Υπήρχε ένας ξεχωριστός ήχος στην προετοιμασία του χειμώνα. Ο ήχος του τσεκουριού που έσκιζε τα ξύλα. Ένα μεταλλικό χτύπημα, μια στιγμιαία αντίσταση και ύστερα ο κορμός που άνοιγε στα δύο, σαν να αποκάλυπτε τα μυστικά του.
Το σχίσιμο των ξύλων ήταν καθημερινή χειρωνακτική εργασία, αλλά και μια μικρή δοκιμασία δύναμης και δεξιοτεχνίας. Δεν αρκούσε να έχεις γερά μπράτσα. Έπρεπε να ξέρεις πού θα πέσει η κόψη, να διαβάζεις τα νερά του ξύλου, να υπολογίζεις τη δύναμη και να βρίσκεις το σωστό σημείο. Το τσεκούρι ήθελε χέρι έμπειρο, όχι απλώς δυνατό.
Τα κούτσουρα συγκεντρώνονταν, κόβονταν σε κατάλληλα κομμάτια και σχίζονταν για να στεγνώσουν. Ύστερα στοιβάζονταν κάτω από ένα υπόστεγο, περιμένοντας τη σειρά τους. Μια ολόκληρη αποθήκη χειμωνιάτικης θαλπωρής, φτιαγμένη με ιδρώτα και υπομονή.
Κάθε ξύλο είχε τη δική του ιδιοτροπία. Άλλο υποχωρούσε με ένα χτύπημα και άλλο απαιτούσε επιμονή. Η δρυς αντιστεκόταν, η οξιά άνοιγε διαφορετικά, η καστανιά αποκάλυπτε τα νερά της. Η φύση δεν έδινε ποτέ όλα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο.
Και όταν ερχόταν το κρύο, εκείνα τα σχισμένα ξύλα γίνονταν φωτιά. Οι φλόγες τα κατάπιναν αργά, το σπίτι γέμιζε ζεστασιά και ο κόπος του καλοκαιριού μετατρεπόταν σε χειμωνιάτικη συντροφιά.
Σήμερα, το τσεκούρι έχει συχνά αντικατασταθεί από μηχανές και η προετοιμασία του χειμώνα από έναν λογαριασμό θέρμανσης. Όμως υπάρχει μια βαθιά ικανοποίηση σε εκείνη τη στοίβα των ξύλων, που δεν αγοράζεται έτοιμη.
Ίσως επειδή κάθε κομμάτι της έχει μέσα του κάτι από τη δύναμη των χεριών, τη γνώση της φύσης και την παλιά σοφία της αυτάρκειας. Και ο χειμώνας, πριν γίνει εποχή, ήταν κάποτε μια δουλειά που έπρεπε να την προλάβεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου