Η παραμονή του Δεκαπενταύγουστου έχει μια ξεχωριστή θέση στο ελληνικό καλοκαίρι. Είναι η νύχτα που το χωριό ετοιμάζεται να υποδεχθεί τη μεγάλη γιορτή της Παναγίας· μια νύχτα όπου η πίστη, η μνήμη και η παράδοση συναντιούνται κάτω από τον αυγουστιάτικο ουρανό.
Από νωρίς, οι καμπάνες καλούν τους ανθρώπους στον Εσπερινό. Στις αυλές ανάβουν τα πρώτα φώτα, οι γυναίκες ετοιμάζουν τα φαγητά, οι πλατείες καθαρίζονται και τα τραπέζια στρώνονται. Στα ξωκλήσια και στα μοναστήρια συγκεντρώνονται προσκυνητές, άλλοι για το τάμα τους, άλλοι για μια προσευχή και άλλοι για να ξαναβρούν, έστω για λίγο, τον τόπο από τον οποίο κάποτε έφυγαν.
Και ύστερα, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, η κατάνυξη γίνεται χαρά.
Η πλατεία γεμίζει κόσμο. Το κλαρίνο, το βιολί, το λαούτο ή η λύρα παίρνουν τη θέση τους και το πανηγύρι αρχίζει. Οι άνθρωποι κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, τα ποτήρια σηκώνονται, τα φαγητά περνούν από τραπέζι σε τραπέζι και ο χορός ανοίγει έναν κύκλο όπου χωρούν όλοι. Ο Δεκαπενταύγουστος είναι άλλωστε γνωστός ως το «Πάσχα του καλοκαιριού», ακριβώς γιατί συνδυάζει το θρησκευτικό συναίσθημα με τη συλλογική χαρά.
Μα το πανηγύρι δεν είναι μόνο μουσική και χορός. Είναι ένας τρόπος να ξανασμίξει η κοινότητα. Είναι ο ξενιτεμένος που επιστρέφει στο χωριό, ο γείτονας που ανοίγει το σπίτι του, ο παππούς που θυμάται τα παλιά, τα παιδιά που τρέχουν στην πλατεία και οι νέοι που χορεύουν τον ίδιο σκοπό που χόρευαν κάποτε οι παππούδες τους.
Γι' αυτό και η παραμονή του Δεκαπενταύγουστου μοιάζει με μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μια η σιωπή της εκκλησίας, το κερί και η προσευχή· από την άλλη το τραγούδι, ο χορός και το κρασί. Η θλίψη της Κοίμησης μεταμορφώνεται σε ελπίδα και η μνήμη γίνεται γιορτή.
Κι όταν η νύχτα προχωρήσει και το φεγγάρι ανέβει πάνω από τα βουνά, το πανηγύρι μοιάζει να μην ανήκει πια μόνο στους ανθρώπους. Ανήκει στον τόπο.
Γιατί εκεί, στην πλατεία ενός μικρού χωριού, κάτω από τα αστέρια του Αυγούστου, η Ελλάδα θυμάται τον εαυτό της.
Και χορεύει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου