«Χορεύοντας με τους Λύκους»: Όταν ο άνθρωπος ξαναβρίσκει τον εαυτό του στην άλλη πλευρά του συνόρου.
Το «Χορεύοντας με τους Λύκους» (Dances with Wolves) του Κέβιν Κόστνερ, που κυκλοφόρησε το 1990, δεν είναι απλώς ένα μεγάλο γουέστερν. Είναι μια ταινία για την ελευθερία, τη μοναξιά, τη φύση, τη συνύπαρξη και κυρίως για την ανακάλυψη του "Άλλου" μέσα από την εγκατάλειψη των βεβαιοτήτων μας.
Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που ξεκινά για να υπηρετήσει έναν κόσμο και καταλήγει να ανακαλύπτει ότι ο κόσμος στον οποίο ανήκει πραγματικά βρίσκεται κάπου αλλού.
Ο Κέβιν Κόστνερ σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί ως ο υπολοχαγός Τζον Ντάνμπαρ, αξιωματικός του στρατού της Ένωσης κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο. Η ιστορία ξεκινά μέσα στη βία του πολέμου. Ο Ντάνμπαρ, τραυματισμένος και απογοητευμένος από την πραγματικότητα της μάχης, κάνει μια παράτολμη πράξη που τον οδηγεί σε μια απρόσμενη μορφή ηρωισμού. Ως ανταμοιβή, ζητά να μεταφερθεί σε ένα απομονωμένο φυλάκιο στα σύνορα.
Εκεί βρίσκεται ουσιαστικά μόνος.
Το φυλάκιο είναι εγκαταλειμμένο. Ο στρατιώτης που περίμενε να τον υποδεχθεί έχει εξαφανιστεί. Η επικοινωνία με τον υπόλοιπο στρατό είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Γύρω του απλώνεται μια τεράστια, άγρια και πανέμορφη πεδιάδα.
Ο Ντάνμπαρ, αντί να βρει έναν εχθρό, βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σιωπή.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπή αρχίζει η πραγματική ιστορία.
Στην αρχή φοβάται τους Ινδιάνους που πιστεύει ότι μπορεί να εμφανιστούν ανά πάσα στιγμή. Ταυτόχρονα όμως αρχίζει να έρχεται σε επαφή με τη φύση. Παρατηρεί τα ζώα, τα κοπάδια των βισόνων, τον ουρανό, τις εποχές. Ένα μοναχικό λευκό άλογο και ένας λύκος με λευκές πατούσες γίνονται οι πρώτοι του σύντροφοι.
Ο λύκος, τον οποίο ο Ντάνμπαρ ονομάζει «Δύο Κάλτσες», εξαιτίας των λευκών άκρων στα πόδια του, δεν τον αντιμετωπίζει ως εχθρό. Τον παρατηρεί από απόσταση. Πλησιάζει λίγο περισσότερο κάθε φορά. Η σχέση τους γεννιέται χωρίς λόγια.
Είναι μια από τις πιο όμορφες ιδέες της ταινίας: η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται. Χτίζεται.
Ο «Δύο Κάλτσες» δεν εξημερώνεται ποτέ πραγματικά. Παραμένει άγριος, ελεύθερος και ανεξάρτητος. Η φιλία του με τον Ντάνμπαρ έχει αξία ακριβώς επειδή δεν βασίζεται στην κατοχή. Ο άνθρωπος δεν αποκτά τον λύκο· απλώς κερδίζει την εμπιστοσύνη του.
Σύντομα εμφανίζονται και οι Λακότα Σιου.
Η πρώτη επαφή είναι γεμάτη φόβο και καχυποψία. Κανείς δεν γνωρίζει τις προθέσεις του άλλου. Ο Ντάνμπαρ είναι γι' αυτούς ένας παράξενος λευκός στρατιώτης που βρίσκεται μόνος στην περιοχή τους. Εκείνος, από την άλλη, έχει μεγαλώσει μέσα σε έναν πολιτισμό που του έχει μάθει να θεωρεί τους αυτόχθονες πληθυσμούς «άγριους».
Αλλά η πραγματικότητα αρχίζει να διαψεύδει τις προκαταλήψεις.
Οι Λακότα δεν παρουσιάζονται ως ένας απρόσωπος «εχθρός». Έχουν οικογένειες, κανόνες, τελετουργίες, χιούμορ, αγάπη, φόβους, αντιπαλότητες και βαθιά σχέση με τη γη.
Ο Ντάνμπαρ αρχίζει να τους γνωρίζει.
Και όσο περισσότερο τους γνωρίζει, τόσο περισσότερο αμφισβητεί αυτά που ήξερε.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σχέση του με την «Αυτή που Στέκεται με Γροθιά», μια λευκή γυναίκα που έχει μεγαλώσει ανάμεσα στους Λακότα και λειτουργεί ως μεταφράστρια. Μέσα από εκείνη, ο Ντάνμπαρ αποκτά έναν δρόμο επικοινωνίας με την κοινότητα.
Η σχέση τους είναι αρχικά δύσκολη. Υπάρχει η αμηχανία της διαφορετικής γλώσσας, η καχυποψία και το βάρος δύο διαφορετικών κόσμων. Σταδιακά όμως δημιουργείται εμπιστοσύνη και αργότερα ένας βαθύς έρωτας.
Η «Αυτή που Στέκεται με Γροθιά» είναι ένας άνθρωπος ανάμεσα σε δύο κόσμους. Όπως και ο Ντάνμπαρ, έχει γνωρίσει δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Και οι δυο τους καταλαβαίνουν, με διαφορετικό τρόπο, ότι η ταυτότητα δεν είναι πάντα εκεί όπου γεννήθηκες. Μπορεί να είναι εκεί όπου αισθάνεσαι ότι ανήκεις.
Σιγά σιγά ο Ντάνμπαρ γίνεται μέρος της κοινότητας.
Μαθαίνει τη γλώσσα τους. Μαθαίνει τα έθιμά τους. Τρώει μαζί τους. Συμμετέχει στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Γελά μαζί τους. Πολεμά μαζί τους όταν απειλούνται.
Και τότε συμβαίνει η μεγάλη ανατροπή της ιστορίας.
Ο άνθρωπος που στάλθηκε για να επιτηρεί μια περιοχή και να προστατεύει τα συμφέροντα του στρατού αρχίζει να βλέπει τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι πρέπει να φοβάται ως τη δική του κοινότητα.
Δεν αλλάζει απλώς πλευρά.
Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τον κόσμο.
Η σκηνή του κυνηγιού των βισόνων είναι χαρακτηριστική. Για τους Λακότα, το ζώο δεν είναι απλώς ένα θήραμα. Είναι μέρος της ίδιας της ζωής τους. Η επιβίωσή τους εξαρτάται από αυτό και γι' αυτό υπάρχει ένας βαθύς σεβασμός απέναντί του.
Η ταινία αντιπαραθέτει έτσι δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση.
Από τη μία, μια σχέση συμβίωσης: ο άνθρωπος παίρνει από τη γη ό,τι χρειάζεται για να ζήσει.
Από την άλλη, η λογική της κατάκτησης και της εκμετάλλευσης.
Ο βίσονας γίνεται τελικά ένα από τα μεγάλα σύμβολα της ταινίας. Η μαζική εξόντωση των κοπαδιών δεν αφορά μόνο ένα ζώο. Αποτελεί την καταστροφή ενός ολόκληρου τρόπου ζωής.
Η φύση δεν είναι απλώς το σκηνικό της ταινίας.
Είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της.
Και η ταινία θέτει ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο: τι συμβαίνει όταν ένας πολιτισμός θεωρεί ότι η γη υπάρχει για να κατακτηθεί;
Το δράμα κορυφώνεται όταν ο αμερικανικός στρατός επιστρέφει.
Ο Ντάνμπαρ γνωρίζει πλέον ότι η άφιξή του δεν σημαίνει απλώς την επιστροφή στρατιωτών. Σημαίνει την έλευση ενός κόσμου που θα σαρώσει τον κόσμο στον οποίο έχει πλέον ενταχθεί.
Για τους στρατιώτες, οι Λακότα είναι ο εχθρός.
Για τον Ντάνμπαρ, όμως, είναι φίλοι, σύντροφοι και οικογένεια.
Έτσι δημιουργείται η μεγάλη τραγική σύγκρουση της ταινίας: ο άνθρωπος που ξεκίνησε ως εκπρόσωπος του αμερικανικού στρατού βρίσκεται τώρα απέναντί του.
Δεν είναι πλέον δυνατόν να επιστρέψει στην προηγούμενη ζωή του.
Γιατί η γνώση αλλάζει τον άνθρωπο.
Όταν έχεις γνωρίσει πραγματικά τον «Άλλο», δεν μπορείς πλέον εύκολα να τον αντιμετωπίσεις ως απρόσωπο εχθρό.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα του «Χορεύοντας με τους Λύκους».
Η προκατάληψη ανθίζει στην απόσταση.
Η κατανόηση αρχίζει όταν πλησιάζουμε.
Η ταινία, βέβαια, δεν παρουσιάζει έναν απλοϊκό κόσμο όπου οι Λακότα είναι «καλοί» και οι λευκοί «κακοί». Υπάρχει βία, υπάρχει φόβος, υπάρχουν συγκρούσεις και στις δύο πλευρές. Όμως ο Κόστνερ ανατρέπει αποφασιστικά την παραδοσιακή εικόνα του παλιού γουέστερν, όπου ο Ινδιάνος παρουσιαζόταν συνήθως ως ο απρόσωπος άγριος που απειλούσε τον λευκό ήρωα.
Εδώ η οπτική μετακινείται.
Ο «Άλλος» αποκτά πρόσωπο.
Όνομα.
Ιστορία.
Μνήμη.
Αξιοπρέπεια.
Και ο λευκός ήρωας είναι εκείνος που πρέπει τελικά να επανεξετάσει τον ίδιο του τον πολιτισμό.
Ο τίτλος «Χορεύοντας με τους Λύκους» αποκτά έτσι βαθύτερη σημασία.
Το όνομα που δίνουν στον Ντάνμπαρ οι Λακότα δεν είναι απλώς ένα παρατσούκλι. Είναι η αναγνώριση μιας αλλαγής. Ο άνθρωπος που έφτασε ως στρατιώτης, μόνος μέσα στην ερημιά, έχει αποκτήσει πλέον μια άλλη σχέση με τον κόσμο.
Έχει μάθει να κοιτάζει.
Να περιμένει.
Να ακούει.
Να μην θεωρεί τον άγνωστο εχθρό μόνο και μόνο επειδή είναι άγνωστος.
Και ίσως ο «Δύο Κάλτσες» να είναι το ιδανικό σύμβολο αυτής της μεταμόρφωσης.
Ο λύκος δεν ανήκει στον άνθρωπο. Δεν εξημερώνεται. Δεν γίνεται κατοικίδιο.
Πλησιάζει επειδή επιλέγει να πλησιάσει.
Και ο Ντάνμπαρ μαθαίνει να σέβεται αυτή την ελευθερία.
Αυτό είναι και το βαθύτερο πολιτικό μήνυμα της ταινίας: η συνύπαρξη δεν προϋποθέτει την κατοχή του άλλου.
Δεν χρειάζεται να κάνεις τον άλλον ίδιο με εσένα για να τον αποδεχθείς.
Χρειάζεται να του αφήσεις χώρο να υπάρχει.
Στο τέλος, ο Ντάνμπαρ απομακρύνεται μαζί με την «Αυτή που Στέκεται με Γροθιά», γνωρίζοντας ότι η παρουσία του θέτει σε κίνδυνο την κοινότητα που αγάπησε. Ο στρατός θα συνεχίσει την πορεία του και οι Λακότα θα βρεθούν μπροστά σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια και αμετάκλητα.
Η προσωπική του λύτρωση, επομένως, δεν είναι μια θριαμβευτική νίκη.
Είναι μια πικρή συνειδητοποίηση.
Ο Ντάνμπαρ κέρδισε την ελευθερία του, αλλά ο κόσμος στον οποίο τη βρήκε βρίσκεται υπό απειλή.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη τραγωδία της ταινίας.
Ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί από μια ψευδαίσθηση, αλλά δεν μπορεί πάντα να σώσει τον κόσμο που ανακάλυψε αφού ξύπνησε.
Το «Χορεύοντας με τους Λύκους» είναι τελικά μια ταινία για τα σύνορα.
Όχι μόνο τα γεωγραφικά σύνορα ανάμεσα στον πολιτισμό και την άγρια φύση.
Αλλά τα σύνορα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον άνθρωπο.
Ανάμεσα στον φόβο και την κατανόηση.
Ανάμεσα στην κατάκτηση και τη συνύπαρξη.
Ανάμεσα σε αυτό που μας έμαθαν να πιστεύουμε και σε αυτό που ανακαλύπτουμε όταν τολμήσουμε να κοιτάξουμε μόνοι μας.
Και ίσως γι' αυτό, τόσα χρόνια μετά, η ταινία εξακολουθεί να συγκινεί.
Γιατί ο Ντάνμπαρ δεν ταξιδεύει απλώς προς μια άγνωστη περιοχή.
Ταξιδεύει έξω από τον εαυτό που νόμιζε ότι ήταν.
Και όταν τελικά «χορεύει με τους λύκους», έχει ήδη περάσει το σημαντικότερο σύνορο: εκείνο που χωρίζει τον άνθρωπο από τον φόβο του για τον Άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου