Στα δύσκολα χρόνια για τους πρίγκιπες, η πραγματικότητα δεν αλλάζει μορφή· απλώς αρχίζει να ανασαίνει πιο βαριά, σαν καταβατικός αέρας πριν τη βροχή.
Ο τελευταίος πρίγκιπας της χώρας δεν φορούσε πια στέμμα. Το είχε κρεμάσει μαζί με τα παλτά σε μια ντουλάπα που μύριζε γιασεμί και παλιό αλάτι. Έβγαινε τα πρωινά και μετρούσε τις ρωγμές στα λιθόστρωτα, γιατί του είχαν πει πως εκεί κρύβεται η ιστορία των βασιλείων που δεν έγιναν ποτέ.
Οι άνθρωποι τον αναγνώριζαν χωρίς να τον βλέπουν. Γιατί σε κάθε αγορά, σε κάθε καφενείο, υπάρχει πάντα ένας πρίγκιπας που δεν έχει ακόμη αποφασίσει ότι είναι άνθρωπος. Κι αυτό είναι το πιο δύσκολο καθήκον της εποχής: να μάθεις να ζεις χωρίς να επιβεβαιώνεις το μύθο σου.
Ένα απόγευμα, καθώς έπεφτε μια βροχή που έμοιαζε με ξεχασμένες επιστολές, ο πρίγκιπας συνάντησε έναν γέρο που πουλούσε καθρέφτες. Οι καθρέφτες δεν αντέγραφαν τα πρόσωπα· τα ερμήνευαν. Σε έναν από αυτούς, ο πρίγκιπας είδε τον εαυτό του να εργάζεται σε λιμάνι, να γελάει χωρίς τίτλους, να αγαπά χωρίς σφραγίδες.
«Αυτός είμαι;» ρώτησε.
«Αυτός που απομένει όταν πέσει το παραμύθι», είπε ο γέρος.
Και τότε κατάλαβε ότι οι δύσκολοι καιροί για τους πρίγκιπες δεν είναι εποχές φτώχειας ή παρακμής, αλλά στιγμές όπου το σύμπαν αρνείται να τους αναγνωρίσει ως κεντρικούς ήρωες. Τους αναγκάζει να γίνουν κομπάρσοι σε μια ιστορία πιο μεγάλη: αυτή που δεν έχει βασίλειο, μόνο ζωή που συνεχίζεται.
Τη νύχτα εκείνη, ο πρίγκιπας δεν εξαφανίστηκε. Απλώς ξύπνησε χωρίς τον τίτλο του. Και για πρώτη φορά, ο κόσμος δεν έμοιαζε λιγότερο μαγικός· έμοιαζε απλώς λιγότερο υποχρεωμένος να τον εξηγήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου