Υπάρχουν αντικείμενα που μοιάζουν ασήμαντα μέχρι τη στιγμή που ένας μύθος τα αναγνωρίζει. Ένα από αυτά είναι το κουπί.
Στην ελληνική φαντασία ένα κομμάτι ξύλο μπορεί να ταξιδέψει περισσότερο από έναν άνθρωπο. Μπορεί να διασχίσει θάλασσες, να ανέβει βουνά, να αλλάξει θρησκείες και να επιβιώσει χιλιάδες χρόνια, ώσπου κανείς πια να μην θυμάται ποιος το κράτησε πρώτος.
Στην Οδύσσεια το κρατά ο Οδυσσέας.
Στη λαϊκή παράδοση το κρατά ο Προφήτης Ηλίας.
Και ανάμεσά τους βρίσκεται ένα από τα πιο παράξενα μοτίβα της ελληνικής μυθολογικής σκέψης: το κουπί που εγκαταλείπει τη θάλασσα και καρφώνεται στη γη.
Στη Ραψωδία "λ" της Οδύσσειας, τη «Νέκυια», ο Οδυσσέας λαμβάνει από τον μάντη Τειρεσία μια παράδοξη εντολή. Για να εξαλείψει την οργή του Ποσειδώνα, δεν αρκεί να φτάσει στην Ιθάκη και να εξοντώσει τους μνηστήρες. Πρέπει να ξεκινήσει ένα νέο, επίγειο ταξίδι:
«...παίρνοντας στο χέρι σου κουπί καλάρμοστο, να πας, ώσπου να φτάσεις σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν θάλασσα...»
Το «σημάδι» που θα φανερώσει το τέλος της πορείας του είναι η απόλυτη άγνοια των στεριανών: ένας περαστικός θα μπερδέψει το κουπί του με «λιχνιστήρι» (αθηρηλοιγόν), το αγροτικό εργαλείο του αλωνίσματος (λυχνίσματος). Εκεί, στην καρδιά της ηπειρωτικής χώρας, ο Οδυσσέας πρέπει να καρφώσει το κουπί στο χώμα και να προσφέρει θυσία στον θεό της θάλασσας. Το καρφωμένο κουπί σηματοδοτεί το τέλος της περιπλάνησης και τη νίκη της στεριάς πάνω στο υγρό στοιχείο που τον βασάνισε.
Η εικόνα είναι σχεδόν παράλογη και γι’ αυτό βαθιά ποιητική. Ο άνθρωπος της θάλασσας πρέπει να ταξιδέψει τόσο μακριά από τη θάλασσα, ώστε το εργαλείο που τον όριζε να χάσει ακόμη και το όνομά του.
Το κουπί παύει να είναι κουπί.
Και τότε η περιπλάνηση τελειώνει.
Αιώνες αργότερα, στην ελληνική λαϊκή παράδοση, συναντούμε έναν άλλο άνθρωπο που κουβαλά ένα κουπί μακριά από τη θάλασσα: τον Προφήτη Ηλία.
Στη λαϊκή φαντασία, ο προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης μεταμορφώνεται σε έναν κουρασμένο ναύτη. Έχοντας υποφέρει τα πάνδεινα στις θάλασσες, αποφασίζει να βρει έναν τόπο όπου το νερό δεν θα μπορεί πια να τον απειλήσει. Παίρνει ένα κουπί και ανεβαίνει στο βουνό. Ρωτά τους ανθρώπους που συναντά αν γνωρίζουν τι κρατά. Όσο εκείνοι αναγνωρίζουν το ναυτικό εργαλείο, συνεχίζει την ανάβαση. Κάποτε φτάνει σε έναν τόπο όπου ένας άνθρωπος δεν βλέπει πια κουπί αλλά ένα απλό ξύλο, ένα εργαλείο της γης, ένα φτυάρι.
Εκεί σταματά. Και εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, καρφώνει το κουπί στο χώμα.
Ο Οδυσσέας και ο Αϊ-Λιάς δεν είναι, φυσικά, το ίδιο πρόσωπο ούτε διαθέτουμε ιστορική απόδειξη ότι η λαϊκή παράδοση για τον Προφήτη Ηλία δημιουργήθηκε ως συνειδητή αντιγραφή της Οδύσσειας. Όμως η ομοιότητα είναι τόσο γοητευτική, ώστε μοιάζει σαν ένας αρχαίος μύθος να ξαναβρήκε, ύστερα από αιώνες, μια νέα μορφή.
Ίσως όχι επειδή κάποιος θυμόταν τον Όμηρο. Ίσως επειδή οι άνθρωποι θυμούνται τους μύθους χωρίς να θυμούνται ότι τους θυμούνται.
Το ίδιο αρχέτυπο μπορεί να επιστρέψει με άλλο όνομα. Ο Οδυσσέας αφήνει τη θάλασσα για να συμφιλιωθεί με τον Ποσειδώνα. Ο Αϊ-Λιάς αφήνει τη θάλασσα για να βρει την κορυφή.
Και οι δύο καρφώνουν το κουπί στη γη.
Και η θάλασσα μένει πίσω.
Μόνο που η θάλασσα δεν είναι απλώς νερό.
Είναι η περιπλάνηση.
Είναι το άγνωστο.
Είναι η ξενιτιά.
Είναι η ζωή που δεν υπακούει σε δρόμους και σύνορα.
Η στεριά, αντίθετα, είναι η επιθυμία για ρίζωμα.
Το λιχνιστήρι που αναγνωρίζεται αντί για το κουπί, είναι ίσως η πιο παράξενη στιγμή του μύθου. Ένα αντικείμενο αλλάζει σημασία επειδή αλλάζει ο κόσμος γύρω του. Το ίδιο ξύλο μπορεί να είναι κουπί στη θάλασσα και λιχνιστήρι στη γη. Το κουπί και το λιχνιστήρι έχουν σχεδόν το ίδιο σχήμα, αλλά υπηρετούν δύο εκ διαμέτρου αντίθετους κόσμους. Το κουπί δαμάζει το νερό, συμβολίζει την κίνηση, το ρίσκο, την ξενιτιά και το απρόβλεπτο της ναυτικής ζωής. Το λιχνιστήρι δαμάζει τον άνεμο πάνω στη γη, συμβολίζει τη σταθερότητα, την αγροτική παραγωγή, την εστία και την ασφάλεια. Η παρανόηση του εργαλείου είναι η στιγμή όπου η «θαλασσινή» ταυτότητα σβήνει, δίνοντας τη θέση της στην απόλυτη λήθη της θάλασσας.
Άρα ίσως δεν αλλάζουν τα πράγματα· αλλάζουν τα βλέμματα που τα κοιτούν.
Και αυτό είναι ένα από τα μυστικά των μύθων.
Ο Οδυσσέας χρειάζεται να φτάσει σε έναν τόπο όπου κανείς δεν γνωρίζει τη θάλασσα, για να μπορέσει να τελειώσει την περιπλάνησή του.
Ο Προφήτης Ηλίας, στη λαϊκή φαντασία, χρειάζεται να φτάσει τόσο ψηλά ώστε η θάλασσα να γίνει ανάμνηση.
Και γι’ αυτό ίσως τα ξωκλήσια του Αϊ-Λιά βρίσκονται στις κορυφές των βουνών.
Σαν να θέλησε ο λαός να τοποθετήσει τον άγιο εκεί όπου ο κόσμος αλλάζει.
Εκεί όπου το δάσος τελειώνει.
Εκεί όπου αρχίζουν τα σύννεφα.
Εκεί όπου η θάλασσα, ακόμη κι αν φαίνεται μακριά, μοιάζει ξαφνικά με μια γαλάζια ανάμνηση.
Στην κορυφή, το καρφωμένο κουπί γίνεται μνημείο.
Δεν οδηγεί πια.
Δεν ταξιδεύει.
Δεν κινεί τίποτε.
Ριζώνει.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη μοίρα κάθε περιπλανώμενου ανθρώπου: να κουβαλήσει για χρόνια το εργαλείο της φυγής του, ώσπου κάποτε να το καρφώσει στη γη και να αποφασίσει ότι εδώ τελειώνει η θάλασσα.
Ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη.
Ο Αϊ-Λιάς ανεβαίνει στο βουνό.
Ο ένας βρίσκει την πατρίδα.
Ο άλλος τον ουρανό.
Και οι δύο, όμως, αφήνουν πίσω τους το ίδιο παράξενο αντικείμενο:
ένα κουπί καρφωμένο στη γη.
Ίσως επειδή κάθε άνθρωπος, πριν βρει τον τόπο όπου θα ριζώσει, πρέπει πρώτα να κουβαλήσει για λίγο μαζί του τη θάλασσα που εγκατέλειψε.
Ο θρύλος του «καρφωμένου κουπιού» ξεπερνά τα όρια της απλής λογοτεχνικής επιβίωσης. Αντανακλά μια πανανθρώπινη αλήθεια: την ανάγκη του ανθρώπου -είτε είναι ομηρικός ήρωας είτε χριστιανός άγιος- να βρει το δικό του «λιμάνι» στη στεριά, να αποτάξει τα βάσανα του παρελθόντος και να ριζώσει σε έναν τόπο γαλήνης.
Ο Οδυσσέας και ο Προφήτης Ηλίας, κουβαλώντας το ίδιο ξύλο στον ώμο, περπατούν στα ίδια μονοπάτια της ελληνικής χερσονήσου. Μας υπενθυμίζουν ότι, παρά την αλλαγή των θρησκειών και το πέρασμα των χιλιετιών, οι αγωνίες του ανθρώπου απέναντι στη μοίρα, τη φύση και τον επαναπατρισμό παραμένουν συγκλονιστικά ίδιες.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου