Υπάρχουν τοπία που δεν ζητούν να τα δεις, αλλά να τα υποστείς με λίγη φαντασία και ένα υπόλειμμα παιδικής ανυπακοής.
Ένας χωμάτινος δρόμος κατεβαίνει προς μια ακρογιαλιά σε σχήμα καρδιάς -σαν η γη να έκανε λάθος στον χάρτη της και να αποφάσισε να το κρατήσει ως ποίηση. Ο δρόμος αυτός δεν είναι σοβαρός. Τρίζει, σηκώνει σκόνη σαν να θυμώνει που τον πατάς, και κάθε βήμα πάνω του είναι μια μικρή διαπραγμάτευση με τη βαρύτητα και τις αυταπάτες σου.
Η ακρογιαλιά, δίκην καρδιάς, δεν χτυπά. Απλώς επιμένει να μοιάζει με κάτι που χτυπά. Τα κύματα την περιγράφουν ξανά και ξανά, σαν κακός ποιητής που δεν καταλαβαίνει ότι το ποίημα έχει ήδη τελειώσει -και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει, γιατί η θάλασσα δεν έχει ποτέ αποδεχτεί την έννοια της επιμέλειας.
Κι εκεί, στο βάθος, το Άγιο Όρος. Όχι σαν τελικό επιχείρημα, αλλά σαν μια παλιά, σοφή παρανόηση της σιωπής. Στέκει σαν να έχει αποφασίσει να μην εμπλακεί στη γεωγραφία, μόνο να την παρακολουθεί με την υπομονή κάποιου που έχει δει πολλές εκδοχές της αιωνιότητας και δεν εντυπωσιάζεται πια από καμία.
Ο δρόμος, αν τον ρωτήσεις, θα αρνηθεί ότι οδηγεί κάπου. Θα σου πει -αν είχε στόμα και κακή διάθεση- ότι απλώς είναι μια δικαιολογία για να μετακινηθείς από μια μορφή απορίας σε μια άλλη, λίγο πιο υγρή.
Και η καρδιά της ακτής; Δεν είναι προορισμός. Είναι ένα γραφικό λάθος της πραγματικότητας που έγινε μόνιμο επειδή το σύμπαν βαρέθηκε να το διορθώσει.
Στο τέλος, δεν φτάνεις. Σε φτάνει το τοπίο: χωμάτινο, υγρό, απείθαρχο, με φόντο ένα Άγιο Όρος που μοιάζει να χαμογελά ελαφρά, σαν να ξέρει ότι όλα αυτά -δρόμοι, καρδιές, προορισμοί- είναι απλώς προσωρινές συμφωνίες ανάμεσα στη γη και τη φαντασία.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου