Το «Τα φτερά του έρωτα» (πρωτότυπος τίτλος: Der Himmel über Berlin / αγγλικός τίτλος: Wings of Desire) του Βιμ Βέντερς, είναι μια από εκείνες τις ταινίες που δεν αφηγούνται απλώς μια ιστορία· προσπαθούν να αγγίξουν το ίδιο το μυστήριο της ύπαρξης. Ο Βιμ Βέντερς δημιουργεί ένα ποιητικό δοκίμιο πάνω στη μοναξιά, την αγάπη, τη μνήμη και την ακατανίκητη επιθυμία του ανθρώπου να αισθανθεί πραγματικά ζωντανός.
Στο διαιρεμένο Βερολίνο, πριν από την πτώση του Τείχους, δύο άγγελοι περιπλανιούνται αόρατοι πάνω από την πόλη. Ο Ντάμιελ (Μπρούνο Γκαντς) και ο Κάσιελ (Ότο Σάντερ) παρατηρούν τους ανθρώπους χωρίς να μπορούν να συμμετέχουν στη ζωή τους. Ακούν τις σκέψεις τους, τις παιδικές αναμνήσεις τους, τους φόβους και τις επιθυμίες τους. Βλέπουν τον πόνο και τη χαρά, αλλά δεν μπορούν να αγγίξουν τίποτα. Η αποστολή τους είναι να ακούν τις σκέψεις των θνητών, να καταγράφουν την ανθρώπινη εμπειρία και να προσφέρουν μια ανεπαίσθητη πνευματική παρηγοριά στους απελπισμένους, τους μοναχικούς και τους πληγωμένους. Για τους αγγέλους, ο κόσμος είναι ασπρόμαυρος- για αυτό και η ταινία στην αρχή είναι ασπρόμαυρη- και στερείται αισθήσεων: δεν ξέρουν τι σημαίνει να κρυώνεις, να γεύεσαι τον καφέ ή να αγγίζεις έναν άλλον άνθρωπο.
Ο κόσμος των αγγέλων είναι ένας κόσμος αιώνιας παρατήρησης. Δεν γνωρίζει τον θάνατο, αλλά ούτε και τη γεύση της ζωής. Ο Ντάμιελ αρχίζει να αισθάνεται πως η αθανασία χωρίς συναίσθημα είναι μια μορφή απουσίας. Δεν του αρκεί πια να βλέπει τον κόσμο· θέλει να τον αγγίξει.
Η μεγάλη καμπή έρχεται όταν επισκέπτεται ένα παλιό τσίρκο που ετοιμάζεται να κλείσει. Εκεί συναντά τη Μαριόν, τη Γαλλίδα ακροβάτισσα, που υποδύεται η Σολβέιγ Ντομαρτέν. Η εικόνα της είναι συμβολική: μια γυναίκα με φτερά αγγέλου, αιωρούμενη πάνω από τη γη, αλλά ταυτόχρονα βαθιά μόνη και ευάλωτη.
Ο Ντάμιελ μαγεύεται από την ομορφιά και τις σκέψεις της. Αναγνωρίζει σε εκείνη όλα όσα δεν διαθέτει ο ίδιος: την αβεβαιότητα, την επιθυμία, την ανάγκη για έναν άλλο άνθρωπο. Για πρώτη φορά, η αιωνιότητα δεν μοιάζει με προνόμιο αλλά με φυλακή. Ο άγγελος αρχίζει να ποθεί τη θνητότητα, με όλες τις πληγές και τις χαρές της.
Καθοριστική είναι και η συνάντησή του με τον Πίτερ Φολκ, ο οποίος εμφανίζεται στην ταινία ως ο ίδιος ο εαυτός του. Ο Αμερικανός ηθοποιός βρίσκεται στο Βερολίνο για τα γυρίσματα μιας ταινίας για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και, παρότι δεν μπορεί να δει τον Ντάμιελ, αισθάνεται την παρουσία του.
Ο Φολκ αποκαλύπτει ένα μυστικό: υπήρξε κι εκείνος κάποτε άγγελος, αλλά επέλεξε να εγκαταλείψει την αιωνιότητα για να γνωρίσει τις μικρές απολαύσεις της ανθρώπινης ζωής. Έναν καφέ, ένα άγγιγμα, μια συζήτηση, μια στιγμή κάτω από τον ήλιο. Αυτά τα απλά πράγματα που για έναν άγγελο είναι αδύνατα, αλλά για έναν άνθρωπο είναι ολόκληρος ο κόσμος.
Ο Ντάμιελ παίρνει τότε τη μεγάλη απόφαση. Επιλέγει να «πέσει» στη γη. Η πτώση του όμως δεν είναι τιμωρία· είναι γέννηση. Ξυπνά δίπλα στο Τείχος του Βερολίνου και για πρώτη φορά η εικόνα της ταινίας μετατρέπεται από ασπρόμαυρη σε έγχρωμη.
Το χρώμα συμβολίζει τη νέα του ύπαρξη. Τώρα μπορεί να δει, να πονέσει, να αιμορραγήσει, να νιώσει το κρύο, να γευτεί έναν ζεστό καφέ. Ο κόσμος παύει να είναι μια ιδέα και γίνεται εμπειρία. Ο Ντάμιελ ανακαλύπτει πως η ζωή δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά στην ατέλεια.
Αναζητά τη Μαριόν μέσα στην πόλη και τελικά τη συναντά σε μια συναυλία των Nick Cave & The Bad Seeds. Η συνάντησή τους δεν είναι απλώς μια ερωτική στιγμή. Είναι η ολοκλήρωση μιας εσωτερικής αναζήτησης. Δύο μοναχικοί άνθρωποι βρίσκουν ο ένας στον άλλον την απόδειξη ότι η ζωή αξίζει επειδή μοιράζεται.
Την επόμενη ημέρα, ο Ντάμιελ βοηθά τη Μαριόν στις ασκήσεις της στο ακροβατικό σκοινί. Εκείνος που κάποτε πετούσε στον ουρανό τώρα μαθαίνει να ισορροπεί πάνω σε ένα λεπτό σχοινί. Γιατί η ανθρώπινη ζωή είναι ακριβώς αυτό: μια προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στην πτώση και την πτήση.
Μέσα από τον εσωτερικό του μονόλογο συνειδητοποιεί πως μία μόνο νύχτα ως άνθρωπος τού έμαθε περισσότερα από αιώνες αγγελικής ύπαρξης. Έμαθε την αγάπη. Και η αγάπη του έδωσε μια άλλη μορφή αθανασίας- όχι την αιώνια ζωή, αλλά την αιώνια αξία μιας μοναδικής στιγμής.
Απέναντί του, ο Κάσιελ παραμένει άγγελος. Συνεχίζει να στέκεται ψηλά πάνω από την πόλη, αόρατος και σιωπηλός, παρατηρώντας τον κόσμο. Είναι ακόμη αθάνατος, αλλά τώρα η μοναξιά του φαίνεται μεγαλύτερη. Βλέπει αυτό που δεν μπορεί να αποκτήσει: την ομορφιά της ανθρώπινης εμπειρίας.
Το «Τα φτερά του έρωτα» είναι τελικά μια ταινία για το θαύμα της θνητότητας. Μας θυμίζει πως ο άνθρωπος δεν γίνεται σπουδαίος επειδή ζει για πάντα, αλλά επειδή μέσα στον περιορισμένο χρόνο του μπορεί να αγαπήσει, να θυμηθεί, να ονειρευτεί.
Ο Ντάμιελ δεν έχασε τα φτερά του όταν έγινε άνθρωπος. Ανακάλυψε τα πραγματικά του φτερά. Γιατί τα πιο δυνατά φτερά δεν είναι αυτά που μας απομακρύνουν από τη γη, αλλά αυτά που μας επιτρέπουν να αγαπάμε ενώ βρισκόμαστε πάνω της.
Ο Βέντερς κινηματογραφεί το Βερολίνο σαν έναν τόπο ανάμεσα σε δύο κόσμους: ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Οι ασπρόμαυρες εικόνες των αγγέλων μοιάζουν με όνειρο, ενώ η είσοδος στον ανθρώπινο κόσμο γεμίζει με χρώμα -σαν η πραγματική ζωή να βρίσκεται όχι στην τελειότητα, αλλά στην ατέλεια.
«Γιατί είμαι εγώ και όχι εσύ;» μοιάζει να ρωτά η ταινία. Γιατί ο άνθρωπος, παρότι γνωρίζει ότι όλα τελειώνουν, συνεχίζει να αγαπά, να δημιουργεί και να ελπίζει;
Τα φτερά του έρωτα είναι τελικά μια ταινία για την αξία της θνητότητας. Μας θυμίζει ότι η ζωή δεν είναι πολύτιμη επειδή διαρκεί για πάντα, αλλά επειδή κάθε στιγμή της δεν επαναλαμβάνεται.
Ο άγγελος κατεβαίνει στη γη για να χάσει την αθανασία του και να κερδίσει κάτι μεγαλύτερο: μια ανθρώπινη καρδιά. Και ίσως αυτό να είναι το πιο μεγάλο θαύμα - όχι να ζεις αιώνια, αλλά να μπορείς, έστω για λίγο, να αγαπήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου