Υπάρχει μια στιγμή στο δάσος που ο άνθρωπος παύει να είναι επισκέπτης. Όταν το μονοπάτι εξαφανίζεται κάτω από τα πεσμένα φύλλα, όταν οι κορμοί των δέντρων μοιάζουν μεταξύ τους και το φως περνάει ανάμεσα από τα κλαδιά σαν μια μακρινή ανάμνηση, τότε κάτι αλλάζει. Δεν είναι πια ο άνθρωπος που παρατηρεί τη φύση. Είναι ένα μικρό κομμάτι της.
Το δάσος δεν γνωρίζει το όνομά μας. Δεν ενδιαφέρεται για την κοινωνική μας θέση, τα χρήματα, τους τίτλους και τις φιλοδοξίες μας. Δεν ξέρει ποιος πέτυχε και ποιος απέτυχε, ποιος αγαπήθηκε και ποιος έμεινε μόνος. Μας δέχεται όλους με την ίδια αδιαφορία και την ίδια μεγαλοπρέπεια. Μας προσφέρει τη σκιά του, τη μυρωδιά του υγρού χώματος, το θρόισμα των φύλλων, χωρίς να ζητάει τίποτε σε αντάλλαγμα.
Κι εμείς, που καταφέραμε να μετρήσουμε την ηλικία των άστρων και να στείλουμε μηχανές σε άλλους πλανήτες, συχνά ξεχνάμε να ακούσουμε ένα δέντρο.
Όταν χάνεσαι στο δάσος, ανακαλύπτεις πόσα λίγα χρειάζεται ο άνθρωπος για να αισθανθεί ζωντανός. Ένα ξέφωτο, μια πηγή, το πέρασμα ενός πουλιού από πάνω σου. Ένας σκίουρος που σκαρφαλώνει βιαστικά στον κορμό, αδιαφορώντας για την παρουσία σου. Η ζωή συνεχίζεται γύρω σου με μια φυσική αξιοπρέπεια που δεν χρειάζεται θεατές ούτε χειροκροτήματα.
Και τότε έρχεται η συγκίνηση. Όχι επειδή φοβάσαι πως χάθηκες, αλλά επειδή αντιλαμβάνεσαι πόσα πράγματα υπάρχουν που δεν σου ανήκουν και, παρ’ όλα αυτά, αποτελούν μέρος της ζωής σου. Το δέντρο που δεν φύτεψες, το νερό που δεν δημιούργησες, το πουλί που δεν θα κρατήσεις ποτέ στα χέρια σου. Όλα εκείνα που υπήρχαν πριν από εσένα και, αν τα σεβαστείς, ίσως συνεχίσουν να υπάρχουν πολύ μετά από εσένα.
Το δάσος δεν είναι απλώς μια έκταση πρασίνου. Είναι μια ολόκληρη κοινωνία ζωής. Οι ρίζες επικοινωνούν, οι μύκητες συνδέουν οργανισμούς, τα νεκρά δέντρα γίνονται τροφή για καινούργια ζωή. Τίποτε δεν περισσεύει, τίποτε δεν υπάρχει εντελώς μόνο του. Ακόμη κι εκείνο που πέφτει, εκείνο που σαπίζει, εκείνο που φαίνεται πως τελείωσε, επιστρέφει στον μεγάλο κύκλο της αναγέννησης.
Μόνο ο άνθρωπος επιμένει να πιστεύει πως μπορεί να ζήσει αποκομμένος από όλα τα υπόλοιπα. Κόβει το δέντρο και πουλάει το ξύλο. Ισοπεδώνει το βουνό και το ονομάζει ανάπτυξη. Ανοίγει δρόμους μέσα στο δάσος, υψώνει τσιμέντο εκεί όπου κάποτε υπήρχε σκιά και ύστερα αναρωτιέται γιατί το καλοκαίρι καίγεται η γη, γιατί στερεύουν οι πηγές, γιατί η ζωή γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Ξεχνά πως η φύση δεν είναι το σκηνικό της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι ο ίδιος ο όρος της ύπαρξής μας.
Κι αν κάποτε χαθείς πραγματικά στο δάσος, μην κοιτάξεις μόνο να βρεις τον δρόμο της επιστροφής. Κοίταξε λίγο καλύτερα γύρω σου. Ίσως ανακαλύψεις πως το δάσος δεν χάθηκε ποτέ. Εκείνο που χάνεται καθημερινά είναι η δική μας ικανότητα να αισθανόμαστε συγγένεια με καθετί ζωντανό.
Κι όταν τελικά βγεις από τα δέντρα και επιστρέψεις στις πόλεις, μην αφήσεις αυτή τη σιωπή πίσω σου. Πάρε μαζί σου τη μυρωδιά του χώματος, το φως που φιλτράρεται από τα φύλλα, την ταπεινότητα που γεννιέται όταν στέκεσαι μπροστά σε έναν κορμό εκατοντάδων ετών.
Γιατί το δάσος δεν σου ζητά να το θαυμάζεις. Σου ζητά, με τον δικό του σιωπηλό τρόπο, να μην το καταστρέφεις.
Και ίσως η πιο βαθιά συγκίνηση να είναι αυτή: να περπατάς ανάμεσα στα δέντρα και να καταλαβαίνεις πως δεν βρίσκεσαι μέσα σε έναν κόσμο που σου ανήκει. Βρίσκεσαι μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο ανήκεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου