Καστελλόριζο: Ο ακριτικός παράδεισος και ο «μπαμπούλας» της στρατιωτικής θητείας.
Υπάρχουν τόποι που, όταν τους κοιτάς στον χάρτη, μοιάζουν μακρινοί. Κι υπάρχουν τόποι που, όταν τους πλησιάσεις, καταλαβαίνεις πως δεν είναι απλώς ένας γεωγραφικός προορισμός, αλλά μια ολόκληρη ιδέα. Το Καστελλόριζο, η Μεγίστη, είναι ένας τέτοιος τόπος. Το ανατολικότερο άκρο της Ελλάδας, ένα μικρό νησί στο Λύκιο Πέλαγος, μόλις 1,25 ναυτικά μίλια από τα νότια παράλια της Τουρκίας (Κας) και 72 ν.μ. από τη Ρόδο, στέκει στην άκρη του χάρτη και ταυτόχρονα στην καρδιά μιας ολόκληρης ιστορίας.
Από τη μια πλευρά είναι ένας ακριτικός παράδεισος. Τα πολύχρωμα νεοκλασικά σπίτια κατεβαίνουν ως τη θάλασσα, τα παλιά αρχοντικά θυμίζουν μια εποχή ακμής, τα στενά σοκάκια οδηγούν σε μικρές πλατείες και το λιμάνι ανοίγεται ήσυχα προς το πέλαγος. Από την άλλη, για γενιές Ελλήνων στρατευμένων, το ίδιο όνομα μπορούσε να προκαλέσει ένα διαφορετικό συναίσθημα: το δέος μιας μετάθεσης «στην άκρη της Ελλάδας».
Το όνομα Μεγίστη αποδίδεται στο γεγονός ότι το νησί είναι το μεγαλύτερο του μικρού συμπλέγματος των γύρω νησίδων, από την αρχαιότητα ήδη. Το νησί κατοικήθηκε από τους Πελασγούς και αργότερα από τους Δωριείς. Εξαρτιόταν διοικητικά από την απέναντι ακτή της Λυκίας και τη Ρόδο. Από την εποχή αυτή σώζεται ο περίφημος Λυκιακός Τάφος και τα κυκλώπεια τείχη στο Παλαιόκαστρο.
Το 1306 μ.χ. η Μεγίστη καταλαμβάνεται από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννη της Ρόδου. Οι Ιππότες έχτισαν ένα ισχυρό κάστρο πάνω στον κοκκινωπό βράχο που δεσπόζει στο λιμάνι. Το ονόμασαν Castello Rosso (Κόκκινο Κάστρο), φράση από την οποία παραφράστηκε το σημερινό όνομα Καστελλόριζο. Και πράγματι, το νησί μοιάζει να έχει χτιστεί ανάμεσα στο κόκκινο της πέτρας και στο βαθύ μπλε της θάλασσας. Το κάστρο βρίσκεται πάνω από το λιμάνι και προσφέρει πανοραμική θέα 360 μοιρών σε ολόκληρο τον οικισμό και τις μικρασιατικές ακτές.
Οι Τούρκοι αποκαλούν το Καστελλόριζο "Meis" (προφέρεται Μέις). Το όνομα αυτό προέρχεται απευθείας από την αρχαία ελληνική ονομασία του νησιού, Μεγίστη (Meis στα οθωμανικά τουρκικά), καθώς οι γείτονες κράτησαν τη ρίζα του επίσημου ελληνικού ονόματος αντί για το μεταγενέστερο «Καστελλόριζο».
Πάνω από τον οικισμό στέκει το κάστρο, ενώ γύρω του ξεδιπλώνεται ένα τοπίο όπου η ιστορία δεν βρίσκεται κλεισμένη σε βιβλία αλλά είναι αποτυπωμένη στους βράχους. Το Παλαιόκαστρο, οι αρχαίες κατασκευές, ο περίφημος Λυκιακός τάφος και τα μνημεία των μεταγενέστερων εποχών μαρτυρούν τη διαχρονική σημασία αυτού του μικρού τόπου. Το κάστρο και το νησί άλλαξαν χέρια πολλές φορές, περνώντας στον Σουλτάνο της Αιγύπτου (1440), στον Βασιλιά της Νάπολης (1450) και στους Βενετούς. Το 1522 ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής καταλαμβάνει το νησί. Οι Καστελλοριζιοί πέτυχαν όμως να εξασφαλίσουν ειδικά προνόμια (αυτοδιοίκηση, θρησκευτική ελευθερία και χαμηλή φορολογία) με αντάλλαγμα έναν ετήσιο φόρο. Λόγω των προνομίων, το Καστελλόριζο αναδείχθηκε σε μεγάλη ναυτική και εμπορική δύναμη. Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, το νησί είχε πάνω από 12.000 κατοίκους, διέθετε έναν τεράστιο εμπορικό στόλο, δικά του σχολεία (Σαντραπεία Σχολή) και τα πανέμορφα, πολυτελή νεοκλασικά αρχοντικά που βλέπουμε σήμερα.
Το νησί συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 (με τη σπουδαία δράση της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας στην περιοχή), αλλά παρέμεινε υπό οθωμανικό έλεγχο. Το 1913 οι κάτοικοι επαναστάτησαν μόνοι τους, ζητώντας ένωση με την Ελλάδα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1915) καταλήφθηκε από τους Γάλλους και το 1921 πουλήθηκε στους Ιταλούς, οι οποίοι ξεκίνησαν μια σκληρή περίοδο φασιστικής ιταλοποίησης των Δωδεκανήσων. Το 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, το νησί βομβαρδίστηκε άγρια από τους Γερμανούς. Οι Βρετανοί σύμμαχοι απομάκρυναν σχεδόν όλο τον πληθυσμό (περίπου 3.000 άτομα) και τους μετέφεραν σε στρατόπεδα προσφύγων στη Γάζα της Παλαιστίνης. Όταν οι πρόσφυγες επέστρεψαν, βρήκαν το νησί λεηλατημένο και καμένο. Επιπλέον, το πλοίο «Ελμπάν» που μετέφερε ένα μέρος των προσφύγων πίσω στο νησί έπιασε φωτιά, με αποτέλεσμα να πνιγούν δεκάδες άνθρωποι. Αυτό οδήγησε σε ένα τεράστιο κύμα μετανάστευσης, κυρίως προς την Αυστραλία (όπου σήμερα υπάρχει μια τεράστια κοινότητα «Καστελλοριζιών»). Μετά το τέλος του πολέμου, το Καστελλόριζο παρέμεινε για λίγο υπό βρετανική διοίκηση. Στις 7 Μαρτίου 1948, μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, ενσωματώθηκε επίσημα και οριστικά στον εθνικό κορμό της Ελλάδας. Αυτή ακριβώς η μακρόχρονη ιστορία είναι που έχει δώσει το ξεχωριστό χρώμα στο Καστελλόριζο. Το κόκκινο του βράχου και το κόκκινο του αίματος. Το μπλε της θάλασσας και το μπλε του ουρανού. Το λευκό των σπιτιών και το λευκό της σημαίας που ανεμίζει πάνω από έναν τόπο που έμαθε να επιμένει.
Κάθε χρώμα μοιάζει να κουβαλά και μια μνήμη. Οι πέτρες θυμούνται τους ανθρώπους που πέρασαν, η θάλασσα τα ταξίδια και τους αποχωρισμούς, οι τοίχοι τις εποχές της ακμής και της παρακμής. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, η ζωή συνεχίζεται, πεισματικά, στην άκρη του Αιγαίου.
Το Καστελλόριζο δεν είναι πολύχρωμο μόνο επειδή έτσι το ζωγράφισε η φύση. Είναι πολύχρωμο επειδή πάνω του στρώθηκαν αιώνες ιστορίας. Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο χρώμα του: το χρώμα της μνήμης.
Κι ύστερα υπάρχει η Γαλάζια Σπηλιά. Εκεί η φύση μοιάζει να εγκαταλείπει κάθε μέτρο. Η είσοδος είναι χαμηλή και η μικρή βάρκα πρέπει σχεδόν να γλιστρήσει μέσα στο σκοτάδι. Και ξαφνικά, το σκοτάδι μεταμορφώνεται σε φως. Το νερό γίνεται ένα απίστευτο γαλάζιο, σαν να έχει συγκεντρώσει μέσα του όλο το φως του ουρανού.
Το Καστελλόριζο δεν είναι νησί των μεγάλων αμμουδιών. Η θάλασσα εδώ συναντά τον άνθρωπο από τις εξέδρες, τα βράχια και τα μικρά λιμανάκια. Η ζωή είναι περισσότερο δεμένη με το νερό παρά με τις οργανωμένες παραλίες. Κι όταν το βλέμμα ταξιδεύει λίγο μακρύτερα, συναντά τη βραχονησίδα Ρω.
Εκεί βρίσκεται έζησε από τις πιο δυνατές μορφές του ακριτικού ελληνισμού: η Δέσποινα Αχλαδιώτη, η γνωστή σε όλους «Κυρά της Ρω». Για δεκαετίες έζησε στη μικρή βραχονησίδα και ύψωνε κάθε πρωί την ελληνική σημαία, για να την υποστείλει με τη δύση του ήλιου. Η πράξη της ήταν απλή και ταυτόχρονα τεράστια. Μια γυναίκα, ένας ιστός, μια σημαία και απέναντι η θάλασσα.
Δεν χρειάζονταν μεγάλα λόγια. Η καθημερινή τελετουργία της ήταν ένα μήνυμα παρουσίας.
Η Ρω έγινε έτσι κάτι περισσότερο από μια βραχονησίδα. Έγινε σύμβολο. Και η Κυρά της Ρω, που έφυγε από τη ζωή το 1982 και τάφηκε εκεί, κάτω από τον ιστό της σημαίας, άφησε πίσω της μια ιστορία που εξακολουθεί να συγκινεί.
Ίσως γι’ αυτό το Καστελλόριζο απέκτησε και μια άλλη, σχεδόν μυθολογική διάσταση στη συνείδηση των Ελλήνων: αυτή του «δύσκολου προορισμού» της στρατιωτικής θητείας.
Η γεωγραφική του θέση δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες. Το νησί βρίσκεται πολύ κοντά στις τουρκικές ακτές και αποτελεί περιοχή ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας. Για τον στρατιώτη που υπηρετεί εκεί, η καθημερινότητα συνδέεται με σκοπιές, υπηρεσίες, ασκήσεις και αυξημένη ετοιμότητα. Η έννοια της ακριτικής φρουράς δεν είναι θεωρητική· είναι μέρος της καθημερινής ζωής.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο άλλος μύθος του Καστελλόριζου: ο «μπαμπούλας» της στρατιωτικής μετάθεσης.
Για αρκετούς στρατεύσιμους, το άκουσμα και μόνο του ονόματος μπορεί να προκαλέσει κινητοποίηση ολόκληρου του γνωστού δικτύου τηλεφώνων. Θείοι, γνωστοί, πολιτικοί, «άνθρωποι που ξέρουν ανθρώπους» και κάθε λογής διασυνδέσεις μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν υπερφυσικές ιδιότητες.
Το περίφημο ελληνικό «βύσμα» δεν είναι απλώς μια στρατιωτική ιστορία. Είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας.
Γιατί το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν κάποιος θέλει μια πιο εύκολη μετάθεση. Αυτό είναι ανθρώπινο. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η ισότητα γίνεται διαφορετική για εκείνον που έχει το σωστό τηλέφωνο και για εκείνον που δεν το έχει ή δεν θέλει να το χρησιμοποιήσει.
Έτσι, το Καστελλόριζο βρέθηκε να συμβολίζει δύο διαφορετικές Ελλάδες.
Τη μία την υπηρετούν όσοι βρέθηκαν εκεί χωρίς να έχουν κάποιον να τηλεφωνήσουν ή χωρίς να θέλουν από αξιοπρέπεια να ζητήσουν μια τέτοια "χάρη" από κανέναν. Νέοι άνθρωποι που έφτασαν στην άκρη του χάρτη, έκαναν τις σκοπιές τους, γνώρισαν τη σκληρότητα της απόστασης και, ίσως χωρίς να το καταλάβουν τότε, έζησαν κάτι που αργότερα θα θυμούνται ως ένα από τα πιο έντονα κομμάτια της ζωής τους. Η άλλη Ελλάδα είναι εκείνη που προσπαθεί να αποφύγει την άκρη του χάρτη πριν καν τη γνωρίσει.
Κι όμως, υπάρχει μια ειρωνεία.
Αυτό που για τον φαντάρο μπορεί να μοιάζει με εξορία, για τον ταξιδιώτη είναι ένας παράδεισος. Εκεί όπου ο ένας βλέπει μια δύσκολη μετάθεση, ο άλλος βλέπει ένα από τα ομορφότερα και πιο ιδιαίτερα τοπία του ελληνικού χώρου. Εκεί όπου ο ένας μετρά τις ημέρες μέχρι να φύγει, ο άλλος θα ήθελε να μείνει.
Το Καστελλόριζο είναι τελικά ένας τόπος αντιθέσεων.
Είναι μικρό, αλλά η ιστορία του είναι μεγάλη. Είναι απομονωμένο, αλλά η παρουσία του είναι ηχηρή. Είναι ήσυχο, αλλά βρίσκεται σε ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία του χάρτη. Είναι παράδεισος για τον επισκέπτη και δοκιμασία για τον στρατευμένο.
Και πάνω απ’ όλα, είναι ένας τόπος που θυμίζει κάτι απλό: η Ελλάδα δεν τελειώνει εκεί όπου τελειώνει ο δρόμος.
Συνεχίζεται στα νησιά, στις βραχονησίδες, στους ανθρώπους που έμειναν όταν όλοι οι άλλοι έφυγαν, στους στρατιώτες που φυλούν μια σκοπιά μέσα στη νύχτα και σε μια σημαία που ανεβαίνει κάθε πρωί απέναντι από έναν ορίζοντα.
Το Καστελλόριζο δεν είναι απλώς η άκρη της Ελλάδας.
Είναι ένας τόπος όπου η έννοια της παρουσίας αποκτά το πραγματικό της βάρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου