Η πλατεία είναι ένας τόπος παράξενος. Δεν οδηγεί πουθενά και, ταυτόχρονα, οδηγεί παντού. Οι δρόμοι καταλήγουν σ’ αυτήν σαν σκέψεις που, ύστερα από μεγάλη περιπλάνηση, αναζητούν έναν κοινό τόπο για να σταθούν.
Στην πλατεία συναντιούνται άνθρωποι που ίσως δεν θα συναντιούνταν ποτέ αλλού. Κάποιος βιάζεται να φύγει, κάποιος περιμένει, κάποιος κάθεται μόνος και κοιτάζει τους άλλους. Ένα παιδί μεγαλώνει, ένας ηλικιωμένος θυμάται, δυο ερωτευμένοι ανταλλάσσουν ένα βλέμμα που μπορεί να κρατήσει περισσότερο από μια ολόκληρη ζωή.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το πλήθος, η μοναξιά δεν εξαφανίζεται. Ίσως μάλιστα στην πλατεία να γίνεται πιο φανερή. Γιατί άλλο είναι να είσαι μόνος και άλλο να είσαι μόνος ανάμεσα σε ανθρώπους.
Η πλατεία είναι και μνήμη. Τα ίδια δέντρα, τα ίδια παγκάκια, τα ίδια πέτρινα σπίτια βλέπουν γενιές να περνούν. Εκείνοι αλλάζουν· η πλατεία μένει. Ή μάλλον, μένει μόνο φαινομενικά. Γιατί κάθε άνθρωπος που περνά αφήνει πάνω της κάτι από την παρουσία του: ένα βήμα, μια φωνή, ένα φιλί, μια αναμονή, έναν αποχαιρετισμό.
Ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε στις πλατείες. Όχι μόνο για να ξαναδούμε έναν τόπο, αλλά για να συναντήσουμε εκείνον που υπήρξαμε κάποτε.
Και τελικά η ζωή μοιάζει με μια μεγάλη πλατεία. Μπαίνουμε από διαφορετικούς δρόμους, συναντιόμαστε για λίγο, διασταυρώνουμε τις διαδρομές μας και ύστερα παίρνουμε ξανά τον δρόμο μας.
Κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα μείνει στην πλατεία.
Το μόνο βέβαιο είναι πως, κάποια στιγμή, θα φύγει.
Και τότε θα μείνουν οι δρόμοι να θυμίζουν πως κάποτε περάσαμε από εκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου