Αλέκος Παναγούλης: Ο μοναχικός ήρωας που δεν λύγισε ποτέ.
Υπάρχουν προσωπικότητες που περνούν από την ιστορία σαν διάττοντες αστέρες και άλλες που χαράσσουν το όνομά τους με ανεξίτηλο μελάνι -ή, στην περίπτωση του Αλέκου Παναγούλη, με το ίδιο τους το αίμα. Μισό αιώνα μετά τον μυστηριώδη θάνατό του, ο Αλέξανδρος Παναγούλης (1939–1976) παραμένει το απόλυτο παγκόσμιο σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα, ένας ασυμβίβαστος επαναστάτης που προτίμησε να γίνει «το καρφί στο μάτι» κάθε εξουσίας παρά να συνθηκολογήσει.
Ο Αλέκος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939 στην Γλυφάδα με καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του από την Δίβρη (σημερινή Λαμπεία) Ηλείας και από την πλευρά της μητέρας του από την Λευκάδα. Ήταν γιος του Βασιλείου Παναγούλη, αξιωματικού του Στρατού Ξηράς, και της Αθηνάς Παναγούλη (το γένος Κακαβούλη, η οποία αργότερα αναγνωρίστηκε ως η «Μάνα-Σύμβολο» της Αντιδικτακτορικής Αντίστασης λόγω ακριβώς της ιστορίας και της θυσίας των παιδιών της). Μεγάλωσε σε ένα σπίτι με έντονη την αίσθηση της πατριωτικής ευθύνης και του καθήκοντος, μαζί με τα άλλα δυο αδέλφια του: τον Γιώργο και τον Στάθη. Η μοίρα των τριών αδελφών συνδέθηκε άρρηκτα με τον αντιδικτατορικό αγώνα. Ο μεγαλύτερος, ο Γιώργος, δολοφονήθηκε/εξαφανίστηκε μυστηριωδώς από τη Χούντα. Ο μικρότερος, ο Στάθης, βασανίστηκε επίσης από το καθεστώς και μετά τη Μεταπολίτευση ακολούθησε μακρά πολιτική πορεία ως βουλευτής και υπουργός.
Ο Αλέκος ήταν άνθρωπος των θετικών επιστημών. Εισήχθη στο Εθνικό Μετσοβίο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ), στην άκρως απαιτητική σχολή των Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων Μηχανικών. Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων, η ανάγκη του για δικαιοσύνη τον οδήγησε στην πρώτη γραμμή του φοιτητικού κινήματος. Αναδείχθηκε σε ηγετικό στέλεχος της Ε.ΔΗ.Ν. (της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου), σφυρηλατώντας εκεί τον πολιτικό χαρακτήρα που θα τον οδηγούσε λίγα χρόνια μετά στην απόλυτη θυσία. Το γεγονός όμως που θα τον συνταράξει αλλά και θα τον ατσαλώσει είναι η μοίρα του αδερφού του Γιώργου.
Γιώργος Παναγούλης: Το πρώτο αίμα της οικογένειας και το άλυτο μυστήριο της εξαφάνισής του.
Υπολοχαγός του ελληνικού στρατού, ο Γιώργος αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή να δηλώσει υποταγή στους πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου 1967. Εγκατέλειψε τη μονάδα του και διέφυγε στο εξωτερικό με έναν και μοναδικό σκοπό: να οργανώσει ένοπλη αντίσταση για την ανατροπή της δικτατορίας. Η μοίρα του, όμως, γράφτηκε με τα πιο σκοτεινά χρώματα. Κατά την προσπάθειά του να επιστρέψει κρυφά στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας, συνελήφθη από τις τουρκικές αρχές. Παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του για πολιτικό άσυλο, οι Τούρκοι τον παρέδωσαν κρυφά στους Έλληνες χουντικούς. Από εκείνη τη στιγμή, τα ίχνη του χάνονται σε ένα θολό τοπίο τρόμου. Το χουντικό καθεστώς ισχυρίστηκε ότι κατά τη μεταφορά του στην Ελλάδα με πλοίο, ο Γιώργος έπεσε στη θάλασσα για να αποδράσει (ή να αυτοκτονήσει) και πνίγηκε. Το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Η οικογένεια Παναγούλη και οι συναγωνιστές του δεν πίστεψαν ποτέ το σενάριο αυτό. Η πεποίθηση όλων ήταν ότι ο Γιώργος βασανίστηκε άγρια μέχρι θανάτου μέσα στο σκάφος από τους δεσμοφύλακές του, οι οποίοι στη συνέχεια πέταξαν το σώμα του στα βαθιά νερά του Αιγαίου για να εξαφανίσουν τα ίχνη του εγκλήματος. Ο Αλέκος Παναγούλης κουβαλούσε πάντα μέσα του την απώλεια του αδελφού του. Ήταν μια ανοιχτή πληγή που γιγάντωνε το μίσος του για τους τυράννους και ατσαλώνε την απόφασή του να τους πολεμήσει μέχρι τέλους.
Την ημέρα του πραξικοπήματος, ο Αλέκος Παναγούλης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Αρνήθηκε να ορκιστεί πίστη στο δικτατορικό καθεστώς και να συνεργαστεί με τους πραξικοπηματίες αξιωματικούς. Κατάφερε να αποδράσει από τη μονάδα του, επιλέγοντας τον δρόμο της παρανομίας. Λόγω της πράξης του αυτής, καταδικάστηκε ερήμην από το Στρατοδικείο της Χούντας σε ποινή φυλάκισης. Μετά τη λιποταξία του, διέφυγε κρυφά στην Κύπρο, η οποία αποτελούσε τότε καταφύγιο και ορμητήριο για πολλούς Έλληνες δημοκράτες. Εκεί ίδρυσε την οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση», η οποία είχε ως στόχο την ανατροπή της Χούντας με δυναμικά μέσα (δολιοφθορές και βομβιστικές επιθέσεις). Ήρθε σε επαφή με τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη (τότε Υπουργό Εσωτερικών και Αμύνης της Κύπρου), ο οποίος τον βοήθησε κρυφά, παρέχοντάς του οικονομική στήριξη, εκρηκτικές ύλες, όπλα, αλλά και πλαστό διαβατήριο για τις μετακινήσεις του. Έχοντας οργανώσει τον πυρήνα της «Ελληνικής Αντίστασης», ο Παναγούλης επέστρεψε κρυφά στην Αθήνα με πλαστά στοιχεία. Δημιούργησε ένα δίκτυο εμπιστοσύνης από συναγωνιστές του (όπως ο Νίκος Ζαμπέλης και ο Γιάννης Κλωνιζάκης). Μαζί άρχισαν να σχεδιάζουν χτυπήματα που θα προκαλούσαν ρωγμές στην εικόνα παντοδυναμίας του καθεστώτος. Ο Παναγούλης πίστευε ακράδαντα ότι οι δικτατορίες δεν πέφτουν με ψηφίσματα ή ειρηνικές διαμαρτυρίες, αλλά μόνο με δυναμική, ένοπλη δράση που θα αφυπνούσε τον ελληνικό λαό. Αυτή η πεποίθηση τον οδήγησε κατευθείαν στον σχεδιασμό της απόπειρας κατά του Γεωργίου Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1968.
Η απόπειρα κατά του τυράννου: «Ήθελα να σκοτώσω έναν τύραννο».
Το ημερολόγιο έγραφε 13 Αυγούστου 1968. Στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, στο ύψος του Λαγονησίου, η θωρακισμένη Lincoln του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου διέρχεται με ταχύτητα. Ο Παναγούλης, κρυμμένος στην ακτή, πυροδοτεί έναν εκρηκτικό μηχανισμό που είχε τοποθετήσει κάτω από το οδόστρωμα, σε συνεργασία με την οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση».
Η έκρηξη σημειώνεται με καθυστέρηση ελάχιστων δευτερολέπτων. Ο Παπαδόπουλος διασώζεται και ο Παναγούλης εγκλωβίζεται, καθώς το σκάφος διαφυγής δεν εμφανίζεται ποτέ. Συλλαμβάνεται σε μια παρακείμενη σπηλιά. Όταν αργότερα τον ρώτησαν γιατί προσπάθησε να σκοτώσει έναν άνθρωπο, η απάντησή του έμεινε στην ιστορία: «Δεν επεδίωξα να σκοτώσω άνθρωπο. Επεδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο».
Το «Μνήμα» και η μυθιστορηματική απόδραση.
Καταδικάζεται σε θάνατο τον Νοέμβριο του 1968, αλλά η παγκόσμια κατακραυγή αναγκάζει τη Χούντα να μετατρέψει την ποινή σε ισόβια κάθειρξη. Στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ και στις φυλακές Μπογιατίου υφίσταται απάνθρωπα, μεσαιωνικά βασανιστήρια, τα οποία αντιμετωπίζει με αδιανόητη ψυχική αντοχή.
Στις 5 Ιουνίου 1969, ο Παναγούλης οργανώνει μια απόδραση-θρίλερ. Πείθει τον 22χρονο δεκανέα-δεσμοφύλακα, Γιώργο Μωράκη, να τον βοηθήσει. Φορώντας στρατιωτική στολή, πηδά τον εξωτερικό τοίχο των φυλακών και καταφεύγει σε κρησφύγετο στην οδό Αχαρνών. Μετά από τέσσερις ημέρες άγριου ανθρωποκυνηγητού, συλλαμβάνεται από προδοσία. Η τιμωρία του; Ακόμη πιο άγριοι ξυλοδαρμοί και ο εγκλεισμός του σε ένα ειδικά χτισμένο, υπόγειο κελί-απομόνωση, ελάχιστων τετραγωνικών, το οποίο ο ίδιος ονόμασε «Το Μνήμα».
Ποίηση Γραμμένη με Αίμα.
Μέσα στο σκοτάδι του «Μνήματος», στερημένος από χαρτί και μελάνι, ο Παναγούλης δεν σιώπησε. Χρησιμοποιώντας σπίρτα για πένες και το ίδιο του το αίμα για μελάνι, έγραψε στους τοίχους συγκλονιστικά ποιήματα. Οι στίχοι του φυγαδεύτηκαν στο εξωτερικό, βραβεύτηκαν με το διεθνές βραβείο Viareggio (1972) και αργότερα μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη. Το ποίημά του «Υποσχεθείτε» (1970) αποτελεί την πνευματική του παρακαταθήκη:
«Υποσχεθείτε στην ανάμνησή μου
να μην λυγίσετε.
Κι αν τη δική μου τη φωνή
η σιωπή του θανάτου σκεπάσει,
εσείς τραγουδήστε…»
Οριάνα Φαλάτσι: ένας έρωτας γεννημένος στις φλόγες.
Τον Αύγουστο του 1973, ο Παναγούλης αποφυλακίζεται με τη γενική αμνηστία. Την επόμενη κιόλας μέρα, η διάσημη Ιταλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Οριάνα Φαλάτσι τον επισκέπτεται για μια συνέντευξη. Ήταν η αρχή ενός θυελλώδους, παθιασμένου έρωτα που κράτησε τρία χρόνια. Η Φαλάτσι στάθηκε ο πιο κοντινός του άνθρωπος και, μετά τον θάνατό του, αποτύπωσε τη ζωή του στο παγκόσμιο best-seller βιβλίο της «Ένας Άνδρας» (Un Uomo).
Η Μεταπολίτευση, τα αρχεία της ΕΣΑ και η μεγάλη σύγκρουση με το Καραμανλικό Κράτος.
Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, ο Παναγούλης εκλέγεται βουλευτής με την Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις (ΕΚΝΔ). Όμως, ο ρόλος του συμβατικού πολιτικού δεν του ταίριαζε. Ξεκινά έναν ανένδοτο αγώνα για την «αποχουντοποίηση» του κρατικού μηχανισμού, κατηγορώντας την κυβέρνηση Καραμανλή για συγκάλυψη.
Έρχεται σε μετωπική, άγρια σύγκρουση με τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελο Αβέρωφ, τον οποίο αποκαλεί «προστάτη των χουντικών». Ο Παναγούλης έρχεται σε ρήξη ακόμα και με το κόμμα του, διαγράφεται, και συνεχίζει ως ανεξάρτητος.
Το όπλο του; Ένα τεράστιο μέρος από τα απόρρητα αρχεία της ΕΣΑ που είχε καταφέρει να αποσπάσει. Τα έγγραφα αυτά περιείχαν λίστες με ονόματα καταδοτών, χαφιέδων και εν ενεργεία πολιτικών της Μεταπολίτευσης που είχαν συνεργαστεί κρυφά με τη Δικτατορία. Ο Παναγούλης ξεκινά τη δημοσίευσή τους στα «Νέα», η οποία όμως διακόπτεται με δικαστική παρέμβαση. Τότε, απευθύνει ένα τελεσίγραφο: τη Δευτέρα 3 Μαΐου 1976, θα καταθέσει ολόκληρο το αρχείο στη Βουλή.
Το ύποπτο τροχαίο: ένα άλυτο μυστήριο.
Δεν πρόλαβε ποτέ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Μαΐου 1976, το πράσινο Fiat Mirafiori που οδηγούσε ο 36χρονος Παναγούλης (δώρο της Φαλάτσι) εκτρέπεται μυστηριωδώς στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης και καρφώνεται σε υπόγειο κατάστημα. Ο θάνατός του είναι ακαριαίος.
Αυτόπτες μάρτυρες μιλούν για καταδίωξη από άλλα οχήματα, ενώ η Φαλάτσι και Ιταλοί εμπειρογνώμονες κάνουν λόγο για εμβολισμό και πολιτική δολοφονία από το παρακράτος που ήθελε να του κλείσει το στόμα. Η ελληνική δικαιοσύνη κλείνει την υπόθεση ως τροχαίο ατύχημα λόγω ταχύτητας. Τα περισσότερα έγγραφα που είχε μαζί του εξαφανίζονται, αν και ορισμένα είχαν ήδη κρυφτεί σε έμπιστους φίλους του και διασώθηκαν. Η κηδεία του μετατράπηκε σε μία από τις μεγαλύτερες λαϊκές λαοθάλασσες της ελληνικής ιστορίας. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν τον ήρωα στην τελευταία του κατοικία, δονώντας την Αθήνα με το σύνθημα: «Ζει, ζει, ο Παναγούλης ζει!» και «Δεν ήταν ατύχημα, ήταν δολοφονία!».
Ο Αλέκος Παναγούλης πέθανε όπως έζησε: πολεμώντας το σκοτάδι.
«Η Μπογιά.»
"Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωτιά τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.
Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε
πώς και γεμίζω με λουλούδια
τα κελιά.
Κι’ απόμειναν με το στόμα ανοιχτό
όταν είδαν
πως απ’ τις φλέβες μου έπαιρνα
τη μπογιά."
«Υπόσχεση.»
(Γράφτηκε στην απομόνωση στο Μπογιάτι τον Φλεβάρη του 1972. Όπως σημείωσε ο ίδιος, δεν γράφτηκε για να δικαιολογήσει τα δάκρυα, αλλά ως ένας όρκος για τον σκοπό του.)
"Τα δάκρυα που στα μάτια μας
θα δείτε ν’ αναβρύζουν
ποτέ μην τα πιστέψετε
απελπισιάς σημάδια.
Υπόσχεση είναι μοναχά
γι’ Αγώνα υπόσχεση."
















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου