"Καίγομαι και σιγολιώνω και για σένα μαραζώνω,
Αχ, τι καημός.
Μίλησέ μου, μίλησέ μου δυο λογάκια χάρισέ μου,
Αχ, ο φτωχός.
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ ως κανένας άλλος,
Στην καρδιά μου ρίζωσε έρωτας μεγάλος,
Τι να κάνω, τι να κάνω αχ ο μαύρος θα πεθάνω,
Αχ, τι καημός.
Μίλησέ μου, μίλησέ μου δε σε φίλησα ποτέ μου,
Αχ, ο φτωχός.
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ ως κανένας άλλος,
Στην καρδιά μου ρίζωσε έρωτας μεγάλος
Μίλησέ μου, μίλησέ μου δε σε φίλησα ποτέ μου,
Αχ, τι καημός."
Υπάρχουν φωτιές που δεν φωτίζουν τον κόσμο· φωτίζουν μόνο την πληγή τους.
Καίνε κάτω από το δέρμα, εκεί όπου η μνήμη κρατά ακόμη αναμμένα τα σπίρτα όσων χάθηκαν. Δεν έχουν φλόγες, έχουν σκιές. Δεν αφήνουν στάχτη· αφήνουν μέσα μας έναν μικρό, επίμονο ήλιο που αρνείται να δύσει.
"Καίγομαι και σιγολιώνω."
Σαν κερί που καταναλώνει το σώμα του για να κρατήσει όρθιο το φως. Κάθε σταγόνα κεριού είναι ένας χρόνος που εγκαταλείπει τη μορφή του, μια στιγμή που γίνεται ανάμνηση πριν προλάβει να γίνει παρελθόν.
Ίσως αυτό είναι ο έρωτας: μια φωτιά που τρώει τη βεβαιότητα και αφήνει άθικτη την επιθυμία. Ένα ρολόι που μετρά αντίστροφα, όχι τον χρόνο που έχουμε, αλλά εκείνον που δεν προλάβαμε να ζήσουμε.
Και η απουσία είναι παράξενη φωτιά. Δεν καίει αυτό που υπάρχει· καίει το κενό ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει. Εκεί γεννιούνται οι πιο επίμονες φλόγες -στις χαραμάδες του ανεκπλήρωτου.
Ίσως γι’ αυτό δεν φοβόμαστε πάντα τη φωτιά.
Φοβόμαστε περισσότερο τη στιγμή που θα σβήσει και θα πρέπει να κοιτάξουμε τι απέμεινε από εμάς.
Γιατί μπορεί η ζωή να μην είναι παρά μια αργή καύση της μορφής μας μέσα στον χρόνο.
Και ο έρωτας, η μόνη φωτιά που μας κάνει να λιώνουμε χωρίς να θέλουμε να σωθούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου