11/7/26

Το Ταμείο των Αμετάκλητων Πραγμάτων.


Στην πόλη, που ίσως υπήρξε και ίσως είναι μόνο μια υποσημείωση σε ένα ξεχασμένο βιβλίο, υπήρχε ένα κατάστημα χωρίς όνομα. Οι κάτοικοί της το αποκαλούσαν απλώς «Το Ταμείο», επειδή εκεί, όπως πίστευαν, δεν αγόραζες αντικείμενα αλλά στιγμές.

Στην είσοδο υπήρχε μια παλιά επιγραφή γραμμένη με μαύρα γράμματα:

«Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.»

Κανείς δεν γνώριζε ποιος την είχε τοποθετήσει. Άλλοι έλεγαν πως ήταν έργο ενός εμπόρου που μετάνιωσε για όλες τις πωλήσεις του. Άλλοι πως ήταν γραμμένη από έναν φιλόσοφο που κατάλαβε πως η αλήθεια δεν ανήκει σε εκείνον που την κατέχει, αλλά σε εκείνον που την πληρώνει.

Πίσω από τον πάγκο καθόταν ένας γέρος ταμίας, ο οποίος δεν είχε ποτέ γεράσει. Κάθε πρωί έβγαζε από ένα συρτάρι την ίδια απόδειξη και την ξανάβαζε στη θέση της.

Η απόδειξη έγραφε:

«Ένα ανθρώπινο λάθος. Αξία: μια ζωή.»

Μια ημέρα μπήκε στο κατάστημα ένας άνδρας που ισχυριζόταν πως είχε κάνει το τέλειο λάθος: ένα λάθος τόσο μεγάλο, ώστε δεν μπορούσε να είναι δικό του.

«Ήρθα να το επιστρέψω», είπε.

Ο ταμίας τον κοίταξε με την αργή ματιά εκείνων που έχουν δει πολλούς αιώνες να περνούν από το ίδιο δωμάτιο.

«Έχετε την απόδειξη;»

Ο άνδρας έψαξε τις τσέπες του. Βρήκε παλιές φωτογραφίες, ένα κλειδί χωρίς πόρτα, ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Μα καμία απόδειξη.

«Τότε δεν μπορώ να αναγνωρίσω το λάθος σας», είπε ο ταμίας.

«Γιατί;»

«Διότι εδώ ισχύει ο αρχαιότερος νόμος του κόσμου: Μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.»

Ο άνδρας χαμογέλασε πικρά.

«Μα αυτός ο νόμος είναι άδικος.»

Ο γέρος έγνεψε.

«Φυσικά. Όλοι οι μεγάλοι νόμοι είναι άδικοι. Γι’ αυτό και επιβιώνουν

Ο άνδρας κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στην πόρτα. Εκεί έμεινε πολλά χρόνια, αν και για όσους περνούσαν έξω από το κατάστημα πέρασε μόνο μια στιγμή.

Έμαθε πως οι άνθρωποι δεν υποφέρουν τόσο από τα λάθη τους όσο από την επιθυμία τους να τα επιστρέψουν.

Έμαθε πως η μνήμη είναι ένα ταμείο που δεν κλείνει ποτέ.

Και έμαθε πως ο μεγαλύτερος απατεώνας δεν είναι εκείνος που πουλά ψεύτικα πράγματα, αλλά εκείνος που υπόσχεται στον άνθρωπο ότι μπορεί να ξαναπάρει πίσω τον χρόνο.

Όταν κάποτε σηκώθηκε να φύγει, είδε μια δεύτερη επιγραφή που μέχρι τότε δεν είχε προσέξει:

«Κουράγιο και δύναμη. Το υπόλοιπο της συναλλαγής θα δοθεί στο τέλος

Βγήκε στον δρόμο.

Η πόλη  δεν υπήρχε πια.

Ή ίσως δεν είχε υπάρξει ποτέ.

Μα η απόδειξη παρέμενε στην τσέπη του.

Και πάνω της, αντί για τιμή, υπήρχε μια τελευταία λέξη:

Μνήμη.




Δεν υπάρχουν σχόλια: