Πώς η ταινία «Wild» επαναπροσδιορίζει τη σχέση μας με το πένθος και τη φύση.
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που το βάρος της απώλειας γίνεται τόσο ασήκωτο, ώστε ο μόνος τρόπος για να συνεχίσεις είναι να αρχίσεις να περπατάς. Όχι απαραίτητα για να φτάσεις κάπου, αλλά για να απομακρυνθείς λίγο από εκεί όπου βρίσκεσαι. Να αφήσεις πίσω σου, έστω για λίγο, όσα σε συντρίβουν.
Αυτό έκανε η Cheryl Strayed το 1995. Χωρίς ουσιαστική εμπειρία πεζοπορίας, αποφάσισε να διασχίσει μόνη της περίπου 1.100 μίλια του Pacific Crest Trail, από την έρημο, τους θαμνότοπους και τα λιβάδια μέχρι τα βουνά, τα δάση και τα χιόνια. Η προσωπική της ιστορία μεταφέρθηκε το 2014 στη μεγάλη οθόνη από τον Jean-Marc Vallée, με τη Reese Witherspoon σε μια συγκλονιστική ερμηνεία.
Η «Άγρια» όμως δεν είναι απλώς μια ταινία για μια δύσκολη πεζοπορία. Είναι μια βαθιά ψυχολογική διαδρομή μέσα στο πένθος, την ενοχή, την απώλεια, την αυτοκαταστροφή και, τελικά, την αυτοσυγχώρεση.
Ένα σακίδιο γεμάτο αναμνήσεις.
Από τις πρώτες κιόλας εικόνες, το τεράστιο σακίδιο της Cheryl, το «Monster» (το τέρας) όπως το ονομάζει η ίδια, γίνεται κάτι περισσότερο από εξοπλισμός πεζοπορίας. Είναι η ορατή εικόνα ενός αόρατου βάρους.
Μέσα του δεν βρίσκονται μόνο η σκηνή, τα τρόφιμα και τα αντικείμενα τα απαραίτητα για την επιβίωσή της. Βρίσκονται ο θάνατος της μητέρας της, η διάλυση του γάμου της, οι ενοχές της, η εξάρτηση από τα ναρκωτικά, οι απιστίες και όλες εκείνες οι επιλογές με τις οποίες προσπάθησε να ξεφύγει από τον πόνο της.
Όσο περισσότερο περπατά, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε ότι το πραγματικό της ταξίδι δεν βρίσκεται έξω από αυτήν. Βρίσκεται μέσα της.
Τα φλας μπακ λειτουργούν σαν θραύσματα μνήμης. Το παρελθόν επιστρέφει ξανά και ξανά, την ώρα που το σώμα της δοκιμάζεται από την πείνα, το κρύο, τις πληγές, την εξάντληση και τη μοναξιά. Κι έτσι συμβαίνει κάτι παράδοξο: όσο περισσότερο το σώμα κουράζεται, τόσο λιγότερο μπορεί το μυαλό να κρυφτεί.
Στην ερημιά δεν υπάρχουν εύκολες διαφυγές.
Υπάρχει μόνο εκείνη και όσα κουβαλά.
Το τραγούδι της μητέρας.
Κι ανάμεσα στις εικόνες, στα βήματα και στις αναμνήσεις, υπάρχει ένα τραγούδι.
Το «El Condor Pasa (If I Could)» των Simon & Garfunkel αποτελεί το χαρακτηριστικό μουσικό μοτίβο της ταινίας. Δεν είναι απλώς ένα τραγούδι που συνοδεύει την πορεία της Cheryl. Είναι η μουσική της μνήμης της.
Η μελωδία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μητέρα της, την Bobbi. Η Cheryl τη θυμάται, τη σιγοτραγουδά, την ακούει μέσα της. Κι έτσι ένα τραγούδι γίνεται ξαφνικά ένας δρόμος προς το παρελθόν.
Η μουσική έχει αυτή την παράξενη δύναμη: μπορεί να κάνει τον χρόνο να καταρρεύσει.
Ένα τραγούδι που ακούμε σήμερα μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μας επιστρέψει σε ένα σπίτι που δεν υπάρχει πια, σε έναν άνθρωπο που έχει φύγει, σε μια εποχή που νομίζαμε πως είχαμε ξεχάσει.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη Cheryl.
Το «El Condor Pasa» είναι η φωνή της μητέρας της που συνεχίζει να υπάρχει μέσα της.
Και ίσως γι' αυτό, στην αρχή, η Cheryl δεν θέλει να το ακούει. Γιατί δεν ακούει απλώς μια μελωδία. Ακούει την απουσία.
Ακούει τη μητέρα της.
Ακούει όλα όσα έχασε.
Ο Vallée έχει επιλέξει μάλιστα να χρησιμοποιεί τη μουσική με έναν ιδιαίτερο τρόπο: το τραγούδι επανέρχεται σαν θραύσμα, σαν ανάμνηση, ενώ η πλήρης εκδοχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία προς το τέλος της ταινίας.
Και μέσα σε αυτή τη μουσική υπάρχει ένας στίχος που αποκτά σχεδόν συμβολική διάσταση:
«I'd rather be a sparrow than a snail».
«Θα προτιμούσα να είμαι σπουργίτι παρά σαλιγκάρι».
Το σπουργίτι κινείται ελεύθερα. Πετά. Απομακρύνεται. Αναζητά τον ορίζοντα. Το σαλιγκάρι κουβαλά το σπίτι του στην πλάτη.
Και η Cheryl, στην αρχή της διαδρομής της, είναι ακριβώς αυτό: ένας άνθρωπος που κουβαλά παντού το σπίτι του παρελθόντος.
Μέχρι να μάθει να το αφήνει πίσω.
Το σφυρί και το καρφί.
Η ταινία ανοίγει με μια εικόνα σχεδόν ωμή.
Η Cheryl βρίσκεται μόνη στην άγρια φύση, με το πόδι της πληγωμένο από την πεζοπορία. Το νύχι του μεγάλου δαχτύλου της είναι ματωμένο και σχεδόν ξεκολλημένο. Κοιτάζει το τραυματισμένο πόδι της, παίρνει βαθιά ανάσα και, λίγο πριν το τραβήξει, μουρμουρίζει:
«I'd rather be a hammer than a nail.»
«Θα προτιμούσα να είμαι το σφυρί παρά το καρφί».
Είναι οι πρώτες λέξεις που ακούμε ουσιαστικά από την ίδια τη Cheryl και, κατά κάποιον τρόπο, αποτελούν το κλειδί ολόκληρης της ταινίας.
Το σφυρί και το καρφί γίνονται μια απλή αλλά δυνατή μεταφορά της ζωής της.
Για χρόνια η Cheryl αισθανόταν πως ήταν το καρφί. Χτυπημένη από τον θάνατο της μητέρας της, από τη διάλυση του γάμου της, από την εξάρτηση και τις δικές της αυτοκαταστροφικές επιλογές, είχε αφήσει τη ζωή να τη χτυπά ξανά και ξανά.
Τώρα όμως βρίσκεται μπροστά σε ένα δικό της χτύπημα.
Και αυτή τη φορά το προκαλεί η ίδια.
Αφαιρεί το νύχι, ουρλιάζει από τον πόνο και το πετά στο κενό. Είναι μια μικρή, σχεδόν σοκαριστική πράξη, αλλά λειτουργεί σαν προοίμιο ολόκληρης της διαδρομής που θα ακολουθήσει.
Για να προχωρήσει, θα πρέπει να πονέσει.
Και για να ξαναπάρει τη ζωή στα χέρια της, θα πρέπει πρώτα να περάσει μέσα από τον πόνο που τόσο καιρό προσπαθούσε να αποφύγει.
Και πάλι ο στίχος προέρχεται από το «El Condor Pasa». Το τραγούδι δεν είναι τυχαία επιλογή. Επιστρέφει ξανά και ξανά στην ταινία, άλλοτε ως μελωδία, άλλοτε ως τραγούδισμα και άλλοτε σαν μια σχεδόν ανεπαίσθητη ανάμνηση. Συνδέεται με τη μητέρα της, Bobbi, και έτσι μετατρέπεται σταδιακά σε μουσική της μνήμης.
Έτσι, η πρώτη φράση της ταινίας αποκτά μεγαλύτερο βάρος όσο προχωρά η ιστορία.
«Θα προτιμούσα να είμαι το σφυρί παρά το καρφί».
Δεν είναι απλώς ένας στίχος.
Είναι μια ευχή.
Η ευχή ενός ανθρώπου που θέλει να πάψει να είναι παθητικός απέναντι στη ζωή του. Που θέλει να πάψει να δέχεται τα χτυπήματα και να αρχίσει ξανά να κρατά ο ίδιος το τιμόνι.
Και ίσως ολόκληρη η πορεία της Cheryl στο Pacific Crest Trail να είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια: να μετακινηθεί από τη θέση του καρφιού στη θέση του σφυριού.
Όχι για να χτυπήσει τους άλλους.
Αλλά για να ξαναχτίσει τον εαυτό της.
Η φύση δεν κρίνει.
Η μεγάλη δύναμη της ταινίας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τη φύση.
Τα βουνά δεν είναι εχθρός. Τα δάση δεν είναι αντίπαλος. Η έρημος δεν είναι τιμωρία. Η φύση δεν γνωρίζει την ιστορία της Cheryl και, κυρίως, δεν ενδιαφέρεται να την καταδικάσει.
Δεν τη ρωτά τι έκανε.
Δεν της ζητά να απολογηθεί.
Δεν απαιτεί να γίνει κάποια άλλη.
Της ζητά μόνο να είναι παρούσα.
Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη θεραπευτική δύναμη της φύσης: δεν μας προσφέρει απαντήσεις, αλλά μας απαλλάσσει για λίγο από τον θόρυβο που δεν μας επιτρέπει να ακούσουμε τον εαυτό μας.
Το βουνό δεν μπορεί να διαγράψει το πένθος. Μπορεί όμως να του δώσει χώρο.
Και η σιωπή του δάσους μπορεί να γίνει ο χώρος όπου για πρώτη φορά ακούμε καθαρά όσα τόσο καιρό προσπαθούσαμε να αποφύγουμε.
Το πένθος δεν ξεπερνιέται· περπατιέται.
Η ταινία μιλά για το πένθος με έναν τρόπο βαθιά ανθρώπινο. Δεν παρουσιάζει τη θεραπεία ως μια ξαφνική στιγμή αποκάλυψης. Η Cheryl δεν ξυπνά ένα πρωί απαλλαγμένη από τον πόνο.
Προχωρά αργά.
Ένα βήμα.
Ένα μίλι.
Μια ανάσα.
Μια δύσκολη νύχτα.
Και ύστερα άλλη μία μέρα.
Το πένθος δεν είναι ένας τοίχος που πρέπει να περάσουμε απέναντι. Είναι ένας δρόμος που πρέπει να διασχίσουμε.
Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως δεν χρειάζεται να νικήσεις τον πόνο. Χρειάζεται να μάθεις να περπατάς μαζί του χωρίς να του επιτρέπεις να αποφασίζει για ολόκληρη τη ζωή σου.
Από την ενοχή στην αυτοσυγχώρεση.
Η Cheryl δεν μπορεί να αλλάξει τον θάνατο της μητέρας της. Δεν μπορεί να επιστρέψει στον γάμο της και να διορθώσει όσα έγιναν. Δεν μπορεί να διαγράψει τις εξαρτήσεις, τις απιστίες ή τις αυτοκαταστροφικές επιλογές της.
Μπορεί όμως να αλλάξει τη σχέση της με το παρελθόν.
Αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα της λύτρωσης.
Δεν σημαίνει να πεις ότι όσα συνέβησαν δεν είχαν σημασία. Ούτε ότι τα λάθη δεν έχουν συνέπειες. Σημαίνει να μπορείς κάποτε να κοιτάξεις τον άνθρωπο που υπήρξες και, αντί να τον μισήσεις, να τον καταλάβεις.
Να αναγνωρίσεις την ευθύνη σου χωρίς να καταδικάσεις για πάντα τον εαυτό σου.
Η αυτοσυγχώρεση δεν είναι λήθη.
Είναι συμφιλίωση.
Η Γέφυρα των Θεών.
Στο τέλος της διαδρομής, στη «Γέφυρα των Θεών», η Cheryl δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε.
Δεν έχει διαγράψει το παρελθόν της. Δεν έχει εξαφανίσει τις πληγές της. Έχει όμως πάψει να προσπαθεί να ξεφύγει από αυτές.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο σημείο της ταινίας.
Δεν λυτρωνόμαστε όταν καταφέρνουμε να ξεχάσουμε.
Λυτρωνόμαστε όταν μπορούμε να θυμόμαστε χωρίς να διαλυόμαστε.
Η Cheryl καταλαβαίνει ότι η ζωή της δεν αποτελείται μόνο από τα λάθη της. Αποτελείται και από την προσπάθεια να σηκωθεί μετά από αυτά. Από την επιθυμία να ξαναρχίσει. Από την αντοχή να συνεχίσει όταν όλα μέσα της της έλεγαν να εγκαταλείψει.
Όταν το μονοπάτι γίνεται ζωή.
Η «Άγρια» είναι τελικά μια ταινία για τον δρόμο.
Για όλους εκείνους τους δρόμους που παίρνουμε όταν δεν ξέρουμε πια πού πηγαίνουμε. Για τις φορές που χανόμαστε επειδή πρέπει να χαθούμε. Για τις διαδρομές που δεν μας οδηγούν απαραίτητα σε έναν νέο τόπο, αλλά σε έναν νέο τρόπο να κοιτάζουμε τον εαυτό μας.
Το μονοπάτι της Cheryl δεν είναι μόνο το Pacific Crest Trail. Είναι το μονοπάτι της επιστροφής στον εαυτό της.
Και ίσως γι' αυτό η ταινία αγγίζει τόσο βαθιά. Γιατί όλοι κουβαλάμε κάποια στιγμή ένα δικό μας «Monster». Ένα σακίδιο γεμάτο απώλειες, ενοχές, μνήμες, λάθη και ανείπωτα πράγματα.
Κάποια στιγμή όμως πρέπει να το σηκώσουμε στους ώμους μας και να ξεκινήσουμε.
Όχι επειδή ο δρόμος θα γίνει εύκολος.
Αλλά επειδή κάθε βήμα μάς θυμίζει πως ακόμη προχωράμε.
Και ίσως η λύτρωση να μην βρίσκεται στο τέλος του μονοπατιού.
Ίσως να βρίσκεται ακριβώς εκεί, ανάμεσα στα δύο βήματα:
στο ένα που αφήνει πίσω μας όσα δεν μπορούμε πια να αλλάξουμε
και στο άλλο που μας οδηγεί προς τη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου