Ίσως το νόημα της ύπαρξης να αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η ανάγκη μας να την εξηγήσουμε.
Στέκομαι μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Στο περβάζι, δυο σπουργίτια. Μικρά πλάσματα που δεν γνωρίζουν τίποτε από τις μεγάλες μας αγωνίες: τον χρόνο, τον θάνατο, τον προορισμό, την ανάγκη να αφήσουμε πίσω μας κάτι που να αποδεικνύει πως υπήρξαμε.
Κι όμως, υπάρχουν.
Έρχονται, στέκονται, κοιτούν, πετούν. Η παρουσία τους δεν υπηρετεί κάποιον φανερό σκοπό. Δεν χρειάζεται να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους. Δεν αναζητούν το νόημα της ζωής· είναι μέσα στη ζωή.
Ίσως αυτή να είναι η μεγάλη ανθρώπινη παράδοξη κατάσταση: έχουμε αποκτήσει τη συνείδηση της ύπαρξής μας και μαζί της την ανάγκη να βρούμε έναν λόγο γι’ αυτήν. Γεννιόμαστε χωρίς να ερωτηθούμε, ζούμε γνωρίζοντας ότι κάποτε θα πεθάνουμε και ανάμεσα στα δύο προσπαθούμε να κατασκευάσουμε μια σημασία που να αντέχει απέναντι στο εφήμερο.
Χτίζουμε, αγαπάμε, δημιουργούμε, θυμόμαστε. Κι όλα αυτά ίσως δεν είναι παρά η ανθρώπινη προσπάθεια να νικήσουμε, έστω συμβολικά, τη βεβαιότητα της φθοράς.
Τα σπουργίτια όμως δεν γνωρίζουν αυτή την ανάγκη.
Και ίσως γι’ αυτό, κοιτάζοντάς τα, αισθάνεσαι κάτι παράξενα βαθύ: πως το νόημα δεν βρίσκεται πάντοτε σε κάτι που πρέπει να κατακτήσουμε. Μπορεί να βρίσκεται στην ίδια την πράξη του να είμαστε.
Το περβάζι είναι για λίγο σταθμός. Το παράθυρο ένα όριο ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο. Κι εμείς, όπως εκείνα, στεκόμαστε προσωρινά πάνω σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που δεν έχει ακόμη υπάρξει.
Ύστερα θα φύγουμε.
Όπως φεύγουν τα σπουργίτια.
Και ίσως τότε καταλάβουμε πως το μεγαλύτερο μυστήριο δεν είναι ότι η ζωή έχει ένα νόημα που δυσκολευόμαστε να βρούμε.
Είναι ότι, μέσα στην απεραντοσύνη του χρόνου, μας δόθηκε για λίγο η δυνατότητα να υπάρξουμε και να κοιτάξουμε τον κόσμο.
Ακόμη κι ένα περβάζι με δυο σπουργίτια μπορεί να είναι αρκετό για να το θυμηθούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου