Υπάρχουν στιγμές που η θάλασσα δεν χρειάζεται λόγια. Αρκεί ένας γλάρος που διασχίζει αργά τον ορίζοντα, αφήνοντας πίσω του μια λευκή γραμμή στον γαλάζιο καμβά του ουρανού. Στον Κορινθιακό, οι γλάροι δεν είναι απλώς μέρος του τοπίου· είναι η ζωντανή μνήμη μιας θάλασσας που αιώνες τώρα φιλοξενεί ανθρώπους, καΐκια, λιμάνια και ιστορίες. Από τα βράχια της Ναυπακτίας ως τις ακτές της Φωκίδας και της βόρειας Πελοποννήσου, αιωρούνται πάνω από τα κύματα σαν λευκές πινελιές που ενώνουν ουρανό και νερό. Με μια κραυγή που άλλοτε μοιάζει με κάλεσμα κι άλλοτε με παράπονο, συνοδεύουν τους ψαράδες στο ξημέρωμα και τους περιπατητές στο δειλινό.
Πάνω από τα νερά του κόλπου, ανάμεσα στα βουνά της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου, οι γλάροι ταξιδεύουν χωρίς προορισμό και χωρίς σύνορα. Ακολουθούν τα ρεύματα του αέρα, στέκονται πάνω στα βράχια, περιμένουν τα ψαροκάικα και συνοδεύουν τις μικρές καθημερινές τελετουργίες των ανθρώπων της θάλασσας. Είναι οι αθέατοι σύντροφοι του ψαρά που ξυπνά πριν χαράξει και του ταξιδιώτη που κοιτάζει σιωπηλός το πέλαγος.
Ο άνθρωπος προσπάθησε πολλές φορές να τιθασεύσει τη θάλασσα, να τη μετατρέψει σε δρόμο, λιμάνι, πηγή πλούτου. Ο γλάρος όμως παραμένει ελεύθερος. Δεν ανήκει σε κανέναν· ανήκει μόνο στον άνεμο. Η πτήση του θυμίζει πως υπάρχει ακόμη ένας κόσμος που δεν μετριέται με ιδιοκτησίες, σύνορα και αριθμούς, αλλά με αποστάσεις, φως και ανοιχτούς ορίζοντες.
Κάθε γλάρος του Κορινθιακού κουβαλά κάτι από την αιωνιότητα της θάλασσας. Είναι ένας μικρός αγγελιοφόρος ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, ανάμεσα σε αυτό που χάνεται και σε αυτό που συνεχίζει να υπάρχει. Και ίσως γι' αυτό, όταν τον βλέπουμε να απομακρύνεται πάνω από τα κύματα, νιώθουμε πως δεν πετά μόνο ένα πουλί· πετά ένα κομμάτι από την ελευθερία που ο άνθρωπος πάντα αναζητά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου