολα τόσο γνώριμα.
Για μεγάλο διάστημα επικράτησε ο εσωτερικός δανεισμός και ο εξωτερικός υποχώρησε αισθητά, μέχρι που από το 1879 ξεκινά μια δωδεκαετία ραγδαίας αύξησής του που οδήγησε τη χώρα στα 1893 να χρωστά στο εξωτερικό 585,4 εκατ. φράγκα και να πτωχεύει για τρίτη φορά διά στόματος (αλλά όχι εξαιτίας του) Χαριλάου Τρικούπη.
Τα χρήματα έχουν και πάλι χρησιμοποιηθεί για εξυπηρετήσεις παλαιών δανείων, έχουν επενδυθεί σε μια ανάπτυξη υποδομών πρωτοφανών για τη χώρα, ενώ διάφορες δράσεις «εθνικής αποκαταστάσεως», όπως εξαγορές και άλλων επαρχιών στη Θεσσαλία ή χρηματοδότηση του «Κρητικού ζητήματος» και προμήθειες πολεμικού υλικού, απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των δανείωναπό αυτό που έφτασε στη χώρα, καθώς το 35% υπολογίζεται ότι δεν έφτασε ποτέ... Ετσι ο δανεισμός είναι τόσο επαχθής που η πτώχευση είναι αναπόφευκτη. Και όχι μόνο ο εξωτερικός: από τα τέλη του 1868 η Εθνική Τράπεζα βρίσκεται σε οξύτατη σύγκρουση με την κυβέρνηση για το θέμα της χρηματοδότησης του κρητικού αγώνα, καθώς οι όροι δανεισμού που προτείνει το κράτος κρίνονται απαράδεκτοι από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας- τη δραματική σύγκρουση εξιστορεί αναλυτικά ο Νίκος Σ. Παντελάκης στο βιβλίο του Δημόσια Δάνεια (εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1995).
Τη δεκαετία του 1880 η Ελλάδα είχε επιχειρήσει τον μεγάλο εκσυγχρονισμό της με προγράμματα δημοσίων επενδύσεων που υπερέβαιναν κατά πολύ τις δυνάμεις της. Κυρίως είχαν συναφθεί δάνεια με σκοπό την εκτεταμένη κατασκευή σιδηροδρόμων στο δίκτυο ΠειραιώςΑθηνών- Πελοποννήσου και ενός εξίσου φιλόδοξου οδικού δικτύου. Η χώρα άρχισε να νιώθει ισχυρή, αλλά την πιο ακατάλληλη στιγμή περνά σε λάθος χέρια: από τον Τρικούπη της ανάπτυξης στον Δηλιγιάννη του φαύλου δημαγωγικού εθνικισμού. Την ίδια εποχή αυξάνεται δραματικά και ο πολύ ακριβός εξωτερικός καταναλωτικός δανεισμός που συμβάλλει κι αυτός στη δημιουργία μιας ψυχολογίας ισχύος σε γυάλινα πόδια. Δυστυχώς, όλα μοιάζουν τόσο γνώριμα...
Ετσι το 1897 η χώρα νιώθει πια έτοιμη για πόλεμο. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Τούρκοι φτάνουν περίπου έξω από τη Λαμία και οι Μεγάλες Δυνάμεις τούς ανακόπτουν την πορεία. Την επομένη του «Ατυχούς πολέμου», χωρίς να υπάρξει «τυπική» πτώχευση, οι δυνάμεις εγκαθιστούν Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο στη χώρα. Η ειρήνη κοστίζει στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, και 4 εκατ. λίρες ως πολεμικές αποζημιώσεις.
1932: Η ήττα του ΄22 και το κραχ του ΄29.
Τον Μάρτιο του 1910 συνάπτονται νέα δάνεια για νέα έργα. Ο νόμος περί «Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου» που τηρείται ευλαβικά επί δύο δεκαετίες παραβιάζεται για πρώτη φορά το 1920 με την έκδοση 600 εκατ. δρχ. που ακολουθούνται από άλλα 500 εκατ. το 1921 και από ακόμη 550 εκατ. το 1922- ήταν όλα για τις ανάγκες του πολέμου. Παρά την ήττα όμως στη Μικρά Ασία, η πτώχευση έχει αποφευχθεί με το Α΄ Αναγκαστικό Δάνειο που επιβάλλεται από τον υπουργό Οικονομικών Π. Πρωτοπαπαδάκη, ο οποίος κόβει στη μέση τα χαρτονομίσματα, κρατά το ένα μέρος στην κυκλοφορία και ανταλλάσσει το άλλο με τίτλους εσωτερικού δανείου (κάπως έτσι σώζει την Ελλάδα από μια άλλη επικείμενη πτώχευση στη δεκαετία του 1950 και ο Σπύρος Μαρκεζίνης με το «κόψιμο των τριών μηδενικών» και την εισαγωγή της «νέας» δραχμής της σταθεροποίησης). Στην αποφυγή της πτώχευσης το ΄22 συμβάλλει και το δάνειο υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών για τους πρόσφυγες.
Μπορεί η ήττα του ΄22 να μη φέρνει πτώχευση, αλλά οι ανάγκες αναδιοργάνωσης του στρατού και περίθαλψης των προσφύγων οδηγούν σε νέο υπερβολικό εξωτερικό δανεισμό καθώς στην Ελλάδα κεφάλαια δεν υπάρχουν. Το κρεσέντο του δανεισμού πηγαίνει ως το κραχ του 1929, όταν το διαδέχεται η βίαιη διεθνής ύφεση. Τελικά, τον Μάρτιο του 1931, λίγο πριν από την τελευταία πτώχευση του 1932, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση προϋπολογισμού του υπουργού Οικονομικών καθηγητή Βερβαρέσσου, η Ελλάδα χρωστάει στο εξωτερικό 2,868,1 εκατ. χρυσά φράγκα. Η πτώχευση είναι και πάλι μοιραία...
Ο τελικός διακανονισμός όλων των προπολεμικών χρεών της Ελλάδας έγινε από τον Σπύρο Μαρκεζίνη στα 1952-53. Η πρωτοφανής ανάπτυξη και η αυστηρή συγκράτηση δαπανών της πρώτης οκταετίας Καραμανλή συμμάζεψαν οριστικά τα δημόσια οικονομικά και οι τελικές πληρωμές εκείνων των δανείων ολοκληρώθηκαν μόλις το 1967. Και τώρα ο εφιάλτης επιστρέφει, αν και με αίτια πολύ πιο ταπεινά...
Γεώργιος Π. Μαλούχος
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ!
Ραδιοφωνική ομιλία του Τσε Γκεβάρα.
Πηγή: «Κείμενα», Σύγχρονη Εποχή 1988.
Μετάφραση: Χρ. Πάντζου.
HTML μορφοποίηση: Mike B.
Αρχίζοντας μια ομιλία σαν κι αυτήν, απευθύνω, φυσικά, το χαιρετισμό μου σε όλους τους ακροατές της Κούβας, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα, τη σημασία αυτής της λαϊκής διαπαιδαγώγησης, που αφορά άμεσα όλες τις μάζες των εργατών μας, αλλά και των αγροτών μας. Με την ομιλία μου επιδιώκω να εξηγήσω τις αλήθειες της επανάστασης, απογυμνώνοντας την απ’ όλα τα υποκατάστατα μιας γλώσσας που κατασκευάστηκε ειδικά για να αποκρυφτεί η αλήθεια.
Έχω την τιμή να εγκαινιάζω τον κύκλο των ομιλιών. Κανονικά αυτό θα ’πρεπε να γίνει από τον σύντροφο Ραούλ Κάστρο, αλλά επειδή πρόκειται για οικονομικά θέματα, μου ανέθεσε να μιλήσω εγώ στη θέση του. Εμείς που είμαστε οι στρατιώτες της επανάστασης άμεσα εκτελούμε έργα που το καθήκον μας επιβάλλει και συχνά είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε στην εκτέλεση ορισμένων, για τα οποία, το ολιγότερο που μπορώ να πω είναι, πως δεν έχουμε την ιδανική κατάρτιση. Μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι και η σημερινή: Οφείλω να εξηγήσω με απλές λέξεις και με κατανοητές για όλους ιδέες, την τεραστία σημασία του θέματος της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής ανεξαρτησίας. Πρέπει επίσης να τους ξεκαθαρίσω, γιατί αυτοί οι δυο στόχοι είναι πολύ στενά συνδεδεμένοι. Ο ένας μπορεί κάποτε να προηγείται του αλλού, όπως συνέβη μια ορισμένη στιγμή στην Κούβα, αλλά κανονικά πηγαίνουν πάντα ζευγαρωμένοι και πρέπει να συναντηθούν, είτε θετικά όπως στην Κούβα που, αφού επέτυχε την πολιτική της ανεξαρτησία, αφιερώνεται αμέσως στο να επιτύχει και την οικονομική, είτε αρνητικά στην περίπτωση των χωρών που επιτυγχάνουν την πολιτική τους ανεξαρτησία ή αποβλέπουν σ’ αυτήν και που στην αδυναμία τους να εξασφαλίσουν την οικονομική τους ανεξαρτησία, αφήνουν την πολιτική τους ανεξαρτησία να αδυνατίσει, μέχρι που την χάνουν ολοκληρωτικά. Το επαναστατικό μας καθήκον, σήμερα, δεν πρέπει να ασχολείται μόνον με το φορτωμένο από απειλές παρόν μας. Πρέπει να σκεφτόμαστε επίσης και το μέλλον.
Το σύνθημα μας τούτη την ώρα πρέπει να είναι ο προγραμματισμός. Ο συνειδητός και έξυπνος προγραμματισμός όλων των προβλημάτων που θα τεθούν για την Κούβα στο μέλλον. Δεν πρέπει να αποβλέπουμε αποκλειστικά στην απάντηση, στην αντεπίθεση μιας άμεσης ίσως επίθεσης: οφείλουμε να κάνουμε μια γερή προσπάθεια προκείμενου να επεξεργαστούμε ένα σχέδιο που θα μας επιτρέψει να προβλέψουμε το μέλλον. Οι άνθρωποι της επανάστασης πρέπει να εκπληρώσουν τον προορισμό τους απόλυτα συνειδητά. Αλλά δεν αρκεί να γίνει αυτό μόνο από κείνους που έκαναν την Επανάσταση. Ολόκληρος ο λαός της Κούβας πρέπει να καταλάβει απόλυτα ποιες είναι όλες οι επαναστατικές αρχές και να ξέρει πως πέρα από τούτο το παρόν, για το οποίο ορισμένοι αμφιβάλλουν, ένα ευτυχισμένο κι ένδοξο μέλλον μας περιμένει. Στην πραγματικότητα είμαστε μεις που βάλαμε την πρώτη πέτρα της ελευθέριας στην Αμερική, γι’ αυτό κι ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι τόσο σημαντικό: όλοι, όσοι έχουν ένα μήνυμα, πρέπει να το γνωστοποιήσουν. Το ’χουμε ξαναπεί: Κάθε φορά που ο πρωθυπουργός μας εμφανίζεται στην Τηλεόραση μας δίνει ένα μεγαλειώδες μάθημα, που μόνον ένας παιδαγωγός της ποιότητας του μπορεί να δώσει. Αλλά και γι’ αυτή την περίπτωση έχουμε προγραμματίσει την εκπαίδευση μας και θέλουμε να την χωρίσουμε σε ειδικά θέματα και να μην αρκούμαστε μόνο σε απαντήσεις συνεντεύξεων. Και τώρα ας έλθουμε στο θέμα μας που αφορά, όπως λίγο πριν είπαμε, την πολιτική εξουσία και την οικονομική ανεξαρτησία.
Πριν μιλήσουμε για τις προσπάθειες που πραγματοποιεί η Επανάσταση αυτή τη στιγμή, προκείμενου αυτοί οι δυο στόχοι να γίνουν πραγματικότητα, θα εξηγήσω για σας τούτες τις δυο έννοιες που πρέπει πάντα να συμπορεύονται. Οι ορισμοί δεν είναι ποτέ ικανοποιητικοί. Αποβλέπουν πάντα να παγώσουν τους στόχους και να τους νεκρώσουν, αλλά πρέπει να δώσουμε τουλάχιστον μια γενική ιδέα αυτών των δυο δίδυμων στόχων. Μερικοί δεν καταλαβαίνουν (ή δεν θέλουν να καταλάβουν, που κάνει το ίδιο) σε τι συνίσταται η εξουσία, και πανικοβάλλονται, όταν παραδείγματος χάριν η χώρα μας υπογράφει μια συμφωνία (στην οποία, εν παρένθεση, είχα την τιμή να συμμετέχω) όπως η εμπορική συμφωνία με την Σοβιετική Ένωση. Ο αγώνας για την εξουσία έχει προηγούμενα στην ιστορία της Αμερικής. Για να μην πάμε πολύ μακριά, αυτές τις μέρες, δυο μέρες πριν για την ακρίβεια, ήταν η επέτειος της απαλλοτρίωσης των εταιριών πετρελαίων του Μεξικού, από την κυβέρνηση του Λάζαρο Καρντενα. Εμείς, οι νέοι, ήμασταν τότε παιδια. Πάνε είκοσι χρόνια από τότε και δεν μπορούμε να διανοηθούμε τι πλήγμα ήταν, ένα παρόμοιο πλήγμα με το τωρινό, για την Αμερική. Πάντως οι όροι και οι μομφές ήταν οι ίδιες με κείνες που η Κούβα θα υποστεί σήμερα, ίδιες με κείνες που υπέστη η Γουατεμάλα πριν λίγο καιρό και που την έζησα προσωπικά. Είναι οι ίδιες που πρέπει να υποστούν στο μέλλον όλες οι χώρες που θα βαδίσουν αποφασιστικά σ’ αυτό το δρόμο της λευτεριάς. Μπορούμε να πούμε σήμερα, σχεδόν χωρίς υπερβολή, ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις του Τύπου και οι εκπρόσωποι των Ην. Πολιτειών δίνουν τον τόνο της σημασίας και της εντιμότητας μιας ιθύνουσας χώρας. Αρκεί ν’ αντιστρέψουμε τους όρους. Όσο περισσότερο βάλλεται ένας πρωτοπόρος, τόσο καλύτερος είναι χωρίς αμφιβολία. Κι έχουμε σήμερα το προνόμιο να είμαστε η χώρα και η κυβέρνηση που μας χτυπούν αμείλικτα. Αυτό το ρεκόρ δεν περιορίζεται στο παρόν. Μπορούμε να πούμε πως είμαστε οι πλέον βαλλόμενοι στην ιστορία της Αμερικής, περισσότερο και από τη Γουατεμάλα, ίσως ακόμη και από το Μεξικό του ’38 ή του ’36, όταν ο στρατηγός Καρντένα διέταξε την εθνικοποίηση. Την εποχή εκείνη το πετρέλαιο έπαιζε σημαντικό ρόλο: Η ζάχαρη σήμερα παίζει τον ίδιο ρόλο σε μας: μιας μονοκαλλιέργειας προορισμένης για μια μοναδική αγορά.
«Όχι χώρες χωρίς ζάχαρη» ουρλιάζουν οι εκπρόσωποι της αντίδρασης. Και πιστεύουν πως αν η αγορά διακόψει και δεν αγοράζει τη ζάχαρη μας θα καταρρεύσουμε τελείως. Λες κι αυτή η αγορά που αγοράζει τη ζάχαρη μας το ’κάνε μόνο και μόνο από την έγνοια της να μας βοηθήσει. Για αιώνες οι ιδιοκτήτες των σκλάβων κρατούσαν στα χέρια τους την πολιτική δύναμη και μετά απ’ αυτούς οι φεουδάρχες. Και για να διευκολύνονται οι πόλεμοι κατά των έχθρων και κατά των επαναστάσεων των καταπιεσμένων, μεταβίβαζαν τα προνομία τους σ’ έναν απ’ αυτούς, αυτόν που τους ενσάρκωνε όλους, τον πιο αποφασισμένο, τον πιο σκληρό μάλιστα, που γινόταν ο βασιλιάς, κυρίαρχος και δεσπότης, που επέβαλε βαθμιαία τη θέληση του στη διάρκεια ιστορικών περιόδων, ωσότου την έφτανε στο απόλυτο.
Δεν θα ανατρέξουμε φυσικά σ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία και εξ αλλου ο καιρός των βασιλιάδων είναι αμετάκλητα τελειωμένος. Δεν μένουν παρά λίγα δείγματα στην Ευρώπη. Ο Φουλγκενσιο Μπατιστα δεν διανοήθηκε ποτέ να βαφτιστεί σε Φουλγκένσιο τον 1ο, αρκούσε να τον αναγνωρίσει σαν πρόεδρο κάποιος ισχυρός γείτονας και οι αξιωματικοί του στρατου, οι αφεντάδες δηλαδή των φυσικών δυνάμεων, των υλικών δυνάμεων, των εργαλείων του θανάτου, να τον σεβαστούν και να τον υποστηρίξουν σαν τον πιο δυνατό ανάμεσα τους, αναγνωρίζοντας τον σαν τον πιο σκληρό και σαν τον καλύτερα προστατευόμενο από τους ξένους φίλους.
Τώρα υπάρχουν βασιλιάδες χωρίς στέμματα: είναι τα μονοπώλια, αληθινοί αφέντες ολόκληρων χωρών, ακόμα και ηπείρων, σαν την περίπτωση της Αφρικής, ενός γερου τμήματος της Ασίας και δυστυχώς επίσης της Αμερικής μας. Κατά καιρούς προσπάθησαν να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Όπως ο Χίτλερ, ο εκπρόσωπος των μεγάλων γερμανικών μονοπωλίων, που προσπάθησε να επιβάλει την ιδέα της ανωτερότητας μιας φυλής στον κόσμο, με έναν πόλεμο που στοίχισε τη ζωή 40 εκατομμυρίων ανθρώπινων υπάρξεων. Η σημασία των μεγάλων μονοπωλίων είναι τεραστία. Σε σημείο που να εξουδετερώνει την πολιτική ισχύ σε πολλές από τις δημοκρατίες μας. Πριν μερικά χρόνια διάβαζα ένα δοκίμιο του Παπινι, όπου ο ήρωας του, ο Γκογκ, αγοράζει μια δημοκρατία και λέει πως σκέπτεται να έχει πρόεδρο, βουλή, στρατο και αισθάνεται άρχοντας, ενώ στην πραγματικότητα έχει αγοράσει το αρχοντιλικι. Αυτή η καρικατούρα είναι απόλυτα ακριβής: υπάρχουν δημοκρατίες που έχουν όλα τα τυπικά στοιχεία για να είναι τέτοιες και που στην πραγματικότητα εξαρτώνται από την θέληση της πανταχού παρούσας Εταιρίας Φρούτων, από την Στάνταρτ Όιλ ή από ένα μονοπώλιο πετρελαίων κι άλλες πάλι από τον βασιλιά του κασσίτερου ή από τους μεγαλέμπορους των καφέδων (και δεν δίνω ’δω παρά αμερικανικά παραδείγματα, για να μη μιλήσουμε για την Αφρική ή την Ασία). Με αλλά λόγια η πολιτική κυριαρχία είναι ένας όρος που δεν πρέπει να προσπαθούμε να εξηγήσουμε με επιφανειακούς ορισμούς. Πρέπει να εμβαθύνουμε περισσότερο και να ερευνούμε τις ρίζες. Όλες οι συνθήκες, όλοι οι κώδικες των νομών επιβεβαιώνουν ότι η εθνική πολιτική κυριαρχία είναι μια ιδέα αδιαχώριστη από την έννοια του κυρίαρχου Κράτους, του μοντέρνου Κράτους. Αν δεν συνέβαινε αυτό, ορισμένες δυνάμεις δεν θα αισθάνονταν την υποχρέωση να αποκαλούν τις αποικίες τους ελευθέρα συνεταιρικά Κράτη προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να καμουφλάρουν την αποικιοποιηση με άλλους όρους. Το εσωτερικό καθεστώς του κάθε λαού που του επιτρέπει να εξασκεί την εξουσία του περισσότερο ή λιγότερο απόλυτα, είναι ένα θέμα που πρέπει να ρυθμίζεται απ’ αυτόν τον ίδιο το λαό. Αλλά εθνική κυριαρχία, κατ’ αρχήν, εξασφαλίζει σε μια χώρα το δικαίωμα να αρνείται οποιαδήποτε επέμβαση που θέτει σε κίνδυνο την ύπαρξη της, καθώς και το δικαίωμα να διαλέγει τον τρόπο της διακυβέρνησης που της ταιριάζει καλύτερα. Αυτό εξαρτάται από τη θέληση της και ο λαός της είναι ο μόνος που μπορεί ν’ αποφασίσει αν μια κυβέρνηση πρέπει ή όχι να αλλάξει. Άρα όλες αυτές οι αρχές περί πολιτικής και εθνικής ισχύος δεν είναι παρά κούφια λόγια, όταν δεν συνοδεύονται από οικονομική ανεξαρτησία.
Είπαμε στην αρχή ότι η πολιτική κυριαρχία και οικονομική ανεξαρτησία συμβαδίζουν. Μια χώρα που δεν έχει δική της οικονομία και στην οποία εισβάλλουν ξένα κεφαλαία δεν μπορεί να ξεφύγει από την κηδεμονία της χώρας απ’ όπου εξαρτάται. Και επί πλέον δεν μπορεί να επιβάλει τη θέληση της, αν βρεθεί σε αντίθεση με τα συμφέροντα της χώρας που την εξουσιάζει οικονομικά. Αυτό δεν είναι ακόμη πολύ ξεκάθαρο για τους Κουβανέζους και πρέπει να επιμείνω κι άλλο στο θέμα. Οι βάσεις της πολιτικής κυριαρχίας που θεμελιώσαμε την 1η του Γενάρη του 1959 δεν θα σταθεροποιηθούν απόλυτα παρά μόνον όταν θα έχουμε επιτύχει μιαν απόλυτη οικονομική ανεξαρτησία. Και μπορούμε να πούμε πως βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, αν κάθε μέρα λαμβάνουμε κι ένα μέτρο που εξασφαλίζει την οικονομική μας ανεξαρτησία. Αν τα κυβερνητικά μέτρα διακόψουν αυτή την πρόοδο ή κάνουν έστω κι ένα βήμα προς τα πίσω, όλα χάνονται και ξαναγυρίζουμε αμετάκλητα στο σύστημα της αποικιοποιησης λίγο πολύ συγκαλυμμένα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας και της κάθε κοινωνικής στιγμής.
Είναι πια πολύ δύσκολο να πνίξεις την πολιτική εξουσία μιας χώρας με την καθαρή και απροσχημάτιστη βία. Τα δυο τελευταία παραδείγματα είναι η απάνθρωπη και συμφωνημένη επίθεση των Γάλλων αποικιοκρατών στο Πορτ-Σαιντ της Αιγύπτου και η απόβαση των βόρειο-αμερικανικών στρατευμάτων στο Λίβανο. Πάντως οι Ην. Πολιτείες δεν στέλνουν πια το ναυτικό τους τόσο ατιμωρητί όσο άλλοτε και είναι πολύ πιο εύκολο να εξυφάνουν ένα δίκτυο ψευδολογιών, παρά να καταλάβουν μια χώρα μόνο και μόνο γιατί τα οικονομικά συμφέροντα κάποιων μονοπωλίων ζημιώθηκαν. Είναι δύσκολο να καταλάβεις μια χώρα που διεκδικεί το δικαίωμα να εξασκήσει την κυριαρχία της σε καιρούς όπου όλοι οι λαοί θέλουν να ακούγεται η φωνή και η ψήφος τους. Και δεν είναι εύκολο να αποκοιμίσεις την κοινή γνώμη της εν λόγω χώρας κι ολόκληρου του κόσμου. Χρειάζεται μια τεραστία προσπάθεια προπαγάνδας προκείμενου να προετοιμάσεις το έδαφος ώστε η παρέμβαση να φανεί λιγότερο αισχρή.
Αυτό ακριβώς έκαναν και με μας. Πρέπει πάντα και κάθε φορά που μας δίδεται η ευκαιρία να υπογραμμίζουμε ότι όλα ετοιμάζονται και γίνεται το παν για να υποδουλωθεί η Κούβα με οποιονδήποτε τρόπο και ότι δεν εξαρτάται παρά από μας να μη συμβεί αυτή η επίθεση. Αλλά εμείς πρέπει να δυναμώσουμε τη συνείδηση μας με τέτοιο τρόπο ώστε αν θελήσουν να μας επιτεθούν απ’ ευθείας με συμπατριώτες μας να ξέρουν πως θα το πληρώσουν τόσο ακριβά ώστε να μην τολμήσουν να το κάνουν. Ετοιμάζονται να συντρίψουν αυτή την Επανάσταση, πνίγοντας την στην ανάγκη και στο αίμα, αν χρειαστεί, μόνο και μόνο γιατί πήραμε το δρόμο της οικονομικής μας ελευθέριας, μα και γιατί δίνουμε το παράδειγμα των μέτρων που τείνουν στην απελευθέρωση της χώρας μας, προσπαθώντας να επιτύχουμε ώστε να συναντηθεί το επίπεδο της οικονομικής μας ελευθέριας με την σημερινή μας πολιτική ελευθέρια και ωριμότητα.
Πήραμε την πολιτική εξουσία και αρχίσαμε τον αγώνα για την απελευθέρωση μας μ’ αυτή την εξουσία γέρα στερεωμένη στα χέρια του λαού. Ο λαός δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί την κυριαρχία αν δεν υπάρχει μια εξουσία που να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα και στις προσδοκίες του. Λαϊκή εξουσία δεν σημαίνει μονάχα το ότι τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, η αστυνομία, τα δικαστήρια και όλα τα όργανα της κυβέρνησης πρέπει να βρίσκονται στα χέρια του λαού. Σημαίνει επίσης πως και τα όργανα της οικονομίας πρέπει κι αυτά να περάσουν στα χέρια του λαού. Η επαναστατική κυβέρνηση (ή η πολιτική κυριαρχία) είναι το όργανο για την οικονομική κατάκτηση προκείμενου να εδραιωθεί απόλυτα η εθνική κυριαρχία. Στην περίπτωση της Κούβας, αυτό σημαίνει ότι η επαναστατική κυβέρνηση είναι το όργανο που θα επιτρέψει στους Κουβανούς να κυβερνούν την Κούβα στην κυριολεξία, δηλαδή από την πολιτική μέχρι και την διαχείριση του πλούτου της γης μας και της βιομηχανίας μας. Δεν μπορούμε ακόμα να διακηρύξουμε πάνω από τους τάφους των μαρτύρων μας πως η Κούβα έγινε οικονομικά ανεξάρτητη. Και δεν μπορεί να γίνει, όσο ένα πολεμικό αγκυροβολημένο στις Ην. Πολιτείες, αρκεί για να παραλύσει ένα εργοστάσιο στην Κούβα, όσο μια οποιαδήποτε εντολή των μονοπωλίων αρκεί για να ακινητοποιήσει ένα κέντρο εργασίας. Η Κούβα θα είναι ανεξάρτητη όταν θα ’χει αξιοποιήσει όλες της τις δυνατότητες, όλον της τον φυσικό πλούτο και όταν θα έχει βεβαιωθεί, δια των εμπορικών συμφωνιών της με τον κόσμο ολόκληρο, ότι καμία μονόπλευρη ενέργεια μιας οποιασδήποτε δύναμης δεν μπορεί να την εμποδίσει να διατηρήσει τον ρυθμό της παραγωγής της, σε όλα της τα εργοστάσια και σ’ όλες της τις εξορμήσεις μέσα στα πλαίσια του προγραμματισμού που έχουμε θεμελιώσει. Μπορούμε μονάχα να πούμε ότι η πολιτική κυριαρχία, που είναι το πρώτο βήμα, καταχτήθηκε την ημέρα που η λαϊκή δύναμη θριάμβευσε, την ημέρα που η επανάσταση νίκησε, την 1η του Γενάρη του 1959.
Αυτή η ημερομηνία επαληθεύεται καθημερινά σαν το ξεκίνημα μιας εξαιρετικής χρονιάς στην ιστορία της Κούβας, καθώς επίσης και σαν το ορόσημο μιας καινούργιας εποχής. Έχουμε τη φιλοδοξία να πιστεύουμε πως δεν πρόκειται για ένα καινούργιο ορόσημο μόνο για την Κούβα, αλλά για ολόκληρη την Αμερική. Για την Κούβα, αυτή η 1η του Γενάρη είναι το τέλος της 26ης Ιουλίου 1953 και της 12ης Αυγούστου 1933, όπως της 24ης Φεβρουάριου 1895 ή της 10ης του Οκτώβρη του 1868.. Αλλά είναι ακόμα και για την Αμερικανική μια ένδοξη ημερομηνία. Μπορεί να είναι η προέκταση εκείνης της 25ης Μάιου 1809 όπου ο Μουρίλλο ξεσηκώθηκε στο Άνω Περού ή της 25ης Μάιου 1810 ημερομηνία της Συνέλευσης του Μπουένος Άιρες ή οποιασδήποτε άλλης ημερομηνίας που σημαδεύει το ξεκίνημα του αγώνα του αμερικανικού λαού για την πολιτική του ανεξαρτησία στον 20ο αιώνα.
Αυτή η 1η του Γενάρη που τόσα στοίχισε στο λαό της Κούβας συνοψίζει τους αγώνες πολλών Κουβανέζικων γενεών, μετά τη διαμόρφωση του έθνους, για την κυριαρχία, την πατρίδα, την ελευθέρια και την καθολική, οικονομική και πολιτική ανεξαρτησία της Κούβας. Δεν πρέπει πλέον να περιορίζουμε τη σημασία αυτής της ημερομηνίας σε ένα αιματηρό επεισόδιο, θεαματικό, ούτε καν αποφασιστικό, αλλά σε μια μόνη στιγμή στην ιστορία της Κούβας, γιατί η 1η του Γενάρη είναι η μέρα του θανάτου του δεσποτικού καθεστώτος του Φουλγκένσιο Μπατίστα, καθώς επίσης και η ημερομηνία που γεννήθηκε η πραγματική ελευθέρια πολιτικά ελεύθερη και κυρίαρχη και που υιοθετεί σαν ανώτατο νόμο της την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Αυτή η 1η Γενάρη αντιπροσωπεύει τον θρίαμβο όλων των προηγούμενων μαρτύρων μας, του Χοσέ Μαρτί Αντόνιο Μασέο, του Μαξίμο Γκομέθ, Καλίξτο Γκαρθία, Μονκάντα ή Χουάν Γκουαλμπέρτο Γκομέθ και τους προηγουμενους απ’ αυτούς Ναρσίζο Λόπεθ, Ιγνάθιο Αγκναμόντε και Κάρλος Μανουέλ ντε Σεσπέδες που τους ακολούθησε μια πλειάδα μαρτύρων για την ιστορία της δημοκρατίας μας, τους Μέλλα, τους Γκουιτέρας, τους Φρανκ Παϊς, τους Χοσέ Αντόνιο Ετσεβέρια και τους Καμίλο Σιενφουέγκος.
Ο Φιντέλ είχε απόλυτη συνείδηση, όπως πάντα, από τη στιγμή που δόθηκε ολοκληρωτικά στους αγώνες για το λαό του, για το μέγεθος και την επαναστατική άξια και την επισημότητα αυτής της ημερομηνίας που έκανε πραγματικότητα τον μαζικό ηρωισμό ενός ολόκληρου λαού: αυτού του θαυμαστού Κουβανέζικου λαού απ’ όπου βγήκε η ένδοξη Αντάρτικη Στρατιά, κληρονόμος του επαναστατικού Στράτου που ξεσηκώθηκε κατά της Ισπανίας. Γι’ αυτό αρέσει πάντα στον Φιντέλ να παραλληλίζει το εγχείρημα του εκείνο, που αντιμετώπισε με τη φούχτα των επιζώντων τη στιγμή της θρυλικής αποβίβασης στη Γκράνμα με τον ξεσηκωμό κατά της Ισπανίας. Τη στιγμή που άφηναν τη Γκράνμα εγκατέλειπαν όλες τους τις προσωπικές ελπίδες. Ο αγώνας άρχιζε. Ένας ολόκληρος λαός επρόκειτο να θριαμβέψει ή να καταστραφεί. Μα θριάμβεψε χάρις σ’ αυτή την πίστη και στον τόσο στενό σύνδεσμο ανάμεσα στον Φιντέλ και τον λαό του, που δεν δείλιασε ποτέ, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές των επιχειρήσεων, γιατί ήξερε πως ο αγώνας δεν περιοριζόταν μόνο στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα, αλλά σ’ ολόκληρη την Κούβα, όπου ένας άντρας ή μια γυναίκα σήκωναν τη σημαία της αξιοπρέπειας. Ο Φιντέλ ήξερε, όπως το μάθαμε όλοι μετά, πως ο αγώνας δεν διεξαγόταν σ’ ένα μέτωπο αλλά ότι παιζόταν η μοίρα όλου του λαού της Κούβας ακριβώς όπως συμβαίνει και με τον σημερινό μας αγώνα. Το υπογραμμίζει εξ αλλού κάθε στιγμή λέγοντας: «Ή θα σωθούμε όλοι ή θα χαθούμε όλοι». Την γνωρίζετε αυτή τη φράση. Έχουμε να υπερνικήσουμε πολλά εμπόδια, όσα και τις μέρες που ακολούθησαν την απόβαση στη Γκράνμα. Αλλά σήμερα οι αγωνιστές δεν είναι μονάδες ή δεκάδες, αλλά εκατομμύρια. Ολόκληρη η Κούβα έχει γίνει μια Σιέρα Μαεστρα για να δώσει την αποφασιστική μάχη της ελευθέριας για το μέλλον και για την τιμή της πατρίδας μας και της Αμερικής, γιατί δυστυχώς είναι και η μόνη ανάμεσα στις χώρες που είναι έτοιμη για τον αγώνα.
Η μάχη της Κούβας δεν είναι αποφασιστική σε σχέση με την Αμερική, με την έννοια πως αν η Κούβα χάσει τη μάχη δεν θα τη χάσει και η Αμερική. Αντίθετα, αν η Κούβα κερδίσει θα κερδίσει η Αμερική ολόκληρη. Αυτή είναι η σημασία του νησιού μας, γι’ αυτό θέλουν να καταστρέψουν αυτό το «κακό παράδειγμα» που δίνουμε. Στα 1956 ο στρατηγικός μας στόχος, ο γενικός στόχος δηλαδή του πόλεμου μας ήταν η ανατροπή της τυραννίας του Μπατίστα, η αποκατάσταση των αρχών της δημοκρατίας, της εξουσίας και της ανεξαρτησίας, που είχαν βιαστεί από τα ξένα μονοπώλια. Από τις 10 του Μάρτη η Κούβα δεν ήταν πια παρά ένας στρατώνας. Η 10η Μαρτίου δεν ήταν έργο ενός ανθρώπου, αλλά μιας κάστας, μιας ομάδας ανθρώπων, ενωμένων από ορισμένο αριθμό προνομιών, και που ο ένας απ’ αυτούς ο πιο φιλόδοξος και ο πλέον θρασύς, ο Φουλγκένσιο, ο 1ος της ιστορίας μας, ήταν ο αρχηγός τους. Αυτή η κάστα υπάκουσε στην αντιδραστική τάξη της χώρας μας, στους μεγαλοϊδιοκτήτες, στα παρασιτικά κεφαλαία, σε στενή συμμαχία με τους ξένους αποικιοκράτες. Ήταν αρκετοί, μια σειρά δειγμάτων εξαφανισθεντων ως δια μαγείας, οι σάπιοι πολιτικοί εκείνοι, που συντρίβανε τις απεργίες και οι πρίγκιπες του παιχνιδιού και της εκπόρνευσης. Την 1η του Γενάρη πέτυχε ο βασικός στρατηγικός στόχος της επανάστασης, η καταστροφή δηλαδή της τυραννίας που επί επτά χρόνια ρουφούσε το αίμα της Κούβας. Αλλά η επανάσταση μας, που είναι μια συνειδητή επανάσταση, γνωρίζει πως πολιτική κυριαρχία και οικονομική εξουσία είναι στενότατα συνδεδεμένα.
Η επανάσταση μας δεν θέλει να επαναλάβει τα σφάλματα που έγιναν στα 1930: Με το να δολοφονήσεις απλώς έναν άνθρωπο, χωρίς να αντιληφτείς ότι αυτός ο άνθρωπος εκπροσωπεί μια τάξη και ένα σύστημα και πως αν δεν καταστραφεί όλο αυτό το σύστημα οι εχθροί του λαού θα εφεύρουν έναν άλλον άνθρωπο. Η Επανάσταση λοιπόν, οφείλει να καταστρέψει από τις ρίζες το κακό που τσακίζει την Κούβα. Πρέπει να μιμηθούμε τον Μαρτί και να επαναλαβαινουν αδιάκοπα πως ριζοσπαστικός δεν σημαίνει άλλο τίποτα, παρά τούτο: αυτό που πάει στις ρίζες. Ο ριζοσπαστισμός δεν εφαρμόζεται αν δεν βλέπεις το βάθος των πραγμάτων κι αν δεν συνεργάζεσαι για την ευτυχία των ανθρώπων. Ο Φιντέλ του έδωσε έναν καινούριο ορισμό: «Αυτή η Επανάσταση προτίθεται να ξεριζώσει τις αδικίες από τη ρίζα», λέγοντας ακριβώς ότι εννοούσε και ο Μαρτί αλλά με αλλά λόγια. Μια και ο μεγάλος αντικειμενικός στόχος πέτυχε με την ανατροπή της τυραννίας και την αποκατάσταση της επαναστατικής εξουσίας γεννημένης από τον λαό, ο νέος στρατηγικός στόχος αυτής της εξουσίας, που το οπλισμένο της χέρι είναι από τώρα κι έπειτα ένα όπλο του λαού, θα γίνει η κατάκτηση της οικονομικής ανεξαρτησίας, η καθολική δηλαδή εθνική κυριαρχία. Χθες οι αντικειμενικοί στόχοι της τακτικής του αγώνα ήταν η Σιέρα, οι πεδιάδες, η Σάντα Κλάρα, το Παλάτι, τα κέντρα παραγωγής που έπρεπε να κατακτηθούν με μια κατά μέτωπο επίθεση ή με πολιορκία ή με παράνομη δράση.
Οι στόχοι της σημερινής μας τακτικής είναι ο θρίαμβος της Αγροτικής Μεταρρύθμισης, που θ’ αποτελέσει τη βάση της βιομηχανοποίησης της χώρας, η εξάπλωση του εξωτερικού εμπορίου, η ανύψωση του βιοτικού λαϊκού επιπέδου, προκείμενου να επιτύχουμε το μεγάλο στρατηγικό μας στόχο που είναι η απελευθέρωση της εθνικής μας οικονομίας. Το οικονομικό μέτωπο είναι σήμερα στο προσκήνιο του αγώνα, ακόμα και αν υπάρχουν κι αλλά, τεραστίας σημασίας προβλήματα, όπως της παιδείας παραδείγματος χάριν. Η παιδεία θα μας επιτρέψει να φτιάξουμε τεχνικούς που είναι αναγκαίοι γι’ αυτή τη μάχη. Αλλά και αυτό ακόμη επιβεβαιώνει πως το οικονομικό μέτωπο είναι το σημαντικότερο και ότι ο προορισμός της παιδείας θα είναι να προμηθεύει αγωνιστές γι’ αυτόν τον αγώνα στις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Μπορώ να αποκαλέσω τον εαυτό μου στρατιωτικό, στρατιωτικό που βγήκε από το λαό, που πήρε το όπλο όπως τόσοι άλλοι υπακούοντας απλά σε ένα προσκλητήριο, που πραγματοποίησε το καθήκον που τη στιγμή που χρειάστηκε και που βρίσκεται σήμερα στο πόστο που ξέρετε. Δεν ισχυρίζομαι πως είμαι ένας οικονομολογος. Απλά, όπως όλοι οι επαναστάτες αγωνιστές βρίσκομαι σ’ αυτό το οχυρό που με τοποθετησαν και είμαι υποχρεωμενος να ανησυχω περισσότερο απ’ οποιονδήποτε για την τύχη της εθνικής οικονομίας από την οποία εξαρτάται η μοίρα της Επανάστασης. Αυτή η μάχη στο οικονομικό πεδίο είναι διαφορετική από κείνες που δώσαμε στη Σιέρα: Αυτή εδώ είναι μάχη θέσεων, όπου το απρόοπτο δεν δημιουργείται σχεδόν ποτέ, όπου οι δυνάμεις συγκεντρώνονται και όπου οι επιθέσεις προετοιμάζονται συστηματικά. Στην παρούσα περίπτωση οι νίκες είναι προϊόντα εργασίας, σταθερότητας και προγραμματισμού. Πρόκειται για έναν πόλεμο που απαιτεί τον συλλογικό ηρωισμό, την θυσία του συνόλου και που δεν κρατάει μόνο μια μέρα, ούτε μια βδομάδα, ούτε καν ένα μήνα. Είναι ένας μακρύς πόλεμος και θα γίνεται ακόμη μακρύτερος, όσο δεν μελετούμε όλα τα χαρακτηριστικά του εδάφους και δεν αναλύουμε στο βάθος τον εχθρό.
Αυτός ο πόλεμος γίνεται πλέον με πολλών λογιων όπλα: από την συνεισφορά του 4% του μισθού των εργαζόμενων για τη βιομηχανοποίηση, ως την εργασία στην κάθε κοοπερατίβα και στην αποκατάσταση άγνωστων μέχρι σήμερα κλάδων στην εθνική μας βιομηχανία, όπως είναι η χημεία, η βαριά χημεία ή η σιδηρουργία... Ο κύριος στρατηγικός μας στόχος, αυτό να το θυμόσαστε συνεχώς, είναι η κατάκτηση της εθνικής κυριαρχίας.
Για να κατακτήσουμε ένα πράγμα πρέπει να το πάρουμε από κάποιον. Να μιλάμε καθαρά και να μην κρυβόμαστε πίσω από λέξεις, που μπορούν να ερμηνευτούν λανθασμένα. Αυτό που πρέπει να κατακτήσουμε, την κυριαρχία της χώρας, πρέπει να το αφαιρέσουμε απ' αυτόν τον κάποιον που ονομάζεται μονοπώλιο. Αν και τα μονοπώλια δεν έχουν πατρίδα γενικώς, έχουν όμως ένα κοινό γνώρισμα: όλα τα μονοπώλια που βρέθηκαν στη Κούβα και που εκμεταλλεύτηκαν την κουβανέζικη γη είναι στενότατα συνδεδεμένα με τις Ην. Πολιτείες. Αυτό πάει να πει, πως ο οικονομικός μας πόλεμος θα δοθεί με την μεγάλη δύναμη του Βορρά και πως δεν είναι απλός πόλεμος. Ο δρόμος προς την ελευθέρια εξαρτάται από την νίκη κατά των αμερικανικών μονοπωλίων. Ο έλεγχος της οικονομίας μιας χώρας από μιαν άλλη μειώνει μοιραία την οικονομία της ελεγχόμενης χώρας.
Ο Φιντέλ, δήλωσε στις 24 Φεβρουάριου στην C. T. C. (Συνομοσπονδία Κουβανών Εργατών): πώς να φανταστούμε μια επανάσταση που θα περίμενε από επενδύσεις ξένου ιδιωτικού κεφαλαίου την λύση των προβλημάτων της; Πώς να διανοηθούμε, πως μια επανάσταση που διεκδικεί τα δικαιώματα των εργατών που ποδοπατηθηκαν επί χρόνια, θα αναμενει λυσεις από το ξενο κεφαλαίο που πηγαινει εκεί όπου έχει τα περισσότερα συμφέροντα και που επενδυει όχι στα είδη τα αναγκαία για τη χώρα, αλλά σε κεινα που του επιτρέπουν, τα περισσότερα κέρδη του κεφαλαίου;
Η Επανάσταση δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να παρει αυτό το δρόμο της διεργασιας. Έπρεπε να βρει έναν άλλο. Έπρεπε να χτυπήσει το πιο εξοργιστικο απ’ όλα τα μονοπώλια, το της ιδιοκτησίας της γης, να το καταστρέψει, να το μεταβιβασει στα χέρια του λαού και ν’ αρχίσει μετά τον αληθινό αγώνα. Η μάχη στο επίπεδο της αγροτικής Μεταρρυθμίσεις δεν ολοκληρώθηκε, αυτό είναι γεγονός. Δίδεται τώρα και θα δοθεί στο μέλλον. Γιατί βέβαια τα μεγάλα μονοπώλια κατείχαν εδώ μεγάλες εκτάσεις γης, δεν ήσαν όμως και τα ισχυρότερα της περιοχής, όπως της χημικής βιομηχανίας, της μηχανικής βιομηχανίας και του πετρελαίου.
Έπρεπε πάντως ν’ αρχίσουμε από την αγροτική Μεταρρύθμιση. Οι μισοί περίπου από τους ιδιοκτήτες γαιών, Κουβανοί και μη, κατείχαν το 46% της εθνικής επιφάνειας και το 70% δεν κατείχε παρά τα 12% της εθνικής επιφάνειας. Υπήρχαν 62.000 αγροί μικρότεροι από τα 3/4 της καμπαλλεριας (η καμπαλλερια ίση περίπου με 13,50 εκτάρια), ενώ η αγροτική μας Μεταρρύθμιση προβλέπει ότι δυο καμπαλλεριες αντιπροσωπεύουν το μίνιμουμ αναγκαίο, για να μπορέσει να ζήσει μια οικογένεια 5 προσώπων σε μη αρδευόμενη γη με ελάχιστα εισοδήματα. Στην επαρχία Καμαγκουαιη πέντε εταιρίες ζάχαρης έλεγχαν 56.000 καμπαλλεριες, δηλαδή το 20% της ολικής επιφάνειας της επαρχίας.
Τα μονοπώλια κατείχαν επί πλέον το νίκελ, το κοβάλτιο, το σίδηρο, το χρώμιο, το μαγγάνιο και όλη την εκμετάλλευση των πετρελαίων. Στο πετρέλαιο, π.χ. το μεταξύ των συμφωνηθέντων και απαιτηθεντων εκχωρήσεων ξεπερνούσε στο σύνολο την εθνική μας επιφάνεια. Όλο μας δηλαδή το εθνικό έδαφος ήταν διανεμημένο, επί πλέον το σύνολο των βράχων, και όλη η επιφάνεια της μεσογειακής Κούβας. Τελικά ορισμένες ζώνες διεκδικούσαν από δυο και τρεις εταιρίες που καταφεύγανε στα δικαστήρια. Χρειάστηκε λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε κι αυτές τις ανακατεμένες ιδιοκτησίες των αμερικανικών εταιριών. Η κερδοσκοπία επί των ακίνητων χτυπήθηκε επίσης με την πτώση των ενοικίων και τώρα με τα σχέδια του I. N. A. V. (Εθνικό Ινστιτούτο Αποταμιεύσεως και Οικισμού) που θα παρέχει φτηνές κατοικιες. Εδώ υπήρχαν πολλά μονοπώλια ακίνητων. Ακόμα κι αν δεν ήταν όλα αμερικανικά, ήταν παρασιτικά κεφάλαια συνεταίρων των Αμερικανών. Με την παρέμβαση των μεγάλων αγορών και την δημιουργία λαϊκών μαγαζιών που φτάνουν σήμερα στα 1.400 στην κουβανέζικη ύπαιθρο, κατορθώσαμε να ανακόψουμε ’η τουλάχιστον αρχίσαμε να ανακόπτουμε την κερδοσκοπία και το μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο.
Ξέρετε πως υψώνουν τις τιμές των προϊόντων και αν οι χωρικοί μας ακούνε αυτή τη στιγμή, γνωρίζουν καλά την μεγάλη διάφορα ανάμεσα στις σημερινές τιμές και τις τιμές που επιβάλανε οι τυχοδιώκτες σ’ εκείνη τη θλιβερή εποχή σ’ όλη την κουβανέζικη ύπαιθρο. Η ασύδοτη δράση των μονοπωλίων αναχαιτίστηκε τουλάχιστον.
Είχαμε ακόμη να ξεπεράσουμε έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στον αγώνα για την απελευθέρωση μας: την επίθεση εναντίον των μονοπωλίων του εξωτερικού εμπορίου. Έχουμε ήδη υπογράψει πολλά εμπορικά σύμφωνα με διάφορες χώρες και όλο και νέες χώρες επιζητούν την κουβανέζικη αγορά με όρους απόλυτης ισότητας. Απ’ όλα τα σύμφωνα που έχουμε υπογράψει, το σημαντικότερο αναμφισβήτητα είναι αυτό που επιτύχαμε με τη Σοβιετική Ένωση. Της πουλήσαμε κάτι το τελείως ασυνήθιστο: όλο μας το ποσοστό ζάχαρης χωρίς ν’ αφήσουμε τίποτα για την παγκόσμια αγορά. Έτσι εξασφαλίσαμε για μια πενταετία την πώληση ενός εκατομμυρίου τόνων το χρόνο. Φυσικά δεν παίρνουμε σε δολάρια παρά το 20% γι’ αυτή τη ζάχαρη. Αλλά το δολάριο δεν είναι παρά ένα όργανο αγοράς, ούτε κι έχει άλλη άξια παρά την αγοραστική του και μις πληρωνομενοι σε πρώτες ύλες ή σε βιομηχανικά προϊόντα χρησιμοποιούμε απλά τη ζάχαρη σαν δολάριο. Κάποιος μου έλεγε τελευταία ότι αυτό το είδος της συμφωνίας είναι καταστρεπτικό γιατί η απόσταση που χωρίζει τη Σοβιετική Ένωση από την Κούβα υψώνει σημαντικά τις τιμές όλων των εισαγόμενων ειδών. Το σύμφωνο που υπογράψαμε για το πετρέλαιο καταρρίπτει όλες του τις προφητείες. Η Σοβιετική Ένωση αναλαμβάνει να προμηθεύει στην Κούβα ένα πετρέλαιο που κυμαίνεται σε μια τιμή κατώτερη κατά 33% από αυτήν των αμερικανικών μονοπωλίων που βρίσκονται στην πόρτα μας. Αυτό σημαίνει οικονομική απελευθέρωση.
Υπάρχουν φυσικά και κείνοι που ισχυρίζονται ότι όλες αυτές οι πωλήσεις στη Σοβιετική Ένωση είναι πωλήσεις με πολιτική χροιά που δεν αποβλέπουν παρά να ενοχλούν τις Ην. Πολιτείες. Ας το παραδεχτούμε. Η Σοβιετική Ένωση είναι ελεύθερη να ενοχλεί τις Ην. Πολιτείες αν αυτό της αρέσει. Αλλά σε μας πουλάει το πετρέλαιο και από μας αγοράζει τη ζάχαρη για να ενοχλήσει τις Ην. Πολιτείες και οποίες κι αν είναι οι προθέσεις της, εμείς δεν πουλάμε παρά εμπορεύματα και όχι την πολιτική μας κυριαρχία όπως το κάναμε άλλοτε. Σήμερα μιλάμε σαν ίσος προς ίσον. Σήμερα όταν μας επισκεφτεί ο αντιπρόσωπος μιας καινούργιας χώρας μας αντιμετωπίζει σαν ίσους προς ίσον. Και δεν έχει καμία σημασία το μέγεθος της χώρας από την οποία έρχεται ούτε και η δύναμη των κανονιών της. Η Κούβα, έθνος ελεύθερο έχει δικαίωμα ψήφου στα Ηνωμένα Έθνη. Ακριβώς όπως και οι Ην. Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση. Με αυτό το πνεύμα υπογράφτηκαν όλα τα σύμφωνα και μ’ αυτό θα υπογραφούν και όλες οι μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες. Ο Μαρτι, το είχε σωστά προβλέψει, πριν τόσα χρόνια, όταν είχε δηλώσει πως το έθνος που αγοράζει είναι κείνο που εξουσιάζει, ενώ το έθνος που πουλάει είναι κείνο που υποτάσσεται. Όταν ο Φιντέλ Κάστρο εξήγησε πως το εμπορικό σύμφωνο με τη Σοβιετική Ένωση ήταν πολύ ευνοϊκό για την Κούβα, μπορούμε να πούμε πως εκφραζόταν με τα αισθήματα ολόκληρου του κουβανέζικου λαού. Γιατί όλοι αισθανθήκαμε λίγο πιο ελεύθεροι, σήμερα, γιατί είμαστε απόλυτα βέβαιοι πως αυτή η εμπορική συμφωνία που υπογράψαμε είναι προς τιμή της εξουσίας μας, πολύ ευνοϊκή για την Κούβα. Εάν μελετήσουμε τα επαχθή δάνεια των αμερικανικών εταιριών και αν τα συγκρίνουμε με την πίστωση που μας παραχώρησε η Σοβιετική Ένωση με 2 ½ % τόκο για 12 χρόνια, ένα από τα χαμηλότερα επιτόκια στην ιστορία των διεθνών εμπορικών σχέσεων, τότε μόνο θα καταλάβουμε τη σημασία της. Αυτή η πίστωση θα χρησιμεύσει φυσικά για την αγορά σοβιετικών εμπορευμάτων, αλλά είναι επίσης φανερό πως τα παραχωρούμενα δάνεια από την Εξπορτ Μπανκ π.χ. που είναι δήθεν ένας διεθνής οργανισμός, χρησιμεύουν για να αγοράζουν προϊόντα προκαθορισμένα από τα ξένα μονοπώλια. Ας πάρουμε μια Ηλεκτρική Εταιρία της Βιρμανίας π.χ. Η Έξπορτ Μπανκ της προσφέρει 8, ή και 15 εκατομμύρια πέζος. Εγκαθιστά ύστερα τα μηχανήματα παράγει μια Ηλεκτρική ενέργεια πολύ ακριβή και πολύ κακής ποιότητας. Κερδίζει τεραστία ποσά και εν συνεχεία το κράτος πληρώνει. Αυτά είναι τα συστήματα των διεθνών πιστώσεων, πολύ διαφορετικά από μια πίστωση παραχωρηθείσα σ’ ένα έθνος για να επωφεληθεί αυτό το ίδιο και όλοι οι απόγονοι του. Θα ήταν τελείως διαφορετικό αν η Σοβιετική Ένωση δάνειζε 100 εκατομμύρια πεζος σε μια απ’ αυτές τις εταιρίες για να εγκαταστήσει και να εξαγάγει μετά τα κέρδη στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά τελικά θα εγκαταστήσουμε μια μεγάλη επιχείρηση σιδηρουργίας και ένα διυλιστήριο πετρελαίου, καθ’ ολοκληρία εθνικά και για την εξυπηρέτηση του λαού.
Με αλλά λόγια: ότι πληρώνουμε αντιπροσωπεύει αποκλειστικά το αντίτιμο εκείνων που λαβαίνουμε και πρόκειται για ένα αντίτιμο σωστό και τίμιο, όπως το είδαμε ήδη στην περίπτωση του πετρελαίου. Δεν ισχυρίζομαι ότι σε όλες τις συμφωνίες, που θα υπογράφουμε πάντα και με τον ίδιο ειλικρινή τρόπο που η κυβέρνηση εξηγεί όλες της τις ενέργειες, θα μπορούμε να σας αναγελούμε το ίδιο εξαιρετικά χαμηλές τιμές για όλα τα εμπορεύματα και τα βιομηχανικά είδη που θ’ αγοράζουμε. Πρέπει ακόμη να αναφέρουμε πως ο Ντάριο ντε λα Μαρίνα έχει αντιρρήσεις. Λυπούμαι που δεν κρατώ μαζί μου ένα άρθρο πολύ ενδιαφέρον, όπου εξηγεί με 5, 6 ή 7 επιχειρήματα τους λόγους που τον κάνουν να κριτικάρει αυτή την εμπορική συμφωνία. Όλα είναι λανθασμένα, τόσο στην ερμηνεία τους, που είναι ήδη σοβαρό, όσο και στις πληροφορίες τους. Ισχυρίζεται π.χ. πως αυτή η συμφωνία σημαίνει πως η Κούβα αναλαμβάνει την υποχρέωση να υποστηρίζει τους σοβιετικούς ελιγμούς στα Ηνωμένα Έθνη. Για την ακρίβεια πρόκειται για μια δήλωση τελείως ανεξάρτητη απ’ αυτή τη συμφωνία και που συντάχθηκε κοινή συναινέσει, σύμφωνα με την οποία η Κούβα υποχρεώνεται να υποστηρίζει την ειρήνη στα Ηνωμένα Έθνη. Ούτε λίγο, ούτε πολύ κατηγορούν την Κούβα, όπως ήδη το εξήγησε ο Φιντέλ, γιατί κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο δημιουργήθηκαν τα Ηνωμένα Έθνη σύμφωνα με το καταστατικό τους. Ο υπουργός μας Εμπορίου, ανέτρεψε όλα τα αλλά οικονομικά του επιχειρήματα τα γεμάτα ανακρίβειες και χοντροκομμένες ψευτιές. Απ’ αυτές η φοβερότερη αφορά την τιμή. Ξέρετε πως η τιμή της ζάχαρης στην παγκόσμια αγορά, εξαρτάται φυσικά από την πρόσφορα και τη ζήτηση. Ο Ντάριο ντε λα Μαρίνα λέει πως αν αυτό το εκατομμύριο τόνοι που πουλάει η Κούβα ξαναπουληθει από τη Σοβιετική Ένωση, η Κούβα δεν θα κερδίσει τίποτα. Είναι ψέμα για τον απλούστατο λόγο ότι στην εμπορική συμφωνία διευκρινίζεται καθαρά πως η Σοβιετική Ένωση δεν έχει δικαίωμα να εξαγάγει τη ζάχαρη παρά μόνο στις χώρες που αγοράζουν πάντα απ’ αυτήν. Η Σοβιετική Ένωση εισαγάγει ζάχαρη, αλλά και εξαγάγει διυλισμένη ζάχαρη σε ορισμένες γειτονικές (συνορεύουσες) χώρες που δεν διαθέτουν διυλιστήρια, όπως το Ιράν. Η Σοβιετική Ένωση θα συνεχίσει φυσικά να εξυπηρετεί τις χώρες τις οποίες προμήθευε συνήθως, αλλά η ζάχαρη μας θα καταναλώνεται εξ ολόκληρου στα πλαίσια της αυξήσεως της λαϊκής κατανάλωσης σ’ αυτή τη χώρα.
Αν οι Αμερικανοί ανησυχούν τόσο πολύ (το ίδιο το Κονγκρεσσο ισχυρίζεται πως η Σοβιετική Ένωση τους συναγωνίζεται) κι αν αυτοί οι ίδιοι πιστεύουν στη Σοβ. Ένωση, γιατί δεν θα την πιστέψουμε και 'μεις όταν το λέει και σ’ επίμετρο το υπογράφει πως αυτή η ζάχαρη προορίζεται για την εσωτερική της κατανάλωση; Και γιατί μια εφημερίδα διασπείρει την αμφιβολία που κυκλοφορώντας μπορεί πραγματικά να βλάψει τις τιμές της ζάχαρης; Γιατί απλούστατα αυτός είναι ο ρόλος της αντεπανάστασης. Ο ρόλος εκείνων που δεν αποφασίζουν να χάσουν τα προνομία τους. Εξάλλου όσον αφορά την τιμή της κουβανέζικης ζάχαρης η Λινγκολν Πραις έκανε μια ειδική ανακοίνωση από μέρους των αντίπαλων: Αυτοί ισχυρίζονται πως αυτά τα εκατό ή εκατόν σαράντα εκατομμύρια πεζός που οι Ην. Πολιτείες πληρώνουν επί πλέον για τη ζάχαρη είναι ένα Δώρο προς την Κούβα. Δεν είναι ακριβές: Σύμφωνα με τα τελωνειακά σύμφωνα που υπέγραψε η Κούβα, πλήρωνε για κάθε πέζος που ξόδευαν για την Κούβα οι Αμερικανοί, ένα πεζός και δεκαπέντε σέντσια. Που σημαίνει πως σε δέκα χρόνια χίλια εκατομμύρια δολάρια πέρασαν από τα χέρια του κουβανέζικου λαού στα αμερικανικά μονοπώλια. Δεν έχουμε λόγους να κάνουμε δώρα σ’ οποιονδήποτε, και θα προτιμούσαμε αυτά τα λεφτά να πήγαιναν στα κουβανέζικα χέρια παρά στα αμερικανικά. Γιατί τα μονοπώλια δεν είναι παρά όργανα καταπίεσης που εμποδίζουν τους σκλαβωμένους λαούς του κόσμου να πάρουν το δρόμο της ελευθέριας. Τα ευτελή δάνεια που έκαναν οι Ην. Πολιτείες στην Κούβα, μας στοίχισαν 61 σέντσια τόκο κατά πεζός κι αυτό με μικρές προθεσμίες. Ας μη συζητήσουμε τι θα μας στοίχιζε ένα μακροπρόθεσμο δάνειο σαν αυτό που πετύχαμε από τη Σοβιετική Ένωση. Γι’ αυτό ακολουθώντας τις συμβουλές του Μαρτι αποφασίσαμε να διαφοροποιήσουμε τελείως την τακτική μας στις συναλλαγές του εξωτερικού εμπορίου, χωρίς να δεσμευόμαστε με κανέναν αγοραστή αλλά και να ποικίλουμε την εσωτερική μας παραγωγή ώστε να εξυπηρετήσουμε πλατύτερα τις αγορές.
Η Κούβα πάει μπροστά. Ζούμε σε μια αληθινά κοσμογονική εποχή της ιστορίας μας, μια περίοδο που όλες οι χώρες της Αμερικής έχουν τα μάτια καρφωμένα πάνω σ’ αυτό το μικρό νησί και που όλα τα αντιδραστικά καθεστώτα κατηγορούν την Κούβα σαν υπεύθυνη για όλες τις λεκές εκδηλώσεις αγανάκτησης που ξεσπούν σε μερικά σημεία της Αμερικής. Το διευκρινίσαμε ήδη πως η Κούβα δεν κάνει εξαγωγή επαναστάσεων. Οι επαναστάσεις δεν εξάγονται. Δημιουργούνται, σε μια χώρα τη στιγμή που οι αντιθέσεις φτάνουν σε οξύτητα. Αλλά η Κούβα εξάγει αποτελεσματικά το παράδειγμα της. Το παράδειγμα ενός μικρού λαού που αψηφά τους ψεύτικους επιστημονικούς νόμους, τους «γεω-πολιτικούς» λεγόμενους και που παρ’ όλο που βρίσκεται στο στόμα του θηρίου τολμά να διαλαλεί τη λευτεριά του. Αυτό είναι το έγκλημα του και το παράδειγμα που τρέμουν οι ιμπεριαλιστές. Θέλουν να μας συντρίψουν γιατί γίναμε μια σημαία για τη λατινική Αμερική. Θέλουν να μας επιβάλουν το δόγμα Μονρόε. Μια νέα του εκδοχή προτάθηκε στο Κογκρέσο, αλλά νομίζω πως απορρίφτηκε και ευτυχώς για την ίδια την Αμερική. Διάβασα τις προτάσεις που προδίδουν μια τέτοια πρωτόγονη νοοτροπία, τόσο αποικιοκρατική, ώστε πιστεύω πως θα ’τανε μια ντροπή για τον αμερικανικό λαό να δεχτεί παρόμοια πρόταση. Αυτή η εισήγηση ανάσταινε το δόγμα Μονρόε, αλλά με μεγαλύτερη οξύτητα. Θυμάμαι ακριβώς μια από τις παραγράφους του: «Γι’ αυτούς τους λόγους το δόγμα Μονρόε διευκρινίζει συγκεκριμένα ότι καμία χώρα, ξένη προς την Αμερική, δεν μπορεί να μετατρέψει σε σκλάβους τις αμερικανικές χώρες». Με αλλά λόγια οι χώρες της Αμερικής μπορούν να το κάνουν. Το κείμενο συνεχίζει: «...αυτός είναι ένας επί πλέον λόγος που επιτρέπει την παρέμβαση μας χωρίς να επικαλεστούμε τον Ο.Ε.Α». Και θα φέρουν τον Ο.Ε.Α. προ τετελεσμένων γεγονότων. Αυτοί είναι οι πολιτικοί κίνδυνοι που επισύρει η οικονομική μας εκστρατεία για την απελευθέρωση μας. Το τελευταίο πρόβλημα είναι η επένδυση των συμβολων μας, η επένδυση της εθνικής μας προσπάθειας για να πετύχουμε το γρηγορότερο τους οικονομικούς μας στόχους. Στις 24 Φεβρουάριου ο Φιντέλ Κάστρο δήλωσε στους εργάτες δεχόμενος συμβολικά το 4%.
«...Όταν η Επανάσταση πήρε την εξουσία τα αποθέματα δεν μπορούσαν να ελαττωθούν περισσότερο και ο λαός μας είχε συνηθίσει στην εισαγωγή περισσότερων καταναλωτικών Αγάθων απ’ αυτά που εξήγαγε».
Μια χώρα που βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση πρέπει ’η να κάνει οικονομίες ’η να δεχθεί ξένο κεφαλαίο. Είχαμε αποφασίσει να εισάγουμε ιδιωτικό κεφαλαίο. Όταν πρόκειται για ιδιωτικό εθνικό κεφαλαίο, το κεφαλαίο βρίσκεται μέσα στη χώρα. Αλλά όταν πρόκειται για εισαγωγή ξένων κεφαλαίων εξ ανάγκης κι όταν η λύση που προτείνεται είναι η επένδυση ξένων κεφαλαίων, τότε τα κίνητρα δεν είναι βέβαια ούτε γενναιοδωρία ούτε ευγένεια από συμπόνια, ούτε και η επιθυμία να βοηθηθούν οι λαοί. Το ιδιωτικό κεφαλαίο κινητοποιείται με το σκοπό να βοηθηθεί για λογαριασμό του. Το ξένο ιδιωτικό κεφαλαίο είναι το πλεόνασμα του κεφαλαίου μιας χώρας, που μεταφέρεται σε μια άλλη χώρα όπου οι μισθοί θα είναι πολύ χαμηλότεροι, οι συνθήκες της ζωής και οι πρώτες ύλες σε χαμηλό κόστος και έτσι τα κέρδη θα είναι περισσότερα. Δεν είναι η γενναιοδωρία που διεγείρει την επιθυμία των επενδύσεων του ξένου ιδιωτικού κεφαλαίου, αλλά το κέρδος και εμείς αντισταθήκαμε πάντα στη λύση του να λύσουμε τα προβλήματα της εκβιομηχάνισης μας σε όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου. Θα επενδύσουμε 300 εκατομμύρια στη γεωργία και τη βιομηχανία. Θα δώσουμε τη μάχη για την εξέλιξη της χώρας μας και για να επουλώσουμε τις πληγές μας. Ασφαλώς ο δρόμος δεν είναι εύκολος. Ξέρετε ότι μας απειλούν, ότι μελετούν οικονομικά αντίποινα, με ίντριγκες, με σχέδια να μας καταργήσουν από την αγορά κλπ., στην προσπάθεια μας να πουλήσουμε τα προϊόντα μας. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να οπισθοχωρήσουμε; Να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια ανόδου μόνο γιατί μας απειλούν; Ποιος είναι ο σωστός δρόμος για τον λαό; Ποιον αδικούμε επιδιώκοντας την πρόοδο μας; Μήπως θέλουμε να ζήσουμε εκμεταλλευόμενοι την εργασία άλλων λαών; Τι θέλουμε εμείς οι Κουβανοί; Δεν θέλουμε να ζήσουμε από τον ιδρώτα των άλλων, αλλά από τα δικά μας, για να ικανοποιήσουμε όλες τις υλικές ανάγκες του λαού μας και μετά απ’ αυτό να λύσουμε τα αλλά προβλήματα της χώρας: παιδεία, υγιεινή, άνεση. Το πώς θα διαθέσουμε αυτά όλα τα εκατομμύρια, αυτό θα σας το εξηγήσει ένας άλλος συνάδελφος στην ομιλία του. Και θα σας πει ακόμη, γιατί (και όχι μόνο πως) θα τα διαθέσουμε όπως αποφασίσαμε.
Και τώρα απευθύνομαι στους αδύνατους, σε κείνους που φοβούνται, σε κείνους που σκέπτονται πως βρισκόμαστε σε μια κατάσταση μοναδική στα ιστορικά χρονικά, σε κατάσταση απελπισίας. απευθύνομαι σε όσους πιστεύουν πως αν δεν σταματήσουμε ή αν δεν υποχωρήσουμε είμαστε χαμένοι και θα σας διηγηθώ ένα σύντομο ανέκδοτο του Γεζους Σιλβα Χερζογκ, μεξικάνου οικονομολόγου, συντάκτη του νόμου εξαγωγής πετρελαίου, ανέκδοτο που αναφέρεται ακριβώς στην εποχή που ανθούσε στο Μεξικό το διεθνές κεφαλαίο. Σ’ αυτό συνοψίζονται όλα όσα λέγονται σήμερα για την Κούβα. Ακουστέ το: «Φυσικά θα ισχυριστούν πως το Μεξικό ήταν μια κομμουνιστική χώρα. Το φάντασμα του κομμουνισμού εμφανίστηκε. Ο πρεσβευτής Ντανιέλ, στο βιβλίο που ήδη ανέφερα άλλοτε, γράφει πως κάνει ένα ταξίδι στην Ουάσιγκτον εκείνες τις δύσκολες μέρες κι ότι ένας Άγγλος κύριος του μιλάει για τον μεξικάνικο κομμουνισμό. Κι ο Ντανιέλ άπαντα: Ε, λοιπόν, ο μόνος κομμουνιστής που γνωρίζω εγώ στο Μεξικό είναι ο Ντιέγκο ντε Ριβέρα. Αλλά τι είναι ένας κομμουνιστής; Ρωτάει αμέσως μετά τον Άγγλο κύριο. Αυτός κάθεται σε μια άνετη πολυθρόνα, σκέπτεται, σηκώνεται και δίνει τον πρώτο ορισμό. Αλλά δεν τον ικανοποιεί. Ανακάθεται, σκέπτεται πάλι, εμπνέεται για λίγο, ξανασηκώνεται και δίνει ένα καινούργιο ορισμό. Μα πάλι δεν του αρέσει. Το πήγεν’ - έλα συνεχίζεται ώσπου λέει απελπισμένος στον Ντανιέλ: Κύριε ένας κομμουνιστής είναι κάτι που μας σκανδαλίζει».
Μπορείτε να διαπιστώσετε πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Είμαι βέβαιος πως σκανδαλίζουμε αρκετά τους άλλους. Φαίνεται πως ο Ραουλ και γω έχουμε την τιμή να θεωρούμαστε από τους πλέον σκανδαλώδεις. Η ιστορία λοιπόν επαναλαμβάνεται. Ακριβώς όπως και το Μεξικό, όταν εθνικοποίησε το πετρέλαιο του και επέμεινε στα σχέδια του, (και ο Καρντενα θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος πρόεδρος της χώρας) έτσι θα επιμείνουμε και ’μεις. Όλοι όσοι βρίσκονται από την άλλη παράταξη θα μας πουν όπως θέλουν. Και πάντα θα ’χουν κάτι να λένε. Εμείς θα δουλέψουμε για το καλό του λαού και δεν θα υποχωρήσουμε, όσο δε για κείνους που η Επανάσταση κατάσχεσε και απαλλοτρίωσε τα αγαθά τους, ας μην ξαναγυρίσουν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














