18/7/26

Η παλιά αυλή το μεσημέρι.

Το μεσημέρι η παλιά αυλή είχε μια άλλη γοητεία. Ο ήλιος έπεφτε βαριά πάνω στις πέτρες, η σκιά της κληματαριάς άπλωνε ένα δροσερό καταφύγιο και η ψησταριά περίμενε τη φωτιά της.

Ο καπνός ανέβαινε αργά στον ζεστό αέρα και η μυρωδιά από τα ψητά, το ψωμί και τα αρωματικά γέμιζε τον χώρο. Γύρω από το τραπέζι κάθονταν άνθρωποι χωρίς βιασύνη. Τα πιάτα περνούσαν από χέρι σε χέρι, τα ποτήρια γέμιζαν ξανά και οι κουβέντες κυλούσαν όπως το νερό στο αυλάκι.

Ήταν εκείνα τα μεσημέρια που ο χρόνος δεν μετριόταν με ρολόγια. Μετριόταν με τα γέλια των παιδιών, με το τραγούδι ενός πουλιού στο δέντρο, με τη σιωπή ανάμεσα σε δύο αγαπημένους ανθρώπους.

Η παλιά αυλή με την ψησταριά της ήταν ένας μικρός κόσμος. Ένας τόπος όπου η χαρά δεν χρειαζόταν πολλά· μόνο μια φωτιά, ένα τραπέζι και ανθρώπους που ήξεραν να μοιράζονται τη στιγμή.

Και ίσως γι’ αυτό εκείνα τα μεσημέρια δεν τελείωσαν ποτέ. Έμειναν μέσα μας σαν μια ζεστή μυρωδιά καπνού που επιστρέφει κάθε φορά που θυμόμαστε πως κάποτε η ζωή ήταν πιο απλή και πιο κοντά στην καρδιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: