10/8/26

Όταν ο Έρωτας γίνεται φυλακή.

 

Ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του στο «Act of Passion» του Ζωρζ Σιμενόν.

Υπάρχουν εγκλήματα που τελειώνουν τη στιγμή που διαπράττονται. Και υπάρχουν εγκλήματα που αρχίζουν πολύ νωρίτερα, μέσα σε μια σκέψη, σε μια σιωπή, σε μια καταπίεση που συσσωρεύεται αθόρυβα μέχρι να γίνει πράξη.

Στο «Act of Passion», ο Ζωρζ Σιμενόν δεν ενδιαφέρεται τόσο για το έγκλημα όσο για τη διαδρομή που οδηγεί έναν άνθρωπο μέχρι αυτό. Δεν στέκεται απέναντι στον δολοφόνο με την ασφάλεια του παρατηρητή. Μπαίνει μέσα στη συνείδησή του και την αφήνει να μιλήσει.

Το «Act of Passion» πρωτοκυκλοφόρησε αρχικά στα γαλλικά το 1947 με τον τίτλο "Lettre à mon juge". Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί ως "Γράμμα στον δικαστή μου". Ανήκει στην κατηγορία των «σκληρών μυθιστορημάτων» (romans durs) του συγγραφέα, όπου δεν υπάρχει ο επιθεωρητής Μαιγκρέ- ο κλασικός ήρωας των μυθιστορημάτων του Σιμενόν, αλλά η εστίαση στρέφεται αποκλειστικά στα σκοτεινά βάθη της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ολόκληρο το βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, με τη μορφή μιας μακροσκελούς επιστολής που στέλνει μέσα από τη φυλακή ο γιατρός Σαρλ Αλαβουάν (Charles Alavoine) στον ανακριτή/δικαστή του. Ο Αλαβουάν έχει ήδη δικαστεί και καταδικαστεί για τη δολοφονία της ερωμένης του, Μαρτίν. Δεν γράφει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά επειδή θέλει έστω ένας άνθρωπος να καταλάβει τα πραγματικά, βαθύτερα κίνητρα του εγκλήματός του. Περιγράφει πώς ένας αξιοπρεπής, αστός οικογενειάρχης, καταπιεσμένος από μια αυταρχική μητέρα και έναν συμβατικό γάμο, παγιδεύεται σε ένα καταστροφικό, εμμονικό πάθος που τον οδηγεί σταδιακά στην τρέλα και το έγκλημα.

Ο Σαρλ Αλαβουάν είναι ένας γιατρός. Ένας άνθρωπος κοινωνικά αποδεκτός, τακτοποιημένος, ενταγμένος σε μια ζωή που μοιάζει φυσιολογική. Κι όμως, κάτω από αυτή την επιφάνεια υπάρχει ένας άνθρωπος που ασφυκτιά.

Η ζωή του έχει γίνει μια σειρά από ρόλους που εκπληρώνει χωρίς να τους έχει επιλέξει πραγματικά. Οικογένεια, κοινωνική θέση, επάγγελμα, υποχρεώσεις. Όλα είναι στη θέση τους, εκτός από τον ίδιο.

Και τότε εμφανίζεται η Μαρτίν.

Δεν είναι απλώς μια γυναίκα που ερωτεύεται. Γίνεται για εκείνον η πιθανότητα μιας άλλης ζωής. Η έξοδος από τον εαυτό που είχε μάθει να υποδύεται.

Εδώ αρχίζει η μεγάλη παγίδα.

Γιατί όταν ένας άνθρωπος φορτώνει σε έναν άλλον άνθρωπο όλη την ανάγκη του για ελευθερία, ο έρωτας παύει να είναι συνάντηση δύο ελεύθερων υπάρξεων. Ο άλλος μετατρέπεται σε σωτήρα. Και όποιος γίνεται σωτήρας, αργά ή γρήγορα κινδυνεύει να γίνει ιδιοκτησία.

Ο Αλαβουάν δεν αγαπά πλέον μόνο τη Μαρτίν. Αγαπά αυτό που εκείνη αντιπροσωπεύει μέσα του.

Και αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή έρωτα: όταν δεν ερωτευόμαστε τον άνθρωπο, αλλά την εικόνα που έχουμε κατασκευάσει γι' αυτόν.

Τότε η ελευθερία του άλλου γίνεται απειλή.

Η απόσταση γίνεται απόρριψη.

Η ανεξαρτησία γίνεται προδοσία.

Η επιθυμία γίνεται απαίτηση.

Και η αγάπη, χωρίς να το αντιληφθούμε, μεταμορφώνεται σε κατοχή.

Ο Σιμενόν δεν εξιδανικεύει τίποτε από αυτά. Δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τον Αλαβουάν. Η κατανόηση δεν είναι συγχώρεση. Και η ψυχολογική εξήγηση δεν καταργεί την ευθύνη.

Αυτό ακριβώς κάνει το βιβλίο τόσο βαθύ.

Μας υποχρεώνει να δεχτούμε δύο αλήθειες ταυτόχρονα: ο άνθρωπος μπορεί να είναι θύμα της εσωτερικής του ιστορίας και ταυτόχρονα απόλυτα υπεύθυνος για τις πράξεις του.

Ο δικαστής μπορεί να κρίνει το έγκλημα.

Ο Σιμενόν θέλει να κοιτάξει τον άνθρωπο.

Και ίσως γι' αυτό ο Αλαβουάν γράφει. Επειδή η δικαστική απόφαση μπορεί να πει τι έκανε, αλλά δεν μπορεί να περιγράψει ολόκληρο το «γιατί».

Υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στο «τι συνέβη» και στο «πώς έφτασε ένας άνθρωπος να το κάνει».

Μέσα σε αυτή την απόσταση κατοικεί η λογοτεχνία.

Ο Αλαβουάν δεν ζητά απαραίτητα αθώωση. Ζητά να ακουστεί. Θέλει ο δικαστής να δει πίσω από την πράξη τον άνθρωπο που προηγήθηκε της πράξης.

Κι εδώ το βιβλίο αποκτά μια ευρύτερη, σχεδόν υπαρξιακή διάσταση.

Πόσο ελεύθερος είναι πραγματικά ένας άνθρωπος όταν ζει μια ζωή που δεν επέλεξε;

Πόσο καιρό μπορεί να καταπιέζει τον εαυτό του χωρίς να διαλυθεί;

Και πότε η καταπιεσμένη επιθυμία παύει να είναι απλώς επιθυμία και γίνεται εμμονή;

Ο Σιμενόν δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Ίσως επειδή γνωρίζει πως ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ τόσο απλός όσο η ετικέτα που του κολλάμε.

Κανείς δεν γεννιέται δολοφόνος μέσα σε μία στιγμή.

Υπάρχουν προηγουμένως μικρές παραχωρήσεις στον εαυτό, μικρές αυταπάτες, φόβοι, εξαρτήσεις, σιωπές. Υπάρχει η σταδιακή εγκατάλειψη της εσωτερικής ισορροπίας. Υπάρχει η στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει να πιστεύει πως χωρίς τον άλλον δεν υπάρχει.

Και τότε ο έρωτας γίνεται φυλακή.

Το πιο τραγικό όμως είναι ότι η φυλακή αυτή δεν έχει πάντα κάγκελα. Μπορεί να είναι μια σκέψη. Μια ανάγκη. Μια ανάμνηση. Ένα πρόσωπο που έχουμε τοποθετήσει στο κέντρο του κόσμου μας.

Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάποιον άλλον, κινδυνεύει κάποτε να μην επιτρέπει ούτε στον άλλον να υπάρξει χωρίς αυτόν.

Εκεί βρίσκεται το σκοτάδι του Σιμενόν.

Όχι στο αίμα.

Αλλά στην αργή εξαφάνιση της ελευθερίας.

Και ίσως τελικά αυτό είναι το βαθύτερο ερώτημα του βιβλίου: όχι αν μπορούμε να αγαπήσουμε, αλλά αν μπορούμε να αγαπήσουμε χωρίς να φυλακίσουμε.

Γιατί η αληθινή αγάπη δεν λέει «είσαι δικός μου». Λέει: «Είσαι ελεύθερος να φύγεις -κι εγώ θα συνεχίσω να σε αγαπώ χωρίς να σε κάνω ιδιοκτησία μου.»

Ο Αλαβουάν δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει εκεί.

Και η αποτυχία του δεν βρίσκεται μόνο στον φόνο που διέπραξε.

Βρίσκεται πολύ νωρίτερα, στη στιγμή που μπέρδεψε την αγάπη με την ανάγκη, την ανάγκη με την κατοχή και την κατοχή με το δικαίωμα.

Ο Σιμενόν μάς αφήνει έτσι μπροστά σε έναν καθρέφτη.

Δεν μας ζητά να γίνουμε Αλαβουάν.

Μας ζητά να αναρωτηθούμε πόσα πράγματα μέσα μας, όταν δεν τα κοιτάμε έγκαιρα, μπορούν να γίνουν φυλακές.

Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνει πάντοτε την ελευθερία του όταν κάποιος άλλος τον φυλακίζει.

Μερικές φορές την παραδίδει μόνος του.

Και τότε ο πιο δύσκολος δικαστής δεν είναι εκείνος που κάθεται στην έδρα.

Είναι ο άνθρωπος που, όταν μείνει μόνος με τον εαυτό του, δεν μπορεί πια να αποφύγει την αλήθεια του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: