13/8/26

Νιάλα: Όταν το χιόνι σκέπασε τις διαφορές.



Νιάλα: Εκεί όπου ο Εμφύλιος πάγωσε μέσα στο χιόνι.

Υπάρχουν τόποι όπου η Ιστορία δεν γράφεται μόνο με ημερομηνίες, ονόματα και στρατιωτικές επιχειρήσεις. Γράφεται με ανθρώπους που περπατούν μέσα στη νύχτα, με παιδιά που παγώνουν στην αγκαλιά των μανάδων τους, με στρατιώτες που μοιράζονται μια κουβέρτα με τον χθεσινό τους εχθρό και με νεκρούς που μένουν θαμμένοι κάτω από το χιόνι. Ένας τέτοιος τόπος είναι η Νιάλα.

Η τραγωδία της Νιάλας, στις 11 και 12 Απριλίου 1947, αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του Ελληνικού Εμφυλίου. Δεν είναι μόνο η ιστορία μιας στρατιωτικής επιχείρησης, μιας υποχώρησης ή μιας φονικής χιονοθύελλας. Είναι μια ιστορία για τον παραλογισμό του εμφυλίου πολέμου, για την ανθρώπινη αντοχή, για την αλληλεγγύη που μπορεί να γεννηθεί ακόμη και ανάμεσα σε αντιπάλους και, τελικά, για το πόσο εύκολα οι άνθρωποι μπορούν να χωριστούν σε στρατόπεδα ενώ η φύση εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει όλους με τον ίδιο τρόπο.

Τον Απρίλη του 1947 ξεκίνησαν οι πρώτες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των κυβερνητικών δυνάμεων κατά του Δημοκρατικού Στρατού. Οι επιχειρήσεις εξαπλώθηκαν από τη Ρούμελη στα Άγραφα, στον Κόζιακα, στα Τζουμέρκα, στα Χάσια, στα Αντιχάσια, στον Όλυμπο, στα Πιέρια και στον Γράμμο. Στις 5 Απρίλη 1947 ο στρατός εξορμά με 7 Μεραρχίες με σύνολο 40 τάγματα πεζικού, 36 λόχους ΛΟΚ, 20 τάγματα χωροφυλακής, 43 τάγματα εθνοφρουράς, στο γενικό σύνολο 80.000, με 60 αεροπλάνα και 40 πυροβόλα. Απέναντι, το Αρχηγείο Ρούμελης έχει να αντιπαραθέσει όλους κι όλους 1.000 αντάρτες. Το ειδικό σχέδιο ονομάζεται «Αετός». Από Καρδίτσα, Καρπενήσι και Αρτα τρεις καλά εξοπλισμένες ταξιαρχίες του κυβερνητικού στρατού ξεκινούν τις επιχειρήσεις στα Αγραφα.

Στην περιοχή δρούσε το τάγμα του Σοφιανού και μικρές ομάδες ανταρτών. Οι πρώτες σκληρές μάχες δόθηκαν στα ριζά των Αγράφων και την περιοχή της Νεβροπόλεως, όπου σήμερα είναι η λίμνη Πλαστήρα. Κάτω από την πίεση ισχυρών κυβερνητικών δυνάμεων το τάγμα του Σοφιανού, με 350 – 400 μαχητές, ακολουθούμενο από εκατοντάδες καταδιωκόμενους πολίτες και πολιτικές οργανώσεις της Καρδίτσας αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί στα Πετρίλια και κατόπιν στα Μεγάλα Βραγγιανά. Ανάμεσά τους υπήρχαν και τραυματίες από ένα κινητό νοσοκομείο.

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Κινδύνευαν να εγκλωβιστούν από παντού. Η μόνη διέξοδος φαινόταν να είναι ο ορεινός αυχένας της Νιάλας. Θα έβρισκαν σωτηρία αν το τάγμα κατάφερνε να φτάσει στη Σάικα και στο Καροπλέσι, από όπου  θα έμπαιναν στην περιοχή της Βουλγάρας, εκεί που βρισκόταν το Γενικό Αρχηγείο και το Αρχηγείο Θεσσαλίας του ΔΣΕ. Το πέρασμα όμως βρισκόταν στα 1.700–1.800 μέτρα. Και ήταν ακόμη Απρίλης.

Η πορεία προς τη Νιάλα ξεκίνησε τη Μεγάλη Παρασκευή, 11 Απριλίου 1947.

Μπροστά η διοίκηση και οι δύο πρώτοι λόχοι (Σοφιανός, Φωτεινός, Τρανταφυλλίδης, Αποστόλης). Στη μέση οι άοπλοι πολίτες και τα γυναικόπαιδα. Πίσω η οπισθοφυλακή, ο 3ος λόχος του Ερμή (Γιάννης Παπαϊωάννου).

Και τότε άρχισε η κακοκαιρία.

«Στα πρώτα βήματα ξεσπά άγρια κακοκαιρία με βροντές, αστραπές, κατακλυσμιαίες βροχές, κρύο ανυπόφορο και η Νιάλα είναι ακόμα πολύ μακριά και αόρατη από τα μολυβένια σύννεφα που τη σκεπάζουν. Ο δρόμος, ένας κατσικόδρομος με ατέλειωτες στροφές, τραχύς, δύσκολος και δύσβατος. Σε λίγο το κρύο γίνεται πολικό και η βροχή μετατρέπεται σε χιόνι. Παρά ταύτα η φάλαγγα, μια τεράστια αργοκίνητη σαρανταποδαρούσα, συνεχίζει αργά την πορεία της και όλοι ελπίζουν στο ποθούμενο τέρμα.»

Το χιόνι πυκνώνει. Ο δρόμος γίνεται αδιάβατος. Η ορατότητα χάνεται. Το κρύο μετατρέπεται σε θανάσιμη απειλή.

Η φάλαγγα φτάνει σε ένα στενό μονοπάτι, περίπου 300–350 μέτρα. Ο πάγος έχει γίνει θανάσιμα ολισθηρός.

«Πολλοί αντάρτες και “πολιτικοί” πέταξαν τα παπούτσια τους και περπάτησαν με τις κάλτσες για να γαντζώνουν στον πάγο. Όποιος γλιστρούσε χανόταν για πάντα.»

Εκεί άρχισαν να χάνονται οι πρώτοι άνθρωποι. Πρώτα τα πιο αδύναμα σώματα. Μωρά και γυναίκες.

«Τα πρώτα θύματα της φριχτής παγωνιάς είναι τα μωρά και οι γυναίκες.»

Μερικές δεκάδες άνθρωποι χάθηκαν ή πάγωσαν σε αυτή τη μικρή απόσταση. Τα δύο- τρία μουλάρια του τάγματος έπεσαν κι αυτά στη χαράδρα.

Η μαρτυρία του Βασίλη Φυτσιλή αποτυπώνει με συγκλονιστική ακρίβεια τη στιγμή:

«Τα μεταγωγικά του τάγματος - διηγείται ο Βασίλης Φυτσιλής - ήταν πια αδύνατο να προχωρήσουν. Τα ξεφόρτωσαν, κι έκρυψαν πρόχειρα το μοναδικό κανόνι μας και τον άλλο βαρύ οπλισμό, εκεί γύρω στα βράχια.

Το δικό μας το μουλάρι πάλεψε φιλότιμα, όσο μπόρεσε. Στο φρύδι ενός γκρεμού, τα πισινά του πόδια γλίστρησαν πάνω στον πάγο και έπεσε προς τα πίσω. Μόλις που πρόφτασα ν’ αφήσω την αλυσίδα. Θα με τραβούσε και μένα μαζί του.

Στάθηκα βουβός, κι άκουγα το κατρακύλισμα μέσα στο σκοτάδι. Το μοναδικό ζώο που πήρε μέρος στην πορεία μας κι έφτασε τόσο κοντά στον αυχένα της Νιάλας, με όλο το πολύτιμο φορτίο του, τον πολύγραφο, τις μηχανές κι όλο το υλικό του τυπογραφείου μας, χάθηκε μέσα στην άγρια χαράδρα. Μαζί του χάθηκε και το μαντολινάκι μου. Το δώρο του αδελφού…»

Και μέσα στο σκοτάδι, η ανθρώπινη φάλαγγα συνέχιζε.

«-Προχωρείτε! Προχωρείτε!.. Μην κόβετε τη φάλαγγα!»

Η εντολή δεν ήταν απλώς στρατιωτική. Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου.

«Βαδίζαμε, κρατώντας ο ένας τον άλλον απ’ τη χλαίνη, απ’ το σακάκι, απ’ τα χέρια. Μια ανθρώπινη αλυσίδα, που πάλευε, με πείσμα, να νικήσει αυτή την ξαφνική, την αναπάντεχη οργή της φύσης. Χιόνι και αέρας και παγωνιά θανατερή, στα μέσα του Απρίλη…»

Η εικόνα αυτή ίσως συμπυκνώνει ολόκληρη την τραγωδία της Νιάλας: άνθρωποι που κρατιούνται ο ένας από τον άλλον για να μη χαθούν.


Το βράδυ της 12ης Απριλίου η εμπροσθοφυλακή και οι δύο πρώτοι λόχοι καταφέρνουν να φτάσουν στην κορυφή του αυχένα. Η χιονοθύελλα τούς καλύπτει και δεν συναντούν κυβερνητικές δυνάμεις.

Ο τρίτος λόχος όμως, μαζί με τους πολίτες, έχει αποκοπεί.

Ο σύνδεσμος που γνώριζε την περιοχή έχει παγώσει.

Χωρίς οδηγό, χωρίς προσανατολισμό, μέσα στη χιονοθύελλα, συνεχίζουν στα τυφλά.

Και τότε, μέσα στην ομίχλη και το χιόνι, βλέπουν στρατιωτικές σκηνές. Είναι ο καταυλισμός του κυβερνητικού στρατού.

Η 72η Ταξιαρχία είχε εγκαταστήσει εκεί έναν λόχο, με διοικητή τον ταγματάρχη Αλευρά. Η χιονοθύελλα όμως είχε ήδη διαλύσει την οργανωμένη δύναμη. Πολλοί στρατιώτες είχαν υποχωρήσει προς τα Άγραφα για να γλυτώσουν, αφήνοντας πίσω σκηνές και εξοπλισμό. Στον καταυλισμό έμειναν περίπου τριάντα στρατιώτες.

Και τότε συνέβη κάτι σχεδόν απίστευτο.

Οι αντάρτες μπήκαν στις σκηνές των στρατιωτών. Οι στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού τους αντίκρισαν σαστισμένα.

Και μέσα στη φρίκη του εμφυλίου, δημιουργήθηκε μια μικρή, αυθόρμητη ανακωχή.

«Σαστισμένοι οι φαντάροι, γράφει ο Μενέλαος Μούστος, κοιτάνε τους μαχητές του ΔΣΕ να κατεβάζουν τους γυλιούς τους και ν’ αποθέτουν τα όπλα τους σαν νάταν παλιοί γνώριμοι ή νοικοκύρηδες στις σκηνές. Παίρνουν κι αυτοί θάρρος. Ξεκουκουλώνονται.

- Είμαστε αδέλφια, λένε, μη μας πειράξετε, ούτε εμείς θα σας πειράξουμε.

- Αδέρφια, αδέρφια, απαντάνε οι δικοί μας».

Για λίγες ώρες, οι αντίπαλοι έπαψαν να είναι αντίπαλοι.

«Αφησαν στην άκρη τις μεγάλες διαφορές τους και σαν παλιοί φίλοι βολεύτηκαν στα αντίσκηνα μοιράζοντας μεταξύ τους κουβέρτες, κονιάκ, σταφίδες, ψωμί, σοκολάτες…»

Η χιονοθύελλα είχε κάνει κάτι που ο πόλεμος αδυνατούσε να κάνει: τους είχε φέρει όλους στην ίδια πλευρά της ανθρώπινης ανάγκης.

Η ανακωχή όμως δεν μπορούσε να διαρκέσει.

Ο ταγματάρχης Αλευράς, θεωρώντας ότι οι αντάρτες είχαν πέσει στα χέρια του, βγήκε από τη σκηνή του και συνάντησε τον διοικητή του τρίτου λόχου, τον Ερμή. Ακολούθησε σύντομος διάλογος και ο Αλευράς διέταξε τον Ερμή να παραδοθεί.

Ο Ερμής αρνήθηκε να υπακούσει.

Ο Αλευράς έβγαλε το περίστροφό του και πυροβόλησε. Η σφαίρα πέρασε ξυστά από τον ώμο του Ερμή. Ο Ερμής ανταπέδωσε τα πυρά. Κι ο Αλευράς έπεσε νεκρός.

Ο θάνατος του Αλευρά σήμανε το τέλος της εύθραυστης ανακωχής.

«Ο Ερμής σήμανε αμέσως συναγερμό και μαζί με τα στελέχη του γύριζαν από σκηνή σε σκηνή φωνάζοντας: “Φεύγουμε – φεύγουμε!”»

Οι αντάρτες και οι πολίτες αποχώρησαν προς τη Σιάκα- σημερινά Πετράλωνα.

Όμως μέσα στην καταιγίδα δεν άκουσαν όλοι.

Σε τέσσερις ή πέντε σκηνές, απομακρυσμένες από τις υπόλοιπες, παρέμεναν 31 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα.


Το πρωί, όταν επέστρεψαν άνδρες του κυβερνητικού στρατού, βρήκαν τους επιζώντες μισοπαγωμένους.

Κάποιοι μεταφέρθηκαν στη Λαμία. Ακολούθησε έκτακτο στρατοδικείο.

Η τραγωδία της Νιάλας δεν τελείωσε με τη χιονοθύελλα.

Στις 3 Μαΐου 1947 εκδόθηκαν οι καταδικαστικές αποφάσεις. Δέκα καταδικάστηκαν σε θάνατο και οι υπόλοιποι σε ισόβια.

Η εκτέλεση των δέκα έγινε στις 9 Μαΐου 1947, στο νεκροταφείο της Ξηριώτισσας. Ανάμεσα στους μελλοθανάτους ήταν και η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα. Η αφήγηση για τις τελευταίες τους στιγμές έχει μείνει ως μία από τις πιο συγκλονιστικές εικόνες της ιστορίας της Νιάλας: οι μελλοθάνατοι, λίγο πριν από την εκτέλεση, στήνουν χορό.

«Η Βαγγελίτσα, φορώντας το κόκκινο μεταξωτό φουστάνι της, σέρνει πρώτη το χορό και την ακολουθούν οι υπόλοιποι εννέα τραγουδώντας, σ’ αυτό το “παράξενο” το συγκλονιστικό ξεφάντωμα

Μπροστά στον θάνατο, ο χορός γίνεται η τελευταία πράξη αξιοπρέπειας.


Χρόνια αργότερα, στον αυχένα της Νιάλας στήθηκε ένα λιτό μνημείο:

«ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΑΥΤΗ ΕΠΕΣΑΝ

ΧΤΥΠΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ

ΦΟΒΕΡΗ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ

ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΤΟΥ Δ.Σ.Ε.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ

ΚΥΒΕΡΝ. ΣΤΡΑΤΟΥ

ΚΑΙ ΑΜΑΧΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ

ΣΤΙΣ 12-4-1947»

Και δίπλα, μια μικρή μαρμάρινη πλάκα:

«Διαβάτη που περνάς άφησε εδώ ένα λουλούδι για όλους τους αδικοχαμένους του εμφύλιου».

Ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική κατάληξη της ιστορίας της Νιάλας.

Όχι επειδή σβήνει τις ευθύνες, τις ιδεολογικές συγκρούσεις ή τις εγκληματικές πράξεις του Εμφυλίου. Αλλά επειδή μας καλεί να κοιτάξουμε πίσω από τις παρατάξεις και τα σύμβολα και να δούμε τον άνθρωπο.

Στη Νιάλα δεν πάγωσαν μόνο αντάρτες. Δεν πάγωσαν μόνο στρατιώτες. Πάγωσαν και άμαχοι. Γυναίκες. Παιδιά. Άνθρωποι που βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια σύγκρουση μεγαλύτερη από τους ίδιους.

Και για λίγες ώρες, εκεί όπου ο εμφύλιος είχε χαράξει το πιο βαθύ του σύνορο, το χιόνι το διέγραψε.

Οι στρατιώτες του ενός στρατοπέδου και οι μαχητές του άλλου μοιράστηκαν τις ίδιες σκηνές, τις ίδιες κουβέρτες, το ίδιο ψωμί, τις ίδιες σταφίδες, την ίδια ανάγκη να επιβιώσουν.

Ίσως γι’ αυτό η Νιάλα δεν πρέπει να θυμάται μόνο τους νεκρούς της. Πρέπει να θυμάται και εκείνη τη μικρή στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι αναγνώρισαν ο ένας στον άλλον τον "Άνθρωπο".

Γιατί ο εμφύλιος χαράζει σύνορα μέσα στην κοινωνία. Η φύση όμως δεν γνωρίζει παρατάξεις.

Το χιόνι της Νιάλας έπεσε πάνω σε όλους.

Και κάτω από το χιόνι, για μια στιγμή, όλοι ήταν ίδιοι.

Η Νιάλα μένει έτσι ως ένας παγωμένος τόπος μνήμης. Ένας τόπος όπου η Ιστορία συναντά την ανθρώπινη τραγωδία και όπου το βουνό, σιωπηλό και αδιάφορο απέναντι στις ιδεολογίες, θυμίζει κάτι που οι άνθρωποι συχνά ξεχνούν: ότι πριν γίνουμε αντίπαλοι, είμαστε άνθρωποι.

Και ίσως γι’ αυτό, πάνω από όλες τις σημαίες, πάνω από όλες τις παρατάξεις και πάνω από όλες τις ερμηνείες της Ιστορίας, να παραμένει εκείνη η φράση χαραγμένη στο μάρμαρο:

«Για όλους τους αδικημένους του εμφύλιου».



Δεν υπάρχουν σχόλια: