Υπάρχουν αντικείμενα που δεν μετριούνται μόνο με τη χωρητικότητά τους. Η νταμιτζάνα, το παραδοσιακό γυάλινο δοχείο με το προστατευτικό ψάθινο πλέγμα, μπορεί να χωράει δέκα, είκοσι ή τριάντα λίτρα, όμως η πραγματική της χωρητικότητα είναι πολύ μεγαλύτερη: χωράει εποχές, χέρια ανθρώπων, μυρωδιές από υπόγεια και ιστορίες που ταξίδεψαν από γενιά σε γενιά.
Στα παλιά σπίτια του χωριού η νταμιτζάνα είχε τη δική της θέση. Στο κελάρι, στη σκιά μιας αποθήκης ή κάτω από μια ξύλινη σκάλα, φύλαγε το κρασί του τρύγου, το λάδι της χρονιάς, το τσίπουρο μετά το καζάνι. Ήταν ένα μικρό θησαυροφυλάκιο της καθημερινότητας. Το γυαλί της άφηνε να φαίνεται το υγρό που έκρυβε μέσα της, σαν να αποκάλυπτε τον χρόνο που ωρίμαζε αργά.
Η νταμιτζάνα ανήκε σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν περίσσευε και τίποτα δεν πετιόταν. Ο άνθρωπος γνώριζε την αξία της αναμονής. Περίμενε τον καρπό να ωριμάσει, το κρασί να «δέσει», τη φύση να δώσει όσα είχε να δώσει. Σήμερα, σε μια εποχή ταχύτητας και κατανάλωσης, η νταμιτζάνα θυμίζει πως κάποια πράγματα χρειάζονται χρόνο για να αποκτήσουν αξία.
Κάθε παλιά νταμιτζάνα μοιάζει με μια γυάλινη βιογραφία. Στα σημάδια της, στη σκόνη της αποθήκης, ακόμη και στο χρώμα του υγρού που φιλοξένησε, υπάρχει η ιστορία μιας οικογένειας και ενός τόπου. Δεν είναι απλώς ένα δοχείο που χωράει λίτρα· είναι ένα δοχείο που χωράει μνήμες.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη χωρητικότητα της: ότι μέσα σε λίγο γυαλί μπορεί να φυλάξει έναν ολόκληρο κόσμο που σιγά σιγά χάνεται. Έναν κόσμο όπου το κρασί είχε άρωμα ανθρώπου, το λάδι είχε τη γεύση του χωραφιού και τα αντικείμενα είχαν ακόμη ψυχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου