Στην άκρη της κουζίνας του χωριού, ανάμεσα σε αντικείμενα που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει, στέκει το μπρούτζινο γουδί με το γουδοχέρι του. Βαρύ, λιτό, σημαδεμένο από τα χρόνια, μοιάζει περισσότερο με μικρό οικογενειακό κειμήλιο παρά με σκεύος καθημερινής χρήσης.
Κάποτε, ο ήχος του γουδοχεριού ήταν ένας γνώριμος ρυθμός του σπιτιού. Κάθε χτύπημα έσπαζε τους σπόρους, τα μπαχαρικά, τα αρωματικά βότανα, το σκόρδο· μα μαζί τους έσπαγε και η σιωπή της κουζίνας. Η γεύση δεν ερχόταν έτοιμη. Χτιζόταν αργά, με το χέρι, την υπομονή και τον ρυθμό.
Το μπρούτζο κρατούσε πάνω του τη ζεστασιά των χεριών και τη μνήμη αμέτρητων παρασκευών. Το γουδοχέρι, φθαρμένο από τη χρήση, μαρτυρούσε πως η καθημερινότητα κάποτε απαιτούσε συμμετοχή. Δεν υπήρχαν κουμπιά, μηχανές και έτοιμες σκόνες. Υπήρχε ο άνθρωπος απέναντι στο υλικό και ο χρόνος που χρειαζόταν για να μεταμορφωθεί.
Ίσως γι’ αυτό το παλιό γουδί συγκινεί ακόμη. Δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο μιας άλλης εποχής. Είναι μια μικρή υπενθύμιση πως τα πιο ουσιαστικά πράγματα στη ζωή χρειάζονται κάποτε κόπο, ρυθμό και υπομονή. Και πως μέσα σε έναν κόσμο που βιάζεται να τα κάνει όλα γρήγορα, αξίζει να θυμόμαστε τον παλιό ρυθμό του γουδοχεριού: χτύπημα με το χτύπημα, λίγο λίγο, μέχρι η ύλη να γίνει γεύση και η πράξη να γίνει μνήμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου