2/9/26

Σαλώμη: Όταν η επιθυμία γίνεται εκδίκηση.

 


Η «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ είναι ένα μονόπρακτο δράμα που γράφτηκε το 1891 στα γαλλικά και αποτελεί μια από τις πιο ρηξικέλευθες και συμβολικές επανεγγραφές της γνωστής Βιβλικής ιστορίας. Ο Ουάιλντ δεν ενδιαφέρεται απλώς να αφηγηθεί ξανά την ιστορία της κόρης της Ηρωδιάδας και του Ιωάννη του Βαπτιστή. Παίρνει έναν ήδη γνωστό μύθο και τον μεταμορφώνει σε μια ποιητική τραγωδία για το πάθος, την επιθυμία, την εξουσία, την απόρριψη και την εκδίκηση.

Στο κέντρο του έργου βρίσκεται η Σαλώμη, προγονή του τετράρχη Ηρώδη Αντύπα. Όταν αντικρίζει τον φυλακισμένο προφήτη Ιωάννη -τον Ιοκαναάν-, γοητεύεται από αυτόν και τον ερωτεύεται παράφορα. Η επιθυμία της είναι άμεση, σχεδόν απόλυτη. Ο Ιοκαναάν, όμως, αρνείται τις προκλητικές προτάσεις της. Δεν υποκύπτει στη γοητεία της και, αντίθετα, την καταριέται.

Η άρνηση αυτή γίνεται η καθοριστική στιγμή του έργου.

Η Σαλώμη δεν μπορεί να δεχθεί ότι ο άνθρωπος που επιθυμεί έχει το δικαίωμα να μην την επιθυμεί. Το πάθος της μεταμορφώνεται σταδιακά σε εμμονή και η εμμονή σε ανάγκη κατοχής. Η απόρριψη δεν λειτουργεί ως όριο· λειτουργεί ως πρόκληση.

Την ίδια στιγμή, ο Ηρώδης, γοητευμένος και ο ίδιος από τη Σαλώμη, της ζητά να χορέψει για εκείνον τον περίφημο «Χορό των Επτά Πέπλων». Της υπόσχεται πως, ως αντάλλαγμα, θα της δώσει ό,τι κι αν ζητήσει.

Ο θαυμασμός του Ηρώδη Αντύπα για τη Σαλώμη δεν είναι απλώς θαυμασμός, αλλά μια νοσηρή, αιμομικτική εμμονή. Ο Ουάιλντ παρουσιάζει έναν ηγεμόνα αδύναμο, δειλό και παρακμιακό, ο οποίος κυβερνάται από τις αισθήσεις του και είναι έτοιμος να καταστρέψει τα πάντα για το βλέμμα μιας γυναίκας.

Η εμμονή του εκδηλώνεται μέσα από συγκεκριμένες συμπεριφορές καθ' όλη τη διάρκεια του έργου.

Από την πρώτη στιγμή που εμφανίζεται στη σκηνή, ο Ηρώδης έχει τα μάτια του συνεχώς καρφωμένα πάνω στη Σαλώμη. Η μητέρα της Σαλώμης τον κατηγορεί συνεχώς και με ζήλια: «Την κοιτάζεις συνέχεια. Δεν πρέπει να την κοιτάζεις έτσι». Εκείνος το αρνείται υποκριτικά, αλλά δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του.

Ο Ηρώδης προσπαθεί να έρθει κοντά στη Σαλώμη μέσω των αισθήσεων, ζητώντας της μικρές "χάρες" που υποδηλώνουν ερωτικό πάθος. Της ζητά να πιει κρασί και να αφήσει τα χείλη της στο ποτήρι, ώστε να πιει εκείνος μετά. Της ζητά να δαγκώσει ένα φρούτο για να φάει το υπόλοιπο. Της ζητά να καθίσει δίπλα του στο θρόνο, υποτιμώντας τη σύζυγό του. Η κορύφωση έρχεται όταν την εκλιπαρεί να χορέψει γι' αυτόν. Για να την πείσει, χάνει κάθε βασιλική αξιοπρέπεια και λογική. Της υπόσχεται τα πάντα. Ορκίζεται μπροστά σε όλους, στο στέμμα του και στους θεούς του, ότι θα της δώσει ό,τι κι αν του ζητήσει, ακόμη και το μισό του βασίλειο. Αυτός ο τυφλός όρκος, προϊόν της ερωτικής του έξαψης, είναι που τελικά τον παγιδεύει, καθώς η Σαλώμη χρησιμοποιεί αυτή την αδυναμία για να πάρει την εκδίκησή της.

Η Σαλώμη χορεύει.

Παραδόξως, ο Ουάιλντ δεν δίνει λεπτομερείς οδηγίες στο κείμενό του για το πώς πρέπει να χορέψει η Σαλώμη. Υπάρχει μόνο η λιτή σκηνοθετική οδηγία: «Η Σαλώμη χορεύει τον Χορό των Επτά Πέπλων». Αυτή η σιωπή του συγγραφέα έδωσε στους σκηνοθέτες, τις ηθοποιούς και τις χορεύτριες την ελευθερία να παρουσιάσουν τον χορό ως κάτι απόλυτα προκλητικό, μυστηριώδες και υπνωτιστικό.

Η Σαλώμη ξεκινά τον χορό τυλιγμένη σε επτά ημιδιαφανή πέπλα. Καθώς η μουσική εξελίσσεται, αφαιρεί ένα-ένα τα πέπλα, αποκαλύπτοντας σταδιακά το σώμα της.

Για την Βικτωριανή εποχή του Ουάιλντ, η σταδιακή αφαίρεση των ρούχων στη σκηνή θεωρήθηκε σοκαριστική και σκανδαλώδης, καθώς παρέπεμπε σε έναν αρχαίο, παγανιστικό ερωτισμό. Έναν προκλητικό χορευτικό  αισθησιασμό.

Η Σαλώμη όμως δεν χορεύει για να διασκεδάσει τους καλεσμένους, ούτε επειδή σέβεται τον Ηρώδη. Ο χορός της είναι ένα ψυχρό, υπολογισμένο όπλο. Γνωρίζοντας την τυφλή εμμονή του Ηρώδη, χρησιμοποιεί τον αισθησιασμό της για να τον μαγέψει τελείως. Κάθε πέπλο που πέφτει, μειώνει και τις αντιστάσεις του βασιλιά, σφραγίζοντας τη μοίρα του Ιωάννη- Ιοκαναάν.

Και όταν ο χορός τελειώνει, ζητά την ανταμοιβή της: το κεφάλι του Ιοκαναάν πάνω σε ένα πιάτο.

Ο Ηρώδης βρίσκεται παγιδευμένος στην ίδια του την υπόσχεση. Προσπαθεί να αποφύγει την απαίτηση, όμως τελικά υποχωρεί. Ο προφήτης αποκεφαλίζεται και το κεφάλι του παραδίδεται στη Σαλώμη.

Και τότε έρχεται η πιο σκοτεινή εικόνα του έργου.

Η Σαλώμη ξεκινά έναν παρατεταμένο, παθιασμένο και σχεδόν παραληρηματικό μονόλογο απευθυνόμενη στο κεφάλι. Τονίζει ότι, παρόλο που ζωντανός την απέρριψε, τώρα της ανήκει ολοκληρωτικά. Σε κατάσταση απόλυτης έκστασης, η Σαλώμη φιλά στο στόμα το ματωμένο κεφάλι του προφήτη. Η φράση της «Φίλησα το στόμα σου, Ιοκαναάν» σφραγίζει τη σκηνή.

Το φιλί, που υπό άλλες συνθήκες θα αποτελούσε σύμβολο ένωσης και έρωτα, εδώ γίνεται σύμβολο μιας ακραίας και νοσηρής κατοχής. Η επιθυμία έχει περάσει από τη ζωή στον θάνατο. Ο άνθρωπος που αρνήθηκε να της ανήκει ζωντανός γίνεται αντικείμενο απόλυτης κατοχής νεκρός.

Ο Ηρώδης, παρακολουθώντας τη σκηνή, κυριεύεται από απόλυτο τρόμο και αηδία. Συνειδητοποιεί ότι η πράξη αυτή αποτελεί τεράστια ύβρη και κακό οιώνό για το βασίλειό του. Διατάζει να σβήσουν οι πυρσοί. Το φεγγάρι, που σε όλο το έργο συμβολίζει την ψυχική κατάσταση των ηρώων, κρύβεται πίσω από τα σύννεφα, βυθίζοντας τη σκηνή στο απόλυτο σκοτάδι.

Μέσα στο σκοτάδι, μια ακτίνα φεγγαριού πέφτει ξαφνικά πάνω στη Σαλώμη. Ο Ηρώδης, ανίκανος να αντέξει το θέαμα, γυρίζει και φωνάζει στους στρατιώτες του: «Σκοτώστε αυτή τη γυναίκα!».

Οι στρατιώτες ορμούν και συνθλίβουν τη Σαλώμη κάτω από τις ασπίδες τους. Η αυλαία πέφτει ακαριαία. Το έργο τελειώνει εκεί. 

Ο Ουάιλντ ανατρέπει εντελώς την Βιβλική ιστορία της Σαλώμης. 

Στην Βίβλο η Σαλώμη δεν αναφέρεται καν με το όνομά της. Αποκαλείται απλώς «η θυγατέρα της Ηρωδιάδος». Το όνομα Σαλώμη το γνωρίζουμε από τον σπουδαίο Ιουδαίο ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο. Στη Βίβλο η Σαλώμη δεν έχει κανένα προσωπικό ή νοσηρό πάθος με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Είναι ένα νεαρό, υπάκουο κορίτσι που απλώς εκτελεί τις εντολές της μητέρας της. Αφού χορεύει, ζητά το κεφάλι του Ιωάννη επειδή την καθοδηγεί η έξαλλη και εκδικητική μητέρα της, η Ηρωδιάδα (την οποία ο Ιωάννης είχε κατακρίνει δημόσια για τον παράνομο γάμο της με τον Ηρώδη Αντύπα). Η ιστορία της στη Βίβλο σταματά τη στιγμή που παίρνει το κεφάλι πάνω στο πιάτο και το παραδίδει στη μητέρα της. Τα Ευαγγέλια δεν αναφέρουν τίποτα για το τι απέγινε μετά. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο η πραγματική πριγκίπισσα Σαλώμη έζησε μια κανονική ζωή στη βασιλική αυλή. Παντρεύτηκε πρώτα τον θείο της, τον Φίλιππο τον Τετράρχη. Μετά τον θάνατό του, παντρεύτηκε τον εξάδελφό της, Αριστόβουλο της Χαλκίδας, με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά (τον Ηρώδη, τον Αγρίππα και τον Αριστόβουλο). Έγινε μάλιστα βασίλισσα της Χαλκίδας και της Μικρής Αρμενίας, ενώ το πρόσωπό της είχε αποτυπωθεί και σε αρχαία νομίσματα της εποχής.

Ο Ουάιλντ ανατρέπει όλη την ιστορία της Σαλώμης για να περάσει το μήνυμά του. Ο συγγραφέας συνδέει απόλυτα την ερωτική επιθυμία με την καταστροφή. Η Σαλώμη κερδίζει αυτό που ήθελε, αλλά το τίμημα είναι ο θάνατος. Η Σαλώμη ενσαρκώνει το απόλυτο αρχέτυπο της «μοιραίας γυναίκας» που καταστρέφει τους άνδρες γύρω της, αλλά τελικά καταστρέφεται και η ίδια από το ίδιο της το πάθος.

Μόνο και μόνο αυτή η ανατροπή της Βιβλικής ιστορίας της Σαλώμης, από τον Ουάιλντ αρκούσε να σκανδαλίσει. Για αυτό και το έργο εξ αρχής γνώρισε την επίθεση της λογοκρισίας. Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του έργου του Ουάιλντ, κατέχει η περιπέτεια τόσο της έκδοσής του, όσο και του ανεβάσματός του στην θεατρική σκηνή. Ο Ουάιλντ έγραψε το έργο στα γαλλικά. Η αγγλική μετάφραση έγινε από τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας, τον άνθρωπο με τον οποίο ο συγγραφέας διατηρούσε ερωτική σχέση.

Το έργο αντιμετώπισε εξ αρχής προβλήματα λογοκρισίας στη Βρετανία και απαγορεύτηκε για δεκαετίες, καθώς η τότε νομοθεσία δεν επέτρεπε την επί σκηνής απεικόνιση βιβλικών προσώπων. Η «Σαλώμη» του Ουάιλντ είχε, επομένως, ήδη από τη γέννησή της μια σχέση με την απαγόρευση -ακριβώς όπως και η ίδια η ηρωίδα της έχει μια σχέση με το απαγορευμένο.

Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε τελικά στο Παρίσι το 1896, όταν ο ίδιος ο Ουάιλντ βρισκόταν στη φυλακή.

Ιδιαίτερη θέση στην πρώτη αγγλική έκδοση του έργου κατέχουν και τα διάσημα σχέδια του Όμπρεϊ Μπίρντσλεϊ, τα οποία συνόδευσαν την αγγλική έκδοση. Προκλητικά, αισθησιακά και συχνά εφιαλτικά, τα σχέδια αυτά μοιάζουν να συνομιλούν ιδανικά με τον κόσμο του Ουάιλντ: έναν κόσμο όπου η ομορφιά δεν είναι ποτέ αθώα και όπου πίσω από την αισθησιακή επιφάνεια παραμονεύει πάντοτε κάτι σκοτεινό.

Τα σχέδια αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα μνημεία του Αισθητισμού και της Art Nouveau. Τα έργα αυτά έγιναν εξίσου διάσημα με το ίδιο το θεατρικό κείμενο, καθώς αιχμαλώτισαν απόλυτα την προκλητική και σκοτεινή ατμόσφαιρα που επιζητούσε ο Όσκαρ Ουάιλντ.

Ο Μπίρντσλεϊ χρησιμοποίησε αποκλειστικά μαύρο μελάνι σε λευκό χαρτί. Οι έντονες αντιθέσεις και οι καθαρές γραμμές δημιουργούν μια θεατρική και μυστηριώδη αίσθηση.

Το στυλ του ήταν έντονα επηρεασμένο από τα ιαπωνικά ξυλόγλυπτα (Ukiyo-e), με επίπεδα σχήματα, έλλειψη παραδοσιακής σκίασης και ασύμμετρες συνθέσεις. Τα σχέδια ήταν γεμάτα από προκλητικά, ερωτικά και συχνά γκροτέσκα στοιχεία, αψηφώντας τα συντηρητικά ήθη της Βικτωριανής Αγγλίας.

Η αντίδραση του βρετανικού τύπου και της κοινής γνώμης το 1894, όταν κυκλοφόρησε η αγγλική έκδοση της «Σαλώμης» με τα σχέδια του Μπίρντσλεϊ, ήταν σφοδρή, εχθρική και γεμάτη ηθικό πανικό. Για τη συντηρητική Βικτωριανή κοινωνία, το βιβλίο θεωρήθηκε μια «δηλητηριώδης» επίθεση στα χρηστά ήθη, με τον τύπο να χρησιμοποιεί σκληρούς χαρακτηρισμούς τόσο για το κείμενο του Ουάιλντ όσο και για την εικονογράφηση. Η εφημερίδα "The Times" κατηγόρησε τα σχέδια ότι ήταν «φαντασιώσεις δεισιδαιμονίας και ακολασίας», τονίζοντας ότι δεν είχαν καμία θέση σε μια χριστιανική χώρα. Η αντίδραση ήταν τόσο έντονη που ο εκδότης, Τζον Λέιν, αναγκάστηκε να λογοκρίνει και να αλλάξει τρία από τα πιο προκλητικά σχέδια του Μπίρντσλεϊ (που απεικόνιζαν εμφανή γεννητικά όργανα και γυμνότητα) πριν το βιβλίο τυπωθεί, για να αποφύγει τη δίωξη από την αστυνομία.

Όπως συνέβαινε συχνά με τον Όσκαρ Ουάιλντ, η αρνητική δημοσιότητα λειτούργησε ως η καλύτερη διαφήμιση. Το σκάνδαλο γύρω από το βιβλίο εξήψε την περιέργεια των προοδευτικών καλλιτεχνών και των νεαρών διανοούμενων της εποχής. Η έκδοση έγινε ανάρπαστη στους καλλιτεχνικούς κύκλους, καθιερώνοντας μάλιστα τον Μπίρντσλεϊ ως το «τρομερό παιδί» της αγγλικής εικονογράφησης.

Η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά στις 11 Φεβρουαρίου 1896 στο πειραματικό «Θέατρο της Δημιουργίας» (Théâtre de l'Œuvre) στο Παρίσι, κάτω από εξαιρετικά δραματικές συνθήκες. Το 1896, ο Όσκαρ Ουάιλντ βρισκόταν ήδη έγκλειστος στη φυλακή του Ρέντινγκ, καταδικασμένος για ομοφυλοφιλία, έχοντας χάσει την περιουσία και τη φήμη του. Ο Γάλλος σκηνοθέτης και ηθοποιός Ωρελιέν Λουνιέ-Ποέ ανέβασε την παράσταση (κρατώντας μάλιστα ο ίδιος τον ρόλο του Ηρώδη) ως μια ανοιχτή πράξη συμπαράστασης και διαμαρτυρίας ενάντια στη βρετανική υποκρισία.

Η πρεμιέρα εξελίχθηκε σε θρίαμβο. Το κοινό, το οποίο αποτελούνταν από την πνευματική ελίτ του Παρισιού, ξέσπασε σε θρυλικά χειροκροτήματα στο άκουσμα του ονόματος του φυλακισμένου συγγραφέα. Ο γαλλικός τύπος αποθέωσε την πρωταγωνίστρια Λίνα Μούντε (Lina Munte) για τον ρόλο της Σαλώμης, με την εφημερίδα "Le Matin" να εξαίρει την «άγρια αισθησιακότητά» της στη σκηνή. Η εφημερίδα L'Événement έγραψε χαρακτηριστικά ότι η παράσταση ήταν «μια διαμαρτυρία ενάντια στην αγγλική ηθική».

Στις 9 Δεκεμβρίου 1905, έκανε πρεμιέρα στη Δρέσδη της Γερμανίας η περίφημη όπερα «Σαλώμη» του Ρίχαρντ Στράους. Ο Στράους παρακολούθησε το θεατρικό έργο του Όσκαρ Ουάιλντ στο Βερολίνο, σε σκηνοθεσία του Μαξ Ράινχαρντ, και μαγεύτηκε αμέσως. Χρησιμοποίησε τη γερμανική μετάφραση του κειμένου σχεδόν αυτούσια, μετατρέποντας την τραγωδία σε μια συγκλονιστική, μονόπρακτη όπερα που άλλαξε την ιστορία της μουσικής.

Ο Στράους ανέβασε την όπερα του με μια τεράστια ορχήστρα με περισσότερους από 100 μουσικούς. Αυτό δημιούργησε έναν πρωτόγνωρο, πυκνό και «ηλεκτρισμένο» ήχο που απέδιδε τέλεια τη νοσηρή ατμόσφαιρα του έργου του Ουάιλντ. Η μουσική είναι γεμάτη από άγριες διαφωνίες (dissonances) και πρωτοποριακή αρμονία. Η περίφημη τελική συγχορδία της όπερας, τη στιγμή που ο Ηρώδης διατάζει τη θανάτωση της Σαλώμης, θεωρείται μία από τις πιο διάσημες και σοκαριστικές στιγμές στην ιστορία της κλασικής μουσικής. 

Ο Στράους έντυσε τη σκηνή του Χορού των Επτά Πέπλων με μια εκπληκτική, αισθησιακή μουσική γεμάτη ανατολίτικα μοτίβα (οριενταλισμό). Η μουσική ξεκινά αργά και υποβλητικά, αυξάνοντας σταδιακά την ταχύτητα και την ένταση, οδηγώντας σε ένα ξέφρενο ορχηστρικό κρεσέντο. Στις περισσότερες σύγχρονες παραγωγές, η υψίφωνος (σοπράνο) καλείται να χορέψει η ίδια αυτή την άκρως απαιτητική και σωματικά εξαντλητική σκηνή.

Η τελική σκηνή της όπερας είναι ένας από τους πιο απαιτητικούς μονολόγους για δραματική σοπράνο. Η Σαλώμη τραγουδά ένα θριαμβευτικό και ταυτόχρονα μακάβριο ερωτικό τραγούδι στο κομμένο κεφάλι του Ιωάννη. Η μουσική φτάνει σε μια αλλόκοτη έκσταση τη στιγμή που εκείνη φιλά τα ματωμένα χείλη, προκαλώντας τρόμο στον θεατή.

Όπως και το θεατρικό, έτσι και η όπερα αντιμετώπισε τεράστια λογοκρισία λόγω του σεξουαλικού της περιεχομένου. Μετά την πρώτη της παρουσίαση στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης το 1907, οι εύποροι χορηγοί σοκαρίστηκαν τόσο πολύ από τη «νεκροφιλική» τελική σκηνή, που ανάγκασαν τη διοίκηση να ακυρώσει όλες τις επόμενες παραστάσεις.

Παρά τις αντιδράσεις, η «Σαλώμη» του Στράους σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία και καθιερώθηκε παγκοσμίως, αποτελώντας μέχρι σήμερα μια από τις πιο δημοφιλείς και συχνά παρουσιαζόμενες όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου.




Η όπερα του Ρίχαρντ Στράους έκανε πρεμιέρα στην Αγγλία στις 8 Δεκεμβρίου 1910 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Τόμας Μπίτσαμ. Η λογοκρισία είχε άρει την απαγόρευση από το 1907, αλλά επέβαλε τροποποιήσεις στο κείμενο για να επιτραπεί η παράσταση. Αντίθετα η πρώτη επίσημη θεατρική παράσταση του έργου του Ουάιλντ έγινε πολλά  χρόνια αργότερα στις 5 Οκτωβρίου 1931 στο ιστορικό Θέατρο Σαβόι (Savoy Theatre) του Λονδίνου.

Η «Σαλώμη» είναι, τελικά, ένα μικρό σε έκταση αλλά τεράστιο σε συμβολική δύναμη έργο. Ο Ουάιλντ χρησιμοποιεί τη βιβλική ιστορία σαν σκηνικό για να μιλήσει για κάτι πολύ βαθύτερο: για την ανθρώπινη επιθυμία όταν παύει να γνωρίζει όρια.

Η «Σαλώμη» μπορεί να διαβαστεί ως ένα έργο για τον έρωτα. Ίσως όμως είναι πιο ενδιαφέρον να διαβαστεί ως ένα έργο για την αδυναμία μας να αντέξουμε την άρνηση.

Γιατί η Σαλώμη δεν καταστρέφεται επειδή αγαπά. Καταστρέφεται επειδή δεν μπορεί να δεχθεί ότι ο άλλος δεν της ανήκει.

Αυτό είναι ίσως το πιο σύγχρονο και ταυτόχρονα το πιο τρομακτικό στοιχείο της τραγωδίας.

Η επιθυμία από μόνη της δεν είναι επικίνδυνη. Είναι μια από τις πιο ανθρώπινες δυνάμεις. Γεννιόμαστε από επιθυμίες, κινούμαστε από επιθυμίες, δημιουργούμε, αγαπάμε, διεκδικούμε και ονειρευόμαστε επειδή επιθυμούμε.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επιθυμία παύει να αναγνωρίζει την ελευθερία του άλλου.

Όταν το «σε θέλω» μετατρέπεται σε «σε θέλω, άρα πρέπει να μου ανήκεις».

Και τότε ο έρωτας μπορεί να μετατραπεί σε εξουσία.

Η Σαλώμη δεν ζητά πλέον την ανταπόκριση του Ιοκαναάν. Ζητά την εξάλειψη της άρνησής του. Αν δεν μπορεί να έχει τον άνθρωπο, θα έχει το σώμα του. Αν δεν μπορεί να ακούσει το «ναι», θα επιβάλει τη σιωπή.

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη φρίκη του έργου.

Ο θάνατος γίνεται η τελική μορφή κατοχής.

Ένας ζωντανός άνθρωπος μπορεί να φύγει. Μπορεί να αρνηθεί. Μπορεί να αλλάξει γνώμη. Μπορεί να πει «δεν σε θέλω». Ένας νεκρός δεν μπορεί να κάνει τίποτε από όλα αυτά.

Η Σαλώμη, λοιπόν, καταφέρνει το αδύνατο: αποκτά απόλυτη εξουσία πάνω σε εκείνον ακριβώς επειδή τον χάνει οριστικά.

Το φιλί στο κομμένο κεφάλι είναι η εικόνα αυτής της παράδοξης νίκης. Είναι ένα φιλί χωρίς ανταπόκριση, χωρίς μέλλον, χωρίς ζωή. Ένα φιλί που δεν ενώνει δύο ανθρώπους αλλά καταργεί τον έναν από τους δύο.

Και ίσως εδώ ο Ουάιλντ θέτει ένα ερώτημα που ξεπερνά κατά πολύ τη βιβλική ιστορία: Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν δεν μπορεί να αντέξει την απόρριψη;

Στις ανθρώπινες σχέσεις, η απόρριψη είναι μια μικρή τραγωδία του εγωισμού. Μας πληγώνει επειδή μας θυμίζει ότι ο άλλος είναι ένας ξεχωριστός κόσμος, πάνω στον οποίο δεν έχουμε κυριαρχία.

Δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε κάποιον να μας αγαπήσει.

Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε επιθυμία.

Δεν μπορούμε να μετατρέψουμε την ελευθερία του άλλου σε δική μας ιδιοκτησία.

Η αξιοπρέπεια του έρωτα αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η απαίτηση.

Η «Σαλώμη» μας θυμίζει, με τον πιο ακραίο τρόπο, ότι ανάμεσα στον έρωτα και στην κατοχή υπάρχει μια τεράστια ηθική απόσταση. Ο έρωτας λέει: «Σε θέλω, αλλά είσαι ελεύθερος να μη με θέλεις». Η κατοχή λέει: «Αν δεν είσαι δικός μου, δεν θα είσαι κανείς».

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο φράσεις είναι η διαφορά ανάμεσα στην αγάπη και στην εξουσία.

Και ίσως γι' αυτό η «Σαλώμη» εξακολουθεί να μας ενοχλεί.

Δεν μας τρομάζει μόνο η βία της. Μας τρομάζει επειδή αναγνωρίζουμε μέσα της κάτι βαθιά ανθρώπινο: την επιθυμία να κρατήσουμε αυτό που χάνουμε, την οργή απέναντι σε εκείνον που μας αρνείται, την ανάγκη να νικήσουμε ακόμη κι όταν η νίκη δεν έχει πια κανένα νόημα.

Η Σαλώμη τελικά παίρνει αυτό που ζήτησε.

Παίρνει το κεφάλι του Ιοκαναάν.

Αλλά αυτό δεν είναι νίκη.

Είναι η απόλυτη αποτυχία της επιθυμίας.

Γιατί η επιθυμία, για να παραμείνει ζωντανή, χρειάζεται απέναντί της έναν ζωντανό άνθρωπο. Χρειάζεται ελευθερία, απόσταση, αβεβαιότητα, ακόμη και την πιθανότητα της απόρριψης.

Χωρίς αυτά, ο έρωτας παύει να είναι συνάντηση.

Γίνεται κατοχή.

Και όταν η κατοχή φτάσει στο απόλυτο σημείο της, δεν μένει τίποτε άλλο παρά ένα κομμένο κεφάλι πάνω σε ένα πιάτο και ένα φιλί που δεν μπορεί ποτέ να επιστραφεί.




Δεν υπάρχουν σχόλια: