Κάθε πόλη έχει δύο ιστορίες. Αυτή που γράφεται στα επίσημα αρχεία και αυτή που ψιθυρίζεται στα τραπέζια, στα καφέ, στις γωνίες των δρόμων. Η δεύτερη είναι πάντα πιο ζωντανή, γιατί δεν χρειάζεται αποδείξεις. Χρειάζεται μόνο φαντασία, λίγη κακία και κάποιον πρόθυμο να ακούσει.
Οι προσωπικές στιγμές είναι σαν κλειδωμένα δωμάτια. Εκεί μέσα φυλάσσονται οι επιθυμίες που δεν ειπώθηκαν, οι έρωτες που δεν ομολογήθηκαν, τα λάθη που δεν εξηγήθηκαν ποτέ. Όμως η κοινωνία έχει μια παράξενη περιέργεια: θέλει να σπάσει τις κλειδαριές, όχι για να καταλάβει, αλλά για να έχει κάτι να διηγηθεί.
Και τότε εμφανίζεται η ζήλια. Η μεγάλη αόρατη πρωταγωνίστρια όλων των μικρών σκανδάλων. Δεν φορά μαύρα ρούχα, δεν κρατάει μαχαίρι. Φοράει ένα ευγενικό χαμόγελο και λέει: «Εγώ απλώς ενδιαφέρομαι». Μα πίσω από το ενδιαφέρον κρύβεται συχνά η ερώτηση που καίει: «Πώς γίνεται αυτός να ζει κάτι που εγώ δεν τόλμησα;».
Έτσι γεννιέται το σούσουρο. Μια ματιά γίνεται ιστορία, μια ιστορία γίνεται θρύλος, και ο θρύλος γίνεται δικαστήριο χωρίς δικαστή και χωρίς μάρτυρες. Οι άνθρωποι καταδικάζουν εύκολα τις ζωές των άλλων, ίσως επειδή φοβούνται να εξετάσουν τη δική τους.
Η ειρωνεία είναι πως εκείνοι που μιλούν περισσότερο για την ελευθερία των άλλων, συχνά είναι εκείνοι που φοβούνται περισσότερο τη δική τους. Γιατί ένας άνθρωπος που τολμά να αγαπήσει, να αλλάξει, να ξεφύγει από τα συνηθισμένα, γίνεται ένας καθρέφτης. Και κανείς δεν αγαπά πάντα αυτό που βλέπει στον καθρέφτη.
Τελικά, το σούσουρο πεθαίνει από την ίδια του την πείνα. Τρέφεται με ζωές ξένες, αλλά ποτέ δεν μπορεί να ζήσει ούτε ένα λεπτό από αυτές. Η μόνη πραγματική ιστορία είναι αυτή που γράφει κάποιος όταν κλείνει την πόρτα πίσω του και μένει μόνος με την αλήθεια του.
Γιατί οι πιο δυνατές στιγμές μιας ζωής δεν είναι αυτές που ακούγονται. Είναι αυτές που κανείς δεν κατάφερε να κλέψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου